Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Απόσπασμα από τα εγκαίνια της έκθεσης στις 29/11/12

στήνοντας την έκθεση

Δυο λόγια για την έκθεση και την μουσικοποιητική βραδιά την ημέρα των εγκαινίων στο συνεταιριστικό καφενείο "Χαλικούτι". 

Πρότεινα λοιπόν στα παιδιά που διαχειρίζονται τον χώρο, να έπαιρνα μερικούς πίνακες από το σπίτι μου και να τους τοποθετούσα εκεί. Μου απάντησαν πως μια φορά τη βδομάδα κάνουν συνέλευση και συναποφασίζουν και πως, αν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να πάω και να τους το προτείνω. Έτσι κι έγινε λοιπόν, τους το πρότεινα, δέχτηκαν, κανονίσαμε ημέρα και ώρα, σχεδιάσαμε την αφίσα και λοιπές λεπτομέρειες. Η δεύτερη πρόταση ήταν, την ημέρα των εγκαινίων της έκθεσης να στήναμε παράλληλα μια μουσικοποιητική βραδιά όπου θα απήγγειλα με συνοδεία ακουστικής κιθάρας. Συμφωνήσαμε λοιπόν. 

Ενημέρωσα το φίλο μου το Γιάννη, όπου έχουμε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν, και μου πρότεινε να φέρει κι έναν άλλο φίλο που παίζει πλήκτρα και πως θα ήταν καλύτερα να χρησιμοποιούσε ο ίδιος ηλεκτρική κιθάρα. Για τον συντονισμό των οργάνων και της φωνής, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να γίνουν πρόβες.  Όπως και κάναμε. Βρεθήκαμε 3 φορές και καταφέραμε να γράψουμε 10 περίπου κομμάτια. Χρησιμοποιήσαμε βέβαια και κάποια που είχαν ήδη γράψει τα παιδιά καθώς και 2 κομμάτια των floyd. Τέλος πάντων, χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε να κάνουμε μελοποίηση των ποιημάτων.

Τη βραδιά των εγκαινίων, νομίζω δώσαμε τον καλύτερο μας εαυτό και περάσαμε πρωτίστως, εμείς καλά. Αυτό, απ' ό,τι κατάλαβα, το βγάλαμε προς τα έξω και καταφέραμε μια όμορφη βραδιά. 

Το απόσπασμα που ακολουθεί δεν νομίζω πως μεταφέρει το ηλεκτρισμένο κλίμα, την εικόνα και τον ήχο που είχαμε, αλλά οι φίλοι που δεν κατάφεραν να έρθουν, μπορούν να πάρουν μια "γεύση" του τι συνέβη εκείνη την ημέρα. 





έχοντας στήσει το χώρο

μικρή πρόβα πριν αρχίσει να έρχεται ο κόσμος

πού έπεσε ρε παιδιά;

σοβαρά; για κούνα το κεφάλι σου...

κάποιοι καμβάδες χωρίς τελάρο, 
τα βιβλία
και το τετράδιο εντυπώσεων

το τετράδιο εντυπώσεων
(λογοπαίγνιο με νότες Μι Λα Ρε)
Μίλα Ρε!!!!

αρχίζει να μαζεύεται ο κόσμος

Κάποιος μας κοιτάει απ' έξω

Να περιμένουμε λίγο ακόμα, θα έρθουν κι άλλοι... 



μικρό οπτικοακουστικό απόσπασμα
Ακούγονται τα ποιήματα
"Η συντροφιά του ποιητή"
και
"Ίσως να είναι τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός σαν ξημερώσει η μέρα"


Η λήψη έγινε από φωτογραφική μηχανή κι έτσι, η εικόνα και ο ήχος, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν είναι όμως και τόσο άσχημα, μπορείτε να πάρετε μια ιδέα. 


Πολύ πιθανό να τα ηχογραφήσουμε κάποια στιγμή, σε στούντιο (ή σε home studio)
Όταν λοιπόν αποφασίσουμε κάτι τέτοιο, θα σας ενημερώσω μέσω αυτού του μπλογκ. 
Τα λέμε σύντομα. 
Καλή συνέχεια σε όλους! 


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Έκθεση ζωγραφικής και μουσικοποιητική βραδιά στο Ρέθυμνο




Το χαλικούτι σας καλεί
στην έκθεση ζωγραφικής του Χρήστου Ζάχου
με τίτλο X-έγερση υποσυνείδητου”
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012 και Ώρα, 8:00μ.μ.

Θα ακολουθήσει μουσικοποιητική βραδιά
σε ποίηση του ιδίου
και μουσική: Γιάννη Ισαακίδη (κιθάρα)
Παύλου Κρυτσωταλάκη (πλήκτρα)

Διάρκεια έκθεσης από 29/11 έως 15/12

Συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι,
Κατεχάκη 3, πεζόδρομος Φορτέτζα
Τηλ: 28310 42632

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Nobody home... μετάφραση (Pink Floyd)





Έχω ένα μαύρο σημειωματάριο με τα ποιήματά μου
κι ένα σακίδιο με την οδοντόβουρτσα και τη χτένα μου
Όταν όμως είμαι καλό σκυλάκι,
ίσως μου πετάξουν κάνα κόκαλο…

Έχω ελαστικά κορδόνια να μου κρατάνε τα παπούτσια
Έχω κι αυτά τα θλιβερά πρησμένα χέρια
Έχω 13 κανάλια και μαλακίες να επιλέξω στην τηλεόραση
Έχω ηλεκτρικό φως
και εναλλακτική ματιά
έχω φανταστικές δυνάμεις διορατικότητας
κι έτσι γνωρίζω πως
όταν προσπαθήσω να σε πάρω τηλέφωνο
δεν θα απαντάει κανείς

Έχω την επιβλητική αφάνα του Hendrix
κι όλες αυτές τις τρύπες από καύτρες 
πάνω ως κάτω στο αγαπημένο μου σατέν πουκάμισο
Τα δάχτυλά μου, κίτρινα από τη νικοτίνη
Κι ένα ασημένιο κουτάλι σε αλυσίδα
Έχω ένα γέρικο πιάνο που θα στηρίξει τη σορό μου
Άγριο και διαπεραστικό το βλέμμα μου
Έχω μια έντονη επιθυμία να πετάξω
μα δεν έχω πουθενά να πάω
Ω μωρό μου, όταν σηκώσω το τηλέφωνο
Ξέρω πως δεν θα είσαι εκεί

