Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

3 ποιήματα για τον μικρό Αλέξη...


6/12/08, Εξάρχεια

Στον μικρό Αλέξη

Πάντα έτσι κάνανε…
Πυροβολούσαν συνειδήσεις
ευαίσθητες ψυχές
ρομαντικούς ανθρώπους
κι έπειτα την ίδια την ελευθερία.
Δεν ήθελε πολύ, όλοι το περίμεναν από καιρό…
Ώσπου η σφαίρα της “εξουσίας” χτυπάει στο ψαχνό.
16 χρονών παιδί, ΝΕΚΡΟ!
Αυτό ήταν
Ξεπέρασαν κάθε όριο.
ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΧΤΟΎΜΕ ΑΛΛΟ!
Βία γεννάει η βία
Ας πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας
Η πόλη είναι η ελευθερία μας
Δεν είμαστε αιχμάλωτοι
Κι έτσι όπως την κατάντησαν, καλύτερα καμένη!
Δεν θα αφήσουμε τίποτα όρθιο!
Δεν θα αφήσουμε τις ζωές μας στα χέρια τους!
Πίσω από την όμορφη φωτιά της πόλης που καίγεται,
μια ακτίνα ελευθερίας ανατέλλει.
Κι όλες οι πόλεις μαζί, φωνάζουν:
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΦΕΤΟΣ ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ
ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ!
Κι αν είμαστε όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε!
Θα δεις…

Η επανάσταση
                             χαμογελάει στη γωνία…

Αυτό ήταν μόνο η αρχή!


Σάββατο 16/12/08










29/12/08
Σήμερα πέρασα από τα Εξάρχεια.
Από το σημείο που δολοφόνησαν τον Αλέξη.
Είχα ξαναβρεθεί εκεί αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά…
Ήταν η Γιαγιά του… έκλαιγε.
Σπάραζε: ο εγγονός μου είναι! Τι έκανε το παλικάρι μου… γιατί;…
ΓΙΑΤΙ;
Έπαιρνε τη φωτογραφία του, την αγκάλιαζε, τη φίλαγε… κι έκλαιγε ξανά.
ΓΙΑΤΊ;
Ένα ρίγος με διαπέρασε. Δεν μπορούσα να πω κουβέντα.
Θλίψη, θλίψη  αλλά και οργή…
ΓΙΑΤΙ;
15 χρονών παιδί… γιατί;
Ποιος να της απαντήσει;
Δεν είχα συναντήσει κάποιον δικό του πιο πριν… ήταν συγκλονιστικό.
Εχθές ο Καλτεζάς, σήμερα ο Αλέξης, αύριο, ποιος;
Εγώ;
Εσύ;
Ποιος;
Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Με πλάκωσε βαριά η ατμόσφαιρα… κατάπια τη γλώσσα μου.
Και τι να έλεγα μπροστά στη γιαγιάκα;
Δεν θα το αφήσουμε έτσι;
Ό,τι και να κάνουμε, δεν γυρνάει πίσω.
Έκανα  το τσιγάρο μου και αποχώρησα σιωπηλά.
Η οργή μου μεγάλωσε!
Εγώ ο ίδιος,
προσωπικά
θα βάλω φωτιά σε κάθε γουρούνι μπάτσο, σε κάθε βουλή!
Τι θα μου κάνουν;
Θα σκοτώσουν κι εμένα;
Στα αρχίδια μου!
Τώρα είμαστε πολλοί! Πιο πολλοί από ποτέ!
Να μην τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί!
Κι όσο μεγαλώνει ο πόνος, μεγαλώνει το μίσος!
Τώρα μας φοβούνται! Γι’ αυτό μεγαλώνουν την καταστολή.
Τώρα μπορούμε να νικήσουμε! δεν πρέπει να σταματήσουμε τώρα!
Τώρα θα τα καταφέρουμε γιατί είμαστε όλοι μαζί!
Ακόμα κι αν χρειαστεί να κάψουμε όλη τη πόλη
και να τη φτιάξουμε από την αρχή!
Θα το κάνουμε!

Σφαίρα με τη σφαίρα, το μίσος μεγαλώνει…




Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της!
Την πόλη αυτή
που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της “εξουσίας”
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της!
Φωτιά
            και βροχή
                              και ποίηση
                                                 και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!

Αθήνα 5/12/09, παραμονή


Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη



(Υπήρχε στο παλιό μπλογκ και σκέφτηκα να το δημοσιεύσω ξανά...)

