Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Δυο έμμετρα ποιήματα για τη νύχτα, τη θλίψη, τη μοναξιά




Αιχμάλωτος στο άπειρο

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
πώς το νου και την ψυχή μου καθορίζετε
πώς έρμαιο δούλο σας και αλλοτινό με κάνετε
και την ζωή μου κυβερνάτε καταγής

Τη λύτρωση απ’ το πνεύμα σας δεν θα μπορώ να έχω
κι όμοια όπως βγαίνει η νύχτα να συναντήσει την αυγή
όλο και πιο βαθιά στα δίχτυα σας αιχμάλωτο θα μ’ έχει
ανήμπορο ν’ αντισταθώ στην αστρική σας την ορμή

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
για μια στιγμή αφήστε με τη λύτρωση να έχω
κι έπειτα πάλι πάρτε με, νου, σώμα και ψυχή
και τη χαρά, αν είν’ η θέλησις, ποτέ ας μη την έχω.


Νύχτα!

Και πως ν’ αλλάξουμε τώρα που είμαστε
μαύρα πουλιά της νύχτας;
Μονάχα όταν έρχεται, έτσι ήρεμα γλυκά
κι όπως απλώνει, σαν δάχτυλα, το μελανό της φως
κι όλη την πλάση γύρω μας, τόσο απαλά σκεπάσει,

Εμείς,

ανήμποροι να αντισταθούμε,
από τις γλυκές της μελωδίες γαντζωνόμαστε
από το βελούδινο το μαύρο που την ψυχή μας γαληνεύει
και τις σειρήνες της ακολουθούμε τυφλά
δίχως να ξέρουμε που μας παν, και δίχως να ρωτάμε

Και το τσιγάρο στρίβουμε, χρυσός καπνός μας πάει
κι όπως η μέθη απ’ το ποτό, τα όνειρα μας πιάνει
αιχμάλωτοι γυρίζουμε και την ακολουθούμε
και ειν’ το όνειρο χρυσό κι ο πόνος αλαφραίνει
και η ψυχή αναδύεται, ψηλά και φτερουγίζει
ανάλαφρη σαν πούπουλο, καθόλου δεν βαραίνει
το σώμα μας που κείτεται και σέρνεται στο δρόμο.

Οι συνετοί κι οι άνθρωποι τον δρόμο τους τραβούνε
κι όταν απ’ τη γαλήνη της, η νύχτα μας μεθάει
αυτοί δεν βλέπουν, κρύβονται κοιμούνται και φοβούνται
και τα χρυσά τα δώρα της μόνο για μας κρατάει


Τις όμορφες τις μούσες της και τις νεράιδες της
το πρώτο φως σαν έρχεται, τις χάνουμε, όλο φεύγουν.

Ω, την αυγή ας ήτανε να μην την ξαναδούμε
αυτή που παίρνει μακριά τις μούσες, το βελούδο
κι όπως το φως της έρχεται, κι απάνω μας βαραίνει
καθώς η ψυχή σωριάζεται ξανά πάνω στο σώμα

εμείς τότε πεθαίνουμε, και για να αναστηθούμε
τη νύχτα θα προσμένουμε
Ξανά να δύσει ο ήλιος


Από τη "Νόσο της Ποίησης" 2009.