Έχω ένα ζευγάρι δερμάτινες μπότες
 Κι ένα ξεθωριασμένο παρελθόν 



I've got a little black book with my poems in
I've got a bag with a toothbrush and a comb in
When I'm a good dog they sometimes throw me a bone in
I got elastic bands keeping my shoes on
Got those swollen hand blues.
Got thirteen channels of shit on the T.V. to choose from
I've got electric light
And I've got second sight
I've got amazing powers of observation
And that is how I know
When I try to get through
On the telephone to you
There'll be nobody home
I've got the obligatory Hendrix perm
And I've got the inevitable pinhole burns
All down the front of my favourite satin shirt
I've got nicotine stains on my fingers
I've got a silver spoon on a chain
I've got a grand piano to prop up my mortal remains
I've got wild staring eyes
I've got a strong urge to fly
But I've got nowhere to fly to
Ooooh Babe when I pick up the phone
There's still nobody home
I've got a pair of Gohills boots
And I've got fading roots.



Αυτό το κομμάτι των Floyd, με είχε σημαδέψει από μικρό παιδί. Η πρώτη φορά που το άκουσα θα ήταν το 1992 στα 14 μου χρόνια. 20 χρόνια μετά, είπα να επιχειρήσω μια μετάφραση για να το αποδώσω όπως το έχω αισθανθεί. Πάει καιρός που το επιχείρησα - το περασμένο καλοκαίρι αν θυμάμαι καλά. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν καλό, το έστειλα σε φίλους και γνωστούς που γνωρίζουν καλά αγγλικά να μου πουν τη γνώμη τους, και περίμενα να ωριμάσει. Ουσιαστικά, δεν μου έκαναν κάποια διόρθωση, αλλά όλοι μου είπαν πως, η τέχνη της μετάφρασης - και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ποιητικούς στίχους - δεν είναι εύκολη δουλειά και πως ο κάθε μεταφραστής θα το έκανε διαφορετικά, σύμφωνα με την αντίληψή του. Έτσι λοιπόν, αφού το παίδεψα έτσι κι αλλιώς, αποφάσισα να το αφήσω όπως το είχα φτιάξει εξ' αρχής. Κι εδώ λοιπόν, αποφάσισα να σας το παρουσιάσω. 



Υ.Γ. Τα πνευματικά δικαιώματα σε αυτό, όπως και σε όλα τα άλλα που έχω αναρτήσει, είναι κατοχυρωμένα. Το αναφέρω αυτό αναγκαστικά, καθώς γνωρίζω πως το κομμάτι αυτό είναι πολύ γνωστό και θα κάνει τον κύκλο του στο διαδίκτυο. 


Με την ευκαιρία λοιπόν, δείτε και ολόκληρη την ταινία The Wall





Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Αιτία κι αποτέλεσμα - Buk



Αιτία κι αποτέλεσμα

Οι καλύτεροι, συνήθως αυτοκτονούν 
απλά για να γλιτώσουν 
και αυτοί που μένουν πίσω
δεν μπορούν ποτέ να καταλάβουν
γιατί κάποιος
θα ήθελε να γλιτώσει 
από
αυτούς


Cause and effect 

“the best often die by their own hand
just to get away,
and those left behind
can never quite understand
why anybody
would ever want to
get away
from
them” 

Buk

Μετάφραση ενός ποιήματος του φίλου Βukowski  που πέτυχα τυχαία κάπου στο διαδίκτυο. 
Παρόλο που έχω όσα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, παρόλο που γνωρίζω μεγάλο μέρος της δουλειάς του στα αγγλικά, αυτό το ποίημα δεν θυμάμαι να το είχα πετύχει πουθενά. Το πέτυχα κάπου τυχαία στο διαδίκτυο. Έτσι αποφάσισα να το μεταφράσω. 
Ο πίνακας είναι δικός μου. Δηλαδή, δική μου προσπάθεια να φτιάξω το πορτραίτο του Μπουκόφσκι. Θα έχουν περάσει κι 6 μήνες από τότε... 


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Refuse / Resist (απόπειρα μετάφρασης...)



Χάος μ.Χ.
Tanks στους δρόμους
Μπάτσοι παντού
Πληβείοι αιμορραγούν
Μαινόμενο πλήθος
Αυτοκίνητα που καίγονται
Ματώνει ο ουρανός
Ποιος θα επιζήσει!

Στρατός σε πολιορκία
Σειρήνες τρόμου
Με αρρωσταίνει αυτό.
Μέσα από το κράτος
πόλεμος έχει δημιουργηθεί
Γη του κανενός
Τι σκατά είναι αυτά;!

Άρνηση / Αντίσταση

Χάος μ.Χ.
Διαταραχή εξαπολύθηκε
Ξεκινώντας να κάψει
Ξεκινώντας να λυντσάρει
Η σιωπή σημαίνει θάνατος
Στάσου στα πόδια σου
Ο φόβος μέσα σου
ο χειρότερος εχθρός σου

Αρνηθείτε / Αντισταθείτε

(Αυτή η αποτυχημένη απόπειρα μετάφρασης είναι εμού του ιδίου. Το μήνυμα πάντως είναι ξεκάθαρο. Παραθέτω και τους αγγλικούς στίχους):

Chaos A.D.
Tanks on the streets
Confronting police
Bleeding the plebs
Raging crowd
Burning cars
Bloodshed stars
Who'll be alive?!

Army in siege
Total alarm
I'm sick of this
Inside the state
War is created
No man's land
What's this shit?!