Φίλε Κώστα,

Σε ονομάζω φίλο, όχι γιατί έτυχε να γνωριστούμε – άλλωστε ζήσαμε σε διαφορετικές εποχές – αλλά, πώς μπορείς να ονομάσεις κάποιον που έχεις μεγαλώσει μαζί του από δεκατεσσάρων και συνεχίζεις να τον αγαπάς και να τον συμβουλεύεσαι; Έστω, με αυτή την άτυπη φιλία που ενώνει έναν νέο αναγνώστη με έναν παλιό ποιητή. Όμως εγώ, δεν ήμουν άλλος ένας μελετητής του έργου σου, αλλά ένας άνθρωπος που έζησε την περιπέτεια κάθε ποιήματός σου, τις λέξεις, τις έννοιες, τους πόθους και τα πάθη, στο πετσί και στην ψυχή του. Καθρεπτιζόμουν πάνω σε κάθε σου ποίημα κι έβλεπα τον εαυτό μου μέσα. Σε γνώρισα νωρίς και μέρα με τη μέρα σε γνωρίζω ακόμα περισσότερο. Σαν να με ακολουθεί η σκιά σου σε κάθε βήμα, σαν να βρίσκεσαι πλάι μου για να με καθοδηγείς και να με προστατεύεις.

Ίσως να είναι και το άλλο. Άθελά μου, μαθήτεψα μαζί σου και άρχισα να σκαρώνω αδέξια κι ανορθόγραφα στιχάκια επηρεασμένος από τον οίστρο που μου προκαλούσες, θέλοντας να εκφράσω τις δικές μου ανησυχίες, το δικό μου «εγώ». Ίσως και κάτι πέρα απ’ αυτά, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει πως σε αισθάνομαι φίλο και δεν μπορώ να βρω άλλον χαρακτηρισμό πέρα απ’ αυτόν. Ας μου επιτραπεί λοιπόν η έκφραση: φίλε Κώστα Καρυωτάκη.


Ήταν τότε που μου ζητήθηκε να γράψω για έναν φόβο μου κι ένα όνειρο στα πλαίσια μιας εργασία. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ κι έτσι στην αρχή δυσκολεύτηκα να απαντήσω. Μπαίνοντας όμως στη διαδικασία αυτή, έγραψα απερίσκεπτα: δεν έχω φόβους… μόνο μη τυχόν και κάποια μέρα χάσω τα βιβλία με τα ποιήματα ή τη μουσική μου, ή μη πάθει κάτι κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο, ή μη χάσω τα λογικά μου. Αυτό! Μη χάσω τα λογικά μου. Ας μείνουμε σε αυτό. Δεν θα το άντεχα. Κι αν ήξερα πως θα συμβεί, ίσως τότε για να το αποτρέψω, να έδινα ένα τέλος στο ταξίδι της ζωής.


Γνωρίζω τη μελαγχολία σου (αλλά ποιος ποιητής δεν είναι μελαγχολικός;), γνωρίζω το βίο σου – όσο μπορώ να γνωρίζω από τα βιβλία στα οποία έχει καταγραφεί – γνωρίζω και την περιπέτεια της υγείας σου. Αλλά αυτό που δεν γνώριζα ως τώρα, είναι τα τρία στάδια της ωχρά σπειροχαίτης. Δεν θα μείνω στα δυο πρώτα, άλλωστε όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να βρει πληροφορίες και να τα μελετήσει. Το τρίτο στάδιο όμως… «Το τρίτο και τελευταίο στάδιο της σύφιλης αναπτύσσεται δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα και είναι φοβερό και αδυσώπητο. Ο άρρωστος μπορεί να πάθει σοβαρές καρδιοπάθειες, να τρελαθεί, να τυφλωθεί, και να υποστεί βλάβες σε όλα τα όργανα του σώματός του». Ξέρω πως είδες τον φίλο σου και ποιητή Ρώμο Φιλύρα να χάνει τα λογικά του, όντας στο τρίτο στάδιο της σύφιλης, έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο και να σβήνει αργά. Κι όπως είχες πει: «Άσε τα γύναια και το μαστροπό λαό σου Ρώμε Φιλύρα, σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό, κράτησε σκήπτρο και λύρα». Το ήξερες… «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση επιμονή, που ανοίξαμε για να μπει σαν κυρία η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. Τώρα η ζωή μας γίνεται, ξένη, παλιά ιστορία».