Refuse/resist
Refuse

Chaos A.D.
Disorder unleashed
Starting to burn
Starting to lynch
Silence means death
Stand on your feet
Inner fear
Your worst enemy

Refuse/resist
Refuse/resist


CAVALERA, MASSIMILIANO A. / KISSER, ANDREAS RUDOLF / CAVALERA IGOR / PINTO, PAULO XISTO JR




*Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι από τον Michael Whelan

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η διαδικασία της γραφής




Πήρα το τετράδιο. Το πήρα γιατί περνάνε από το νου μου ένα σωρό σκέψεις και δεν καταγράφω καμιά. Ήδη έχω χάσει ένα διήγημα και 2-3 ποιήματα. Τώρα έχω τα εφόδια. Γι να δούμε.
Ουίσκι, πάγο, ένα ποτήρι νερό, τσιγάρα και Tom Waits στο στέρεο. Αν το δυναμώσω λίγο θα αρχίσει να κινείται. Μπορεί και να πέσει. Άστο για την ώρα, δεν είναι αυτό σκοπός. Τσιγάρο, κι άλλο τσιγάρο. όταν δεν έχω τετράδιο γράφω ένα σωρό πράγματα στον αέρα κι όταν το πιάνω, δεν έχω να γράψω τίποτα. Τα παρατάω. Ας με οδηγήσει όπου θέλει αυτό.

Μόλις παρατήρησα πως κρατάω το στυλό σαν πινέλο, από ψηλά. Όλες οι δασκάλες, μου έλεγαν πως δεν το κρατάω σωστά κι όποιος άλλος με βλέπει, απορεί πώς γράφω. Είναι απλό. Πιάνω το στυλό και γράφω.  Όπως με βολεύει. Τι θες; Καμία επιστημονική εξήγηση; Μα, μου τη δίνει όταν φτάνω στις τελευταίες γραμμές. Το χέρι μου βρίσκεται στον αέρα. Γυρνάω σελίδα να βολευτώ. Τώρα μάλιστα. Α, και το σπιράλ στο πλάι με ενοχλεί. Θα πρέπει να εφεύρω κάτι άλλο. Ένα σεντόνι ίσως που θα το απλώνω στο πάτωμα και δεν θα ενοχλούμαι, ούτε από το σπιράλ, ούτε από το τέλος της σελίδας. Θα έχω χώρο, όχι απεριόριστο, αλλά τουλάχιστον, πολύ μεγαλύτερο. Γράφω και στο πάτωμα άμα λάχει. Αλλά εγώ, άλλα ήθελα να πω. Δεν θυμάμαι τι. Άντε γεια μας.

Έριξα μια ματιά στην ώρα. Καλά είναι, σας χαιρετάει. Λέει 5:35. Μάντεψε. Μεσημέρι ή βράδυ; Έχασες. Πρωί είναι! Ποιος άλλωστε μπορεί να γράψει τη μέρα; Κανείς. Φτάνει να μη με προλάβει το φως και σταματήσω για να χαζέψω τον ουρανό και τις απέναντι πολυκατοικίες. Όλη η τέχνη δημιουργείται όσο υπάρχει σκοτάδι. Τις ώρες που όλοι κοιμούνται και τα φαντάσματα έρχονται να κάτσουν μαζί σου. Θέλουν παρέα κι αυτά κι έχουν πολλά να πουν. Φτάνει να δώσεις προσοχή και να τα ακούσεις.

Τα γράμματά μου είναι ορνιθοσκαλίσματα. Ελπίζω να βγάλω άκρη αύριο. Αλλά, τι με νοιάζει; Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να πεθάνεις στον ύπνο σου. Αλλάζω συνεχώς πρόσωπα. Πρώτο ενικό, δεύτερο ενικό, ξέρω ’γω τι, πληθυντικό. Δεν έχει σημασία. Καταλαβαίνετε εσείς, έτσι; Αλλά, κοίτα τι κρίμα. Δεν κατάφερα να καταγράψω τίποτα από αυτά που σκεφτόμουν. Ήταν ωραία, αλήθεια σας το λέω. Στα αρχίδια σας, έτσι; Έτσι. Μια από τα ίδια.

Όταν χάνω την έμπνευση, θυμάμαι την αυτόματη γραφή. Γράφεις χωρίς να σκέφτεσαι και σκέφτεσαι χωρίς να γράφεις. Κάτι λάθος έχει αυτό, αλλά σίγουρα όχι το “σκέπτομαι και γράφω”. Τι μαλακίες βάζουν στα παιδιά; Αλλά αυτά, σοφά σαν είναι, ξεπετούν πρόχειρα τις εργασίες και βγαίνουν στην αυλή να πλακωθούν. Ή να καπνίσουν. Ή να πάρουν μάτι τη συμμαθήτριά τους στην τουαλέτα. Αλλά, τι με νοιάζει εμένα; Εγώ έχω ουίσκι, τετράδιο, στυλό, και τον Eric Burdon να παίζει. Α, ξέχασα να πω, άλλαξα δίσκο. Ο Tom τελείωσε λίγο πιο πριν. Πολύ σεξουαλικό δεν ακούγεται αυτό; Ακόμα κι ας μην είναι. Θα ήταν καλύτερο να έλεγα πως “τελείωσε” η Σκλοναρίκοβα. Ή εγώ. Ή μαζί. Αυτό ντε, θα ήταν όλα τα λεφτά. Τρόπος του λέγειν. Φράγκα, μηδέν. Οπότε, καταλήγουμε και πάλι στο μηδέν.
Αλλά εντάξει. Το άλλαξα τώρα σε Santana. Τα παλιά φυσικά. Γουστάρω καλύτερα. Και δε με νοιάζει πόσο έχει γεράσει ή πόσο μαλάκας έχει γίνει. Η μουσική του γαμάει. Κι εκεί είναι όλη η ουσία, στο “γαμάει”. Ποιος, τι, πώς, δεν έχει σημασία. Καμιά. Σημασία έχει να περνάμε καλά. Από κει και πέρα, όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν για να μας ξενερώνουν. Αλλά εμείς δεν ξενερώνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη. Σωστά;
Δε θυμάμαι όμως τι ήθελα να γράψω. Δεν πειράζει, συνεχίζω.


Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Έκθεση ζωγραφικής στην Κερκυραϊκή πινακοθήκη (από δυο φίλους)



«H ζωή είναι ωραία και ο θάνατος θλιβερός» 
...από δύο Κερκυραίους Ζωγράφους, στην «Κερκυραϊκή Πινακοθήκη».


Tη Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου (και ώρα 8.30 το βράδυ) εγκαινιάζετε στην «Κερκυραϊκή Πινακοθήκη» (Ιωάννου Θεοτόκη 77 / Κέρκυρα) μια πολύ ενδιαφέρουσα Έκθεση Ζωγραφικής, που έχει σαν τίτλο... «H ζωή είναι ωραία και ο θάνατος θλιβερός». Οι ζωγράφοι P.S.Mavro/Stavriotis - Γιώργος Α. Μικάλεφ, ανοίγουν την φετινή Χειμερινή Εικαστική περίοδο της «Κερκυραϊκής Πινακοθήκης» παρουσιάζοντας τα νέα ζωγραφικά έργα τους. Οι καλλιτέχνες δούλεψαν προγραμματισμένα με «κοινό τίτλο»... αλλά ο κάθε ένας με το δικό του πρωτότυπο τρόπο. Το αποτέλεσμα τελικά και αυτής της εικαστικής συνεργασίας τους... τουλάχιστον μας «εκπλήσσει» και μας «προβληματίζει»



Ο P.S.Mavro/Stavriotis (ο «παλαιότερος») ζωγραφίζει επάνω σε κοινές χαρτόκουτες συσκευασίας «Προθανάτια, Επιθανάτια, Μεταθανάτια» έργα... και λέει για τη ζωγραφική του... «Προβληματίζομαι, το τελευταίο καιρό, πάνω στο τρίπτυχο «Προθανάτια, Επιθανάτια, Μεταθανάτια». Όλος αυτός ο προβληματισμός, μου έδωσε θέμα για ζωγραφική. Φιλοτέχνησα έργα με θέμα «Ο Θάνατος είναι άσχημος», «Oι αρχέγονοι θεοί του Θανάτου», ή «Τα αρχαία θεϊκά ζευγάρια» κλπ... Αυτά τα έργα μου, είναι ζωγραφισμένα επάνω σε ταπεινές - φτωχές - χαρτόκουτες συσκευασίας με ακριλικά χρώματα και λαδοπαστέλ. Τη βασική φόρμα - στάση - των έργων την έδωσε το όρθιο ανάπτυγμα της χαρτόκουτας, πάνω στην οποία και είναι ζωγραφισμένες οι Αρχέγονες φιγούρες μου...».



Ο Γιώργος Μικάλεφ (ο «νεότερος») ζωγραφίζει επάνω σε χαρτί... «Ευοίωνα και δυσοίωνα στιγμιότυπα καθημερινότητας», όπως λέει ο ίδιος και συμπληρώνει... «Ως καλλιτέχνης μπορεί να διακατέχομαι από την εμμονή ενός επικείμενου πιθανού «ψυχικού ακρωτηριασμού» της γενιάς μου... αλλά δεν παύω να βλέπω και τη χαρά της απλής ζωής, του έρωτα, της προσφοράς, της φιλίας και της δημιουργικότητας. Στα έργα μου ζωγραφίζω «ευοίωνα στιγμιότυπα» να συνυπάρχουν μαζί με τα «δυσοίωνα». Κατά κάποιο τρόπο - τα «ευοίωνα» ξορκίζουν τα «δυσοίωνα»! ...και όλα αυτά γιατί πιστεύω πως, τελικά «ανάμεσα στο καλό και στο κακό, θα βρεθεί η ισορροπία, μία ισορροπία σαν αυτή που επικρατεί ανάμεσα στους «Αμνούς» και τους «Γνώμους» που αγαπώ να ζωγραφίζω κατά καιρούς!»



Τα έργα παρουσιάζονται ως ενότητα, στην Iδιωτική «Kερκυραϊκή Πινακοθήκη» του Mιχαήλ Aγγέλου Βραδή. (Ιωάννου Θεοτόκη 77 / Κέρκυρα) από τις 3/9/12 - έως τις 19/11/12.



...........................
Eυχαριστούμε εκ των πρότερων τόσο για την παρουσία σας στα Eγκαίνια της Έκθεσης... 
όσο και για την προβολή αυτής της καλλιτεχνικής εργασίας. 



Οι καλλιτέχνες
P.S.Mavro/Stavriotis - Γιώργος Α. Μικάλεφ 


http://kolobooks.wordpress.com/2012/08/21/art66/

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Είμαστε όλοι ψώνια




Ψώνια με την τέχνη μας
ψώνια με το σώμα μας
ψώνια με τα απόκρυφά μας
ψώνια γενικώς
ψώνια ειδικώς
Εκθέτουμε την τέχνη μας
εκθέτουμε την ψυχή μας
ζητάμε αποδοχή
αναγνώριση
επιβεβαίωση
ζητάμε τον κόσμο όλο
Δεν το παραδεχόμαστε ποτέ
Χλευάζουμε και κατακρίνουμε τους άλλους
τους ρηχούς
Εμείς έχουμε βάθος
εμείς είμαστε έξω από το σύστημα
εμείς είμαστε καταραμένοι
Ξεφεύγουμε από τη μοναξιά με αλκοόλ
ναρκωτικά, έρωτα
και τέχνη φυσικά
Εκδιδόμαστε
Εκδιδόμαστε φανερά
Διαφορά καμία από τους πόρνους δεν έχουμε
ή μήπως έχουμε;
Αυτοί νικούν τη λήθη
ή κυνικά αδιαφορούν
ενώ εμείς
είμαστε απλά
ματαιόδοξα ψώνια
του κερατά


Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Συνάντηση νέων λογοτεχνών




Ήταν μια από κείνες τις μέρες που πέθαινα από ανία, προσπαθώντας, χωρίς να κάνω τίποτα, να σκοτώσω τον κενό χρόνο. Ο υπολογιστής αποβλάκωνε τον εγκέφαλο καθώς έλεγχα ξανά και ξανά το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, περιμένοντας να συμβεί το τέλος του κόσμου, ή κάτι τέλος πάντων που να αξίζει. Μάταια όμως, δε συνέβενε τίποτα. Είπα να αναβάλω τα σχέδια της αυτοκτονίας μου και να πιω ακόμη μια φθηνή μπύρα, βάζοντας παράλληλα να παίζει ένας δίσκος του Tom Waits στο στερεοφωνικό και να πλάσω όνειρα και σκέψεις στον τοίχο απέναντί μου. Κάτι σαν προσωπική προβολή σε φανταστικό κινηματογράφο, το κάνω συχνά. Έλα μου όμως που εκείνη τη μέρα ο τοίχος δεν είχε τίποτα να δείξει και η ανία κατανικούσε τα πάντα. Έτσι, βαριεστημένα, έριχνα κλεφτές ματιές στο διαδίκτυο και στο e-mail, μπας και κάτι μου τραβήξει την προσοχή και καταφέρω με κάποιο τρόπο να σκοτώσω τον ήδη νεκρό χρόνο.