Τα πραγματικά αίτια του θανάτου σου, δεν τα γνωρίζει άλλος καλύτερα από σένα. Εμείς, μόνο αυθαίρετα συμπεράσματα βγάζουμε. Ας μου επιτραπεί λοιπόν, να βγάλω κι εγώ το δικό μου συμπέρασμα, γνωρίζοντάς σε ως φίλο και διδάσκαλο, γνωρίζοντάς σε ως φύση, ως ποιητή. Μπορεί να έπαιξαν πολλά ρόλο, αλλά είμαι σίγουρος πως αν δεν ήταν αυτό το τρίτο στάδιο της ωχράς σπειροχαίτης, ίσως να μην αποφάσιζες ένα τέτοιο τέλος για το κλείσιμο της αυλαίας. Ξέρω πως δεν θα επέτρεπες ποτέ στον εαυτό σου να έρθει σε τέτοια κατάσταση εξαθλίωσης. Ως κύριος του εαυτού σου, προτίμησες να φύγεις αξιοπρεπώς κι έχοντας ακόμα σώας τας φρένας. Ό,τι λοιπόν λένε οι άλλοι, τους συγχωρώ γιατί δεν γνωρίζουν. Και είμαι σίγουρος, είμαι σίγουρος γιατί κι εγώ, αυτό θα έκανα.


Θα ήθελα να κλείσω όμως, κάπως διαφορετικά. Ίσως να μπορείς να το βλέπεις, ίσως όχι. Οφείλω να σου το πω. Αυτό που έχεις καταφέρει με την ποίησή σου ως σήμερα, δεν το έχει καταφέρει άλλος. Έχεις επηρεάσει γενεές και γενεές και κατάφερες να γίνεις ο πιο πολυδιαβασμένος ποιητής κι εκφραστής των νέων κάθε εποχής, καθώς όλοι μας νιώθουμε μια ταύτιση μαζί σου. Άλλωστε όταν έφυγες, έφυγες κι εσύ ως ένας άγνωστος ποιητής των αιώνων. Αγαπήθηκες πολύ από τις μελλούμενες γενεές και αυτό θα ήθελα να το γνωρίζεις.

Έτσι λοιπόν, αν υπάρχει το καύκαλό σου ακόμα, ας βγει μια βόλτα και ας περάσει από τα σκοτεινά δωμάτια των ποιητών και των αναγνωστών που σε υμνούν, δίνοντάς τους οίστρο και έμπνευση να εκφραστούν, κι έτσι να νιώσεις τη δικαίωση που σου ανήκει.

Φίλε μου, Κώστα Καρυωτάκη, δεν έφυγες ποτέ.
Και σήμερα εν έτει 2009, είσαι πιο επίκαιρος από ποτέ.
Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου λοιπόν.
Σε χαιρετώ και σε ευχαριστώ για όλα.
Ένας φίλος που δεν γνώρισες ποτέ.



                                                              Χρήστος Ζ.


Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Σπάζοντας τα δεσμά



Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν κοιμόμουν νωρίς.
Ούτε τότε που έπρεπε να ξυπνάω στις έξι το πρωί.
Έπρεπε να βρω τρόπο να αποβάλω την ένταση
να ξεφύγω.
Ο τρόπος ήταν πάντα ίδιος.
Έπινα πέντε με έξι μπύρες, ίσως και κάτι άλλο ενδιάμεσα
κι έπειτα έπιανα το πληκτρολόγιο και κοπανούσα λέξεις.
Λέξεις πουτάνες, λέξεις χτυπητές
λέξεις που με τέτοια συνοχή δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.
Λέξεις μοναδικές, δικές μου λέξεις
ποιήματα και πρόζα
για να μπορέσω να αλαφρώσω απ’ αυτές.
Για να μπορέσω να κοιμηθώ
αυτές τις δυο τρεις ώρες που μου απόμεναν
ήσυχος.
Κι ας ήταν αβάσταχτο το πρωινό ξύπνημα.
Ένιωθα πως μπορώ
και πως κάποτε, θα τα καταφέρω, θα δραπετεύσω
και δεν θα είμαι δέσμιος
πουθενά.

Τελικά είχα δίκιο.
Δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
Αυτό έπρεπε να κάνω.
Αυτό έκανα.
Κι όντως
τα κατάφερα.

Γεια σας τώρα.
Είμαι ελεύθερος.
Δεν με πιάνεις.
Δεν με πιάνει κανείς.
Είμαι αέρας.
Φύσηξα, έφυγα
Γειαααα…

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Απειλή

Τον τελευταίο καιρό ένα βουητό έχει κυριέψει τα αυτιά μου.
Νόμιζα πως ήταν για λίγο, πως θα έφευγε
Αυτό όμως, επίμονο σαν τρέλα, δεν έλεγε να με αφήσει.
Όλο δυνάμωνε. Δυνάμωνε. Δυνάμωνε.
Ώσπου μια μέρα που σηκώθηκα το πρωί,
δεν άκουγα τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό.
Είχε κυριέψει κάθε ήχο.
Είχε κυριέψει το κεφάλι, το νου,
και όλο δυνάμωνε,
αργά,
πολύ αργά
μα σταθερά.

Δεν ήξερα τι να κάνω.
Τα είχα παντελώς χαμένα.
Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που σταδιακά έχανα τόσο καιρό.
Η ακοή ή τα λογικά μου;

Δεν έχει και τόση σημασία θαρρώ.
Το ξέρω πως θα γίνει.
Το περιμένω.
Θα φτάσει σε τρομερά επίπεδα και θα συνεχίσει,
θα συνεχίσει έως ότου το κεφάλι μου εκραγεί
και τα μυαλά μου σκορπήσουν παντού
σαν λάβα ηφαιστείου.

Γι’ αυτό προσέχτε,
προσέχτε καλά.
Μείνετε όσο πιο μακριά μπορείτε.
Κι αν κάνω πως σε πλησιάζω (πράγμα απίθανο)
Τρέξε, τρέξε να σωθείς
Και μη κοιτάξεις πίσω.
Ποτέ.
Για κανένα λόγο. 





Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Λίγη βροχή


Τον βαρέθηκα αυτόν τον ήλιο
Θέλω βροχή!
Γκρίζες μέρες
ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους
στο κέντρο της πόλης
Να μη θυμάσαι κανέναν
Να μη σε θυμάται κανείς
Να τρέχουν όλοι κάπου να κρυφθούν
Να χάνεσαι ανάμεσά τους
Να μένεις στη βροχή
Να ανασαίνεις βροχή
Να ανασαίνεις ελευθερία
Λύτρωση
σαν φανεί ξανά ο ήλιος
και με ένα κύμα δροσιάς,
ακολουθήσεις τον άνεμο
και χαθείς

Μια μικρή παρουσίαση...

 Η νέα μου λογοτεχνική δουλειά «ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ» κυκλοφορούν από εμένα και τις εκδόσεις Γαβριηλίδης,  στα κεντρικά βιβλιοπωλεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης και οπουδήποτε αλλού κατόπιν παραγγελίας.
Το βιβλίο διατίθεται και από το site του εκδότη σε μορφή pdf, για όποιον θελήσει να το διαβάσει ηλεκτρονικά: http://www.gavrielidesbooks.gr/showebook.aspx?vid=1289  για να αποκτήσει μια πλήρη εικόνα πριν αποφασίσει να το αποκτήσει σε έντυπη μορφή.

O τίτλο, είναι εμπνευσμένος από την τελευταία επιστολή του Κ. Καρυωτάκη «…Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. (…)Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγόμενου.»  κι από ένα ταξίδι στην Κρήτη που το πέρασα σχεδόν ολόκληρο στην πρύμη, αγναντεύοντας τον ορίζοντα και τα αφρόνερα που αφήνει πίσω το πλοίο, κάνοντας αλλόκοτες σκέψεις.
Είναι μια σειρά από ποιήματα και πεζά που διαδέχονται το ένα το άλλο, για να καταλήξουν στο τελευταίο ομώνυμο διήγημα, ολοκληρώνοντας το συνειρμό και τη συνολική εικόνα του βιβλίου.

παραθέτω κάποια από τα ποιήματα του βιβλίου
Η παράνοια και η διάνοια
τρέφονται από το ίδιο πιάτο:
έναν ευφυή νου
που δεν ανέχεται
κατεστημένο και δεδομένα
γι’ αυτό και τα ανατρέπει



Η συντροφιά του ποιητή

Καθώς μόνος στο δωμάτιο όπως πάντα,
δες… πιο κει ο Van Gogh μου χαμογελάει
και από την άλλη ο Hendrix και  ο Marley
πώς ο καθένας τους αφηρημένα
το βλέμμα γέρνει και κοιτάει…
κι ο Καρυωτάκης που πάντα δίπλα μου κάθεται
ενώ ο Zacques Prevert ανάβει ένα τσιγάρο
κι ευγενικά, βγάζει να μας προσφέρει.
Ο Poe μας σερβίρει ακόμα ένα ποτηράκι
και ο Baudelaire  στοχάζεται
πόσο οι εποχές έχουν αλλάξει
και πόσο οι άνθρωποι, ίδιοι πάντα μένουν.