Αυτό συνεχιζόταν για κάμποσο και θα συνεχιζόταν για όλη τη βραδιά αν δεν είχε έρθει εκείνο το μήνυμα που με ειδοποιούσε πως υπάρχει συνάντηση νέων λογοτεχνών σε μισή ώρα από τώρα κάπου στα Εξάρχεια και πως θα έχουν διαθέσιμα βιβλία σε φθηνές τιμές, συν γνωριμία μεταξύ μας και κάτι άλλα ξενέρωτα.

Πριν λίγο καιρό με είχε προσεγγίσει κάποιος λογοτέχνης λέγοντάς μου για τη δημιουργία αυτής της ομάδας και πως θα ενημερωνόμασταν μέσω e-mail για σχετικές δραστηριότητες. Είπα, γιατί όχι; και συμπεριέλαβε κι εμένα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά, γιατί όχι;  

Τέλος πάντων, δεν είχα διάθεση, αλλά ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την απραξία που με είχε καταβάλει. Ας κοινωνικοποιηθώ λίγο, είπα. Σίγουρα δεν έχω τίποτα να χάσω. Πήρα τηλέφωνο κάποιον φίλο μπας και μπορούσε να πάμε μαζί. Μου είπε πως δεν γίνεται γιατί έχει κανονίσει συνάντηση με γκόμενα. Σεβαστό. Το γαμήσι πάνω απ’ όλα. Με παρότρυνε μάλιστα να πάω μόνος μου. Έκατσα, τα ζύγιασα, σκέφτηκα πως θα χρειαστεί να αφήσω τον κόσμο μου για λίγο, δίστασα, αλλά η διάθεση που είχα να σκοτώσω την ανία, υπερνίκησε τη διάθεση για απομόνωση κι έτσι το αποφάσισα.

Έπρεπε όμως να πάρω λίγα βιβλία μαζί μου. Πού να τα έβαζα; Σκέφτηκα τη θήκη του λάπτοπ. Πήρα λοιπόν καμιά δεκαριά, τα έχωσα μέσα και ξεκίνησα να πάω Αθήνα με συγκοινωνία. Ήταν ταλαιπωρία βέβαια, αλλά είπα να την υποστώ. Άλλωστε δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω. Ούτε κάτι χειρότερο, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. 

Φθάνοντας λοιπόν εκεί μετά από καμιά ώρα – σε κάποιο μπαρ που δεν το είχα και πολύ σε υπόληψη – αντικρίζω ένα θέαμα που δε μου πολυάρεσε. Κόσμος πολύς μαζεμένος να στέκεται, να πίνει χρωματιστά ποτά και να χορεύει κάτι άθλιες εύθυμες μουσικές. Εδώ είναι, λέω, δεν μπορεί, δεν έχω κάνει λάθος. Θα μπω και θα ρωτήσω. Φοράω το υπεροπτικό μου ύφος, το μπουφάν μου που με ζέσταινε πολύ και δεν είχα πού να το αφήσω, τη τσάντα του λάπτοπ που με βάραινε και δεν είχα πού να πετάξω, και μπουκάρω. Βλέπω μια σερβιτόρα με έναν δίσκο στο χέρι να μοιράζει σφηνάκια. Έρχεται και σε μένα και μου προσφέρει. Το πίνω. Ήταν κάτι με 100% χυμό, γλυκό, χωρίς ίχνος αλκοόλ. Αηδιάζω. Κόσμος παντού χορεύει, μιλάει, μοιάζουν όλοι γνωστοί μεταξύ τους, νιώθω ο μόνος ξεκάρφωτος. Μετά από λίγο μου φέρνει κι άλλο. Άστο, λέω, θα πάρω τίποτα άλλο. Κοιτάω τριγύρω. Πού είναι οι λογοτέχνες; τη ρωτάω. Έχεις μπροστά σου μια λογοτέχνη! Γοητευμένος, αποκρίνομαι.  Σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση από κάθε άλλο, σκέφτομαι.
Στέκεται κάποιος δίπλα μου.
-          Είσαι λογοτέχνης; τον ρωτάω.
-          Όχι, μου απαντάει.
-          Καλύτερα, του λέω.
-          Γιατί; με ξαναρωτάει.
-          Γιατί είναι η χειρότερη φάρα, του λέω.
-          Όχι, μου λέει, υπάρχουν και χειρότεροι.
-          Οι ηθοποιοί; 
-          Ναι.
-          Δεν είσαι ηθοποιός, έτσι;
-          Όχι.
-          Ευτυχώς…
Πάω στο μπαρ να πάρω μπύρα, αλλά βλέπεις ο μπάρμαν ήταν πολύ απασχολημένος για να μου δώσει σημασία. Βαριέμαι την αναμονή κι έτσι τα παρατάω. 

Εν τω μεταξύ, ακριβώς έξω από το μαγαζί, στα καλά καθούμενα, σκάνε 5-6 διμοιρίες ματατζήδες. Ακόμα και πάνω από τα κεφάλια κάποιων που κάθονταν έξω να απολαύσουν τη μπύρα τους. Φυσικά, φεύγει ο κόσμος και κάποιοι – από τους θαμώνες και ευτυχώς, όχι από τους μπάτσους –  έρχονται μέσα. Το μαγαζί γεμίζει ασφυκτικά.  Μα τι να θέλουν τώρα γαμώ τη χούντα μου γαμώ! αναρωτιέμαι. Από συζητήσεις που κρυφακούω, καταλαβαίνω πως ήρθαν να καταστείλουν την κατάληψη που έχει απέναντι. Αν είναι δυνατόν! 6 διμοιρίες για μια κατάληψη, έτσι απροκάλυπτα; Α, ξέχασα, χούντα… ναι.