Ρουφάω το κρασί μου
και παίρνω την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο.

Και η κιθάρα απέναντί μου…
Ω! η κιθάρα
που τη μαγεία της να μου χαρίσει αδημονεί
καθώς το Reflections του Χατζιδάκι
γεμίζει με τις νότες του ετούτη τη βραδιά

Κανείς δεν μπορεί να έχει τη συντροφιά
που έχει ένας ποιητής σαν γράφει.


Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της.
Που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της εξουσίας…
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της
Φωτιά
      και βροχή
                  και ποίηση
                                και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!


Ὕμνος εἰς Ἑταίρα

Και είναι απίστευτο
όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
το φως και η χαρά στο πρόσωπο της
το σώμα που —δεν μπορεί—
γοργόνα θα ‘ταν που βγήκε στη στεριά
και η πανέμορφη θαλάσσια ουρά της
δύο ανθρώπινα πόδια έγινε
υπέροχα και μακριά
καθώς περήφανα τ’ ανοίγει
να σου επιδείξει – να σου χαρίσει πρόθυμα
το μεταξένιο φύλο της.

Και είναι απίστευτο
πως, όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
με το διαμαντένιο εφηβικό της στήθος
με τον υάκινθο λαιμό της
και τα μακριά ξανθά μαλλιά
που μούσα κάθε ποιητή μπορούσε να ‘ταν
κάθε γλύπτη και ζωγράφου ή μουσικού
και να στολίζει με τα δώρα της
—τη γύμνια της ψυχής της και του σώματος—
την τέχνη…

Και είναι απίστευτο
αυτή η γυναίκα
πώς την ομορφιά της χρησιμοποιεί…
κι όπως ποθητή απ’ όλους γίνεται
σε όλους να χαρίζεται απλόχερα
καθώς αδύνατο ν’ αντισταθεί κανείς
αιχμάλωτος,
πάντα θα υποκύπτει.

Και είναι απίστευτο
πως αυτή η γυναίκα
τον έρωτα ποτέ δε θέλησε
ούτε και την αγάπη
ή κι αν ποτέ απ’ τον έρωτα
ή την αγάπη,  είχε πληγωθεί…
αυτό το ‘χει θάψει βαθιά μέσα της
και μόνο στις ηδονές του σώματος
ως άμυνα αλλά,
με ακράδαντο όμως, πάθος
στους άντρες εχαρίστηκε
και άνοιξε γι’ αυτούς – για όλους τους
την αγκαλιά, τα χέρια της
τα πόδια, το αιδοίο
και με το στόμα της εσφράγισε
σφιχτά το μόριό τους
για να γευτεί – να πάρει πάνω της
όλη την ηδονή τους

Σαν μια αγία
που ήρθε να μας λυτρώσει
σπατάλησε τον εαυτό της
και από ‘μάς σκορπίστηκε.

Είναι η ομορφιά λοιπόν
κατάρα ή ευλογία;


Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία;

Πόσες φορές τη μέρα μπορεί να σκέφτεται
ένας συνηθισμένος άνθρωπος την αυτοκτονία;
Μια; Δυο; Τρεις;
Πέντε; Δέκα; Συνέχεια;
Ποτέ;
Δεν ξέρω.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχω εγώ
με έναν συνηθισμένο άνθρωπο;
Καμία.
Αυτό το ξέρω.
Έχω ένα περίστροφο που δεν το βλέπει κανείς.
Έτσι, κάθε που έρχομαι σε άβολη θέση
κάθε που το μυαλό μου μια περίεργη σκέψη κάνει
εμφανίζεται στα χέρια μου.
Το βάζω στον κρόταφό
ή στο στόμα
και πατάω τη σκανδάλη.
Άλλες φορές το προτιμώ πιο επώδυνο.
Με ένα μεγάλο μαχαίρι, κόβω τις φλέβες
πρώτα του αριστερού χεριού
μετά του δεξιού
κι έπειτα το χώνω στο στομάχι
και το αφήνω εκεί.
Ωραία πόζα, δεν μπορείς να πεις…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τρόπος
που πιο σπάνια σκέφτομαι.
Όταν κοιτάω το φωτιστικό
τη λάμπα εκεί πάνω
ένα αόρατο σχοινί υπάρχει.
Το περνάω στο λαιμό μου
αφήνομαι
και τέλος.
Τα γνωστά.