Είμαι μέσα, δεν έχω πιει γουλιά κι έχω μείνει σαν χάνος και κοιτάω έξω από τη τζαμαρία τη στρατιά. Με εντοπίζει κάποιος μπάτσος  και μου κάνει νόημα να πάω έξω να με κανονίσει. Θα ενοχλήθηκε φαίνεται που τον κοίταζα. Όχι ρε πούστη τώρα, αυτό μας έλειπε. Κάνω τον αδιάφορο κι εύχομαι να μην μπουν μέσα ή μη πετάξουν τίποτα χημικά και πεθάνουμε σαν τα ποντίκια.

Εκείνη την ώρα παρατηρώ πως πιο μέσα υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο. Σωτήριο. Προχωράω λοιπόν στο βάθος – να ξεφορτωθώ και τα ανεπιθύμητα βλέμματα και να αποφύγω, εί δυνατόν, ανεπιθύμητες καταστάσεις – και ρωτώ ξανά για τους λογοτέχνες και πώς λειτουργεί η όλη κατάσταση. Ήταν μια κοπέλα που έδειχνε πως δουλεύει εκεί.
-       Να, μου λέει, κάθονται στο μπαρ (ποιοι; αυτοί που χορεύουν;) και μιλάνε μεταξύ τους.
-          Καλά, λέω, μπορώ να αφήσω κι εγώ κάνα βιβλίο εδώ, να το έχετε;
-          Ευχαρίστως. Έχετε δελτίο αποστολής, ή κόβεται μόνος σας τιμολόγιο;
-         Τίποτα από τα δύο. Απλά έχω φέρει μαζί μου μερικά αντίτυπα.
-       Δεν μπορούμε να τα δεχτούμε έτσι. Αν θέλετε μου λέτε τίτλο και εκδοτικό να τα παραγγείλουμε.
Της λέω τίτλους και εκδοτικούς, χωρίς καμία αυταπάτη - ήθελα απλά να χρονοτριβήσω λίγο μέχρι να φύγουν οι μπάτσοι -  και επιστρέφω στο μπαρ. Καταλαβαίνω πως η φάση είναι στημένη εδώ και καιρό και πως ήμουν ο τελευταίος που είχε ενημέρωση για το τι θα γινόταν. Κανένα πρόβλημα. Τουλάχιστον να πιω καμιά μπύρα. 

Την ώρα που πλησίαζα το μπαρ, για καλή μας τύχη, οι διμοιρίες αποχωρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις των στενών των Εξαρχείων. Ή αποχωρούσαν, ή πήγαιναν για ξύλο και πόλεμο χημικών. Τουλάχιστον, έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο κι έτσι ένιωσα μια μικρή πρόσκαιρη, ανακούφιση.

Στριμώχνομαι μεταξύ άλλων για να παραγγείλω, αλλά ο μπάρμαν, άφαντος. Κάποια στιγμή εμφανίζεται και του ζητάω μια βαρελίσια erdinger, μεγάλο ποτήρι. Μου λέει πως έχουν ένα μέγεθος, και τελικά βλέπω πως είναι μικρό 330ml. Ας είναι. Γεμίζει το ποτήρι και το ακουμπάει μπροστά μου. Είχα πεθάνει στη δίψα και δεν άντεξα. Έπιασα το ποτήρι και το κατέβασα με μιας.
-  Πόσο; Ρωτάω
-  5,50, μου λέει.
-  Πόσο; Ξαναρωτάω σαν να μην άκουσα καλά
-  5,50, μου λέει ξανά.
- Καλά, βάλε ένα ακόμα. Το βάζει, το ακουμπάει μπροστά μου και μου ζητάει 11 ευρώ. Εντάξει, του λέω, πάρε αυτά, δεν έχω άλλα. Του αφήνω 3 ευρώ. Δυσανασχετεί. Με κοιτάει με απέχθεια. Μου λέει πως πρέπει να πληρώσω. Του λέω πως δεν παίζει μία και πως, αν θέλει, μπορεί να τα ζητήσει από τον εκδότη μου. Απομακρύνεται χωρίς να πει κουβέντα.

Είχα ένα ποτήρι γεμάτο μπύρα. Σκέφτομαι να παραμείνω λίγο ακόμα, μέχρι να το τελειώσω. Μετά, βλέπουμε. Στρίβω ένα τσιγάρο με όσα τρίματα μου είχαν απομείνει. Ανάβοντάς το, πέφτει λίγη στάχτη σε ένα μπουφάν που ήταν αφημένο σε ένα σκαμπό μπροστά μου. Την προλαβαίνω αμέσως και τη διώχνω με το χέρι μου. Εντάξει, το προλάβαμε, λέω στο διπλανό μου ο οποίος ξινίζει τα μούτρα του και μου λέει με ειρωνικό ύφος: 
-     Ανέβα και πάνω αν γουστάρεις.
-     Θες να ανέβω πάνω; Άστο καλύτερα, είναι ψηλό το σκαμπό.
-     Πήγαινε παραπέρα. Τι θες να σε πάρω αγκαλιά;
-    Ναι μωρό μου, έλα να δείξουμε στη γκόμενά σου τι ψευτόμαγκας είσαι. Γουστάρεις;
Γυρνάει στη γκόμενά του όπου του λέει να σταματήσει. Υπακούει. Θέλει να κάνει τον τσαμπουκά αλλά φοβάται. Δεν θέλω να το συνεχίσω, δεν υπάρχει λόγος κι έτσι απομακρύνομαι. Άλλωστε ο σκοπός της επίσκεψής μου ήταν άλλος. Ποιος; Δε θυμάμαι, αλλά όχι αυτός. Βγαίνω έξω να ανασάνω καθαρό αέρα. Κάθομαι σε ένα από τα τραπεζάκια να πιω με την ησυχία μου τη μπύρα.  Πολύ χολέρα εκεί μέσα…

Κάτι πρεζάκια νταγκλάρουν στα παγκάκια της πλατείας. Όσα είναι όρθια ακόμα, κάνουν τράκα για ευρώ. Τους λέω πως δεν έχω ευρώ, αλλά 10 ολόκληρες δραχμές. Λέω ψέματα. Το καταλαβαίνουν. Φεύγουν. Παρατηρώ από μακριά τι γίνεται στο μπαρ. Έχει περισσότερο ενδιαφέρον η πλατεία. Λίγο ακόμη, θα περιμένω λίγο ακόμη.

Κάποια στιγμή, κλείνει η μουσική και μια γκόμενα μιλάει στο μικρόφωνο και παρουσιάζει κάποιους από το σινάφι. “Οι τάδε και οι άλλοι λογοτέχνες σήμερα είναι μαζί μας και όποιος θέλει, μπορεί να τους προσεγγίσει…”
Κι έπειτα η αποθέωση. Παίρνει το μικρόφωνο κάποιος με αδελφίστικη φωνή και λέει: 
ΣΉΜΕΡΑ ΕΊΣΤΕ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΊ, ΓΙΑΤΊ ΈΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΈΚΠΛΗΞΗ! 
ΌΠΟΙΟΣ ΒΡΕΙ ΤΑ ΚΙΛΆ ΜΟΥ ΣΕ ΔΕΚΑΔΙΚΌ ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΑ ΨΙΘΥΡΊΣΕΙ ΣΤΟ ΑΥΤΊ, ΘΑ ΚΕΡΔΊΣΕΙ ΈΝΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΔΏΡΟ! 
ΈΝΑ ΑΝΤΊΤΥΠΟ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΜΟΥ!!!

            Αηδίασα. Ήπια όση μπύρα μου είχε απομείνει, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα εκεί, ανάμεσά τους. Η τέχνη απαιτεί απόλυτη μοναξιά. Τι δουλειά είχα εγώ μέσα σε ένα συνωστισμένο μπαρ τέτοιου είδους; Προτιμώ να βρίσκομαι αντιμέτωπος με τους δαίμονές μου, παρά με τους ανθρώπους. Τους πρώτους, έχω μάθει να τους αντιμετωπίζω. 



*Πίνακας  του Edward Hopper , Nighthawks

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Ίσως να είναι τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός σαν ξημερώσει η μέρα




Κάθε βράδυ σαν μείνω μόνος
βάζω να ακούσω μουσική
ανοίγω μια μπύρα
και κάθομαι να κοιτάω επίμονα τον τοίχο απέναντι.
Για να έχει περισσότερο ενδιαφέρον
τον έχω γεμίσει με πίνακες.
Αφού πιω 3-4 μπύρες, βάζω μπρος τη ρακή.
Στρίβω τσιγάρα πολλά
και τα καπνίζω το ένα μετά το άλλο.
Κάποιες φορές λέω να ζωγραφίσω
άλλες να γράψω
τις περισσότερες φορές όμως
δεν κάνω τίποτα.
Τα χρώματα
η μουσική
με ταξιδεύουν αλλού
και η ώρα περνάει.
Πριν το καταλάβω, έχει κιόλας φέξει.
Βγαίνω στο μπαλκόνι, χαιρετάω τη μέρα
στρίβω ακόμα ένα τσιγάρο
και περιμένω να περάσει η σκουπιδιάρα.
Αυτοί θα έχουν μόλις ξυπνήσει.
Ακούω το θόρυβο της μηχανής
και παρακολουθώ τους κάδους να αδειάζουν
στο μεγάλο στόμα.
Η ματαιότητα σαν πέπλο έχει καλύψει τις ζωές μας.
Ποτίζω τις γλάστρες
και παρατηρώ πώς ξυπνάνε τα άνθη.
Αναλογίζομαι τη διαφορά μας
κι έπειτα αποφασίζω να ξεκουραστώ.
Κλείνω τα πατζούρια και αφήνω τη μέρα έξω
Τα λέμε σε λίγες ώρες ξανά

Καλημέρα

                       Καληνύχτα

             Ξημέρωσε …




*Πίνακας του Clunde Monet, impresion of sunrise

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Άκου ελληνάκο

*


            Αχρείε, βολεψάκια, άξεστε, μικροαστέ, ξεδιάντροπε, μασκαρά, κακομοίρη, ανεγκέφαλε, ανιστόρητε, γελοίε, υποκείμενο, ελληναρά της φραπεδιάς και του ωχαδερφισμού που αποχαυνώνεσαι στην τηλεόραση σαν πρόβατο και λειτουργείς σαν κουρδισμένο ρομποτάκι ανίκανο να αντιδράσει ό,τι κι αν του κάνουν. Άκου ελληνάκο  που τολμάς και υπονομεύεις το μέλλον μου πιστεύοντας σε κάθε προβοκάτσια, κατευθυνόμενε από τα ΜΜΕ και τις δηλώσεις των επιτήδειων πολιτικάντηδων και μεγαλοδημοσιογράφων, αυτών που σε έφτασαν σε σημείο να μην έχεις παιδεία, ασφάλιση για την υγεία,  λεφτά να πληρώσεις το ρεύμα, που θα βρεθείς στο δρόμο χωρίς τίποτα και παρόλα αυτά, να τους πιστεύεις και να πηγαίνεις να τους ψηφίσεις τυφλά, φοβούμενος να αντιδράσεις και να πάρεις τη ζωή και το μέλλον στα χέρια σου, που έχεις μάθει μια ζωή να είσαι δουλοπρεπής και να προσκυνάς αφέντες, αγάδες, αφεντικά, που δεν ξέρεις τι θα πει ελευθερία, που δεν ξέρεις τι θα πει αποφασίζω εγώ για μένα και δε χρειάζομαι κανέναν να με εξουσιάζει, να υπονομεύει και να καταστρέφει τη ζωή μου.
Άθλιε φιλήσυχε πολίτη που δέχεσαι και ανέχεσαι κάθε φασισμό φοβούμενος να αντιδράσεις, φοβούμενος να σκεφτείς διαφορετικά, αγνοώντας παντελώς τη σημασία της λέξης “επανάσταση”, είσαι υπεύθυνος για όλο αυτό το πανηγύρι της εξαθλίωσης της ζωής μας,  του ανύπαρκτου μέλλοντός μας. Ό,τι κι αν σου έκαναν, το ανέχτηκες παθητικά και έσκυβες πάντα το  κεφάλι. Κακομοίρη ανθρωπάκο, που όταν σου δόθηκε η ευκαιρία να αλλάξεις λίγο τα πράγματα, εσύ προτίμησες το χειρότερο εξουσιαστή να σου πάρει ό,τι σου  είχε απομείνει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι εντάξει, εσύ είσαι ζώον, ανεπίδεκτος μαθήσεως, ο υπόλοιπος όμως κόσμος που παίρνεις στο λαιμό σου, τι σου φταίει; Τι σου φταίμε όλοι εμείς που αγωνιζόμαστε καθημερινά να μην πέσουμε στον απόπατο, τι σου φταίν' τα νέα παιδιά που τα αφήνεις χωρίς καμία ελπίδα; Φοβήθηκες μη χάσεις το σπίτι σου, τώρα που θα σου το πάρει η τράπεζα, τι θα πεις; Τώρα που θα μείνεις στο δρόμο και θα τρέφεσαι με συσσίτιο, τι θα πεις;  Τώρα που οι φασίστες θα μπούνε στα σπίτια μας και θα τα λεηλατούν, τώρα που θα τραμπουκίζουν κάθε τι διαφορετικό, το γιο σου που είναι μαλλιάς, άρα και αναρχικός, την κόρη σου που είναι αριστερή, το φίλο μου που είναι μετανάστης και ήρθε εδώ ελπίζοντας για ένα καλύτερο αύριο, εμένα, εσένα το φιλήσυχο πολίτη, τι θα κάνεις; Αλλά τι ρωτάω, ξέρω τι θα κάνεις. Θα τους ανεχτείς, θα ανεχτείς τα πάντα κι όταν, αν έρθει ποτέ ξανά η ευκαιρία να διαλέξεις, πάλι τους ίδιους θα διαλέξεις γιατί, σε απλά ελληνικά, είσαι μαλάκας! Αλλά να ξέρεις, τη μαλακία μπορεί πολλοί να την αγάπησαν, το μαλάκα όμως, κανείς.

            Ντρέπομαι πραγματικά που ανήκω σε αυτή την άθλια φυλή, ντρέπομαι που νομίζετε πως είσαστε απόγονοι των αρχαίων ελλήνων και άλλες μαλακίες, ντρέπομαι που ο διπλανός μου δεν έχει καταλάβει τίποτα, κι ενώ του παίρνουν το σπίτι, αυτός θέλει να δείχνει οικονομικά άνετος γυαλίζοντας μια αχρησιμοποίητη mercedes στην αυλή του, ντρέπομαι για τα όνειρα των μικροαστών, ντρέπομαι γι’ αυτούς που κάθονται όλη μέρα σε μια high-class-άτη καφετέρια πίνοντας φραπεδιές ή φρεντοτσίνο και αδιαφορούν παντελώς για το αν ο πατέρας τους έχει να τους δώσει χαρτζιλίκι, ντρέπομαι που ενώ οι παππούδες μας πολέμησαν τους γερμανούς φασίστες στα βουνά, να έρχονται τώρα οι ανεγκέφαλοι και ανιστόρητοι και να νομιμοποιούν ένα ακραίο νεοναζιστικό κόμμα, ντρέπομαι που όλοι αυτοί θεωρούν τους εαυτούς τους έλληνες κι έχουν την αυταπάτη πως έπραξαν το σωστό. Αν είναι λοιπόν αυτός ο ελληνικός λαός, να με συμπαθάτε, αλλά δεν ανήκω σε αυτόν. Εμένα πατρίδα μου είναι ολόκληρη η γη και φυλή μου, το ανθρώπινο είδος. Αυτό που τείνει να εκλείψει τελευταία…




*O πίνακας είναι του Tom Wrenn - faces of agony 

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Οι στοχασμοί ενός περιπατητή


*


Πατάω στο έδαφος
Βρίσκομαι στον πλανήτη γη
Περπατάω πάνω στον πλανήτη γη
Αντιλαμβάνομαι την απεραντοσύνη του
Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή οντότητα είμαι
Ξέρω πως υπάρχουν ακόμα πιο μικρές οντότητες
απειροελάχιστες
Ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πολύ μεγαλύτερες
Κινούμαι πάνω στον πλανήτη ενώ
κινείται κι αυτός
Γυρίζει, ασταμάτητα γυρίζει
Όσο απέραντος κι αν μου φαίνεται
ξέρω πως είναι ένας από τους μικρότερους
Ξέρω πως το σύμπαν είναι άπειρο
Δεν είμαι σίγουρος
Το σίγουρο είναι πως έχει πολύ κίνηση εδώ
πολύ ζωή
Κατά συνέπεια, και πολύ θάνατο
Τα πάντα είναι θνητά, εύθραυστα
Δεν ξέρω
Βλέπω τη θάλασσα, τον ορίζοντα
τον ουρανό και τα βουνά θολά στο βάθος
σα να είναι διάφανα, κομμάτι του ουρανού
Το ξέρω πως δεν είναι
Άνθρωποι τρέχουν για τις δουλειές τους
πηγαίνουν διακοπές, μαλώνουν
δημιουργούν πολέμους
συμφιλιώνονται, συνουσιάζονται
βιάζονται
δημιουργούν καινούριες ζωές
δημιουργούν τέχνη
καταστρέφουν τις ζωές τους
καταστρέφουν τις ζωές των άλλων
καταστρέφουν τον πλανήτη
Αντιλαμβάνομαι τη ματαιότητα των πάντων
Αντιλαμβάνομαι…

Αλήθεια,
                    πού πήγαινα; 





*Η φωτογραφία με το γλυπτό είναι
"Ο περιπατητής" του Ελβετού καλλιτέχνη Alberto Giacometti. 
Έργο της περιόδου 1961-1962.