Δεν ξέρω πόσες φορές τη μέρα μπορεί να κάνω κάτι τέτοιο
αλλά πάντα καταφέρνω κι επιζώ
την επόμενη κιόλας στιγμή.
Ένας θάνατος δίχως όρια εκτονώνεται
κι έρχεται θριαμβικά νικήτρια
η πουτάνα αυτή.
Η ζωή ντε…
Κι εκείνη η αράχνη που δεν έφυγε ποτέ απ’ τη γωνία…
Τι να παραμονεύει άραγε;



Χρήστος Ζάχος



http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/2011/11/blog-post_17.html

Πέρα από τα όρια

Van Gogh

Ένα όμορφο ταξίδι σαν κι αυτό…
που πας... πας... και όλο απομακρύνεσαι,
που δεν υπάρχει γυρισμός,
που είναι λυτρωτικό για την ψυχή και το σώμα,
που αφήνεις τα πάντα πίσω,
ακόμα και τις αναμνήσεις.
Εκτός από την τελευταία,
αυτή που σε σημάδεψε για πάντα.
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τίποτα.
Μόνο φοβούνται.
Η ζωή όμως, είναι υπέρτατη
                       μόνο πέρα από τα όριά της
κι όποιος το καταλάβει αυτό,
                                               γίνεται ψυχή,
                                                             γίνεται άνεμος.
                                                                           Γίνεται Ζωή!

3 μικρά ποιήματα για έναν και μονάχα θάνατο


Απέραντη μοναξιά

Ώχου…
Σας βαρέθηκα!




Τώρα

Ήρθε η στιγμή να πάω να συναντήσω
τους αγαπημένους μου ποιητές.
Ω, τι κρίμα! Είναι όλοι πεθαμένοι.




Εικαστική παρέμβαση

Έχω ξεχάσει να ζωγραφίζω
Αυτό είναι γεγονός.
Θα ήθελα να πάρω μπογιές και πινέλα
και να τα πετάω με μανία πάνω σε έναν καμβά.
Ούτε αυτό όμως κάνω.
Θα κάνω κάτι άλλο.
Θα πάρω ένα μαχαίρι και θα κόψω το λαιμό μου
Θα σωριαστώ μπροστά από τη βιβλιοθήκη
και θα γεμίσω το πάτωμα με μια ωραία
εικαστική παρέμβαση:
Ένα αιμόφυρτο πτώμα
να βάφει τα άθλια λευκά πλακάκια
πορφυρά.
Ω, μα ναι.
Είμαι καλλιτέχνης.
Δεν μπορεί να μου το αρνηθεί κανείς!


Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία;




Πόσες φορές τη μέρα μπορεί να σκέφτεται
ένας συνηθισμένος άνθρωπος την αυτοκτονία;
Μια; Δυο; Τρεις;
Πέντε; Δέκα; Συνέχεια;
Ποτέ;
Δεν ξέρω.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχω εγώ
με έναν συνηθισμένο άνθρωπο;
Καμία.
Αυτό το ξέρω.
Έχω ένα περίστροφο που δεν το βλέπει κανείς.
Έτσι, κάθε που έρχομαι σε άβολη θέση
κάθε που το μυαλό μου μια περίεργη σκέψη κάνει
εμφανίζεται στα χέρια μου.
Το βάζω στον κρόταφό
ή στο στόμα
και πατάω τη σκανδάλη.
Άλλες φορές το προτιμώ πιο επώδυνο.
Με ένα μεγάλο μαχαίρι, κόβω τις φλέβες
πρώτα του αριστερού χεριού
μετά του δεξιού
κι έπειτα το χώνω στο στομάχι
και το αφήνω εκεί.
Ωραία πόζα, δεν μπορείς να πεις…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τρόπος
που πιο σπάνια σκέφτομαι.
Όταν κοιτάω το φωτιστικό
τη λάμπα εκεί πάνω
ένα αόρατο σχοινί υπάρχει.
Το περνάω στο λαιμό μου
αφήνομαι
και τέλος.
Τα γνωστά.

Δεν ξέρω πόσες φορές τη μέρα μπορεί να κάνω κάτι τέτοιο
αλλά πάντα καταφέρνω κι επιζώ
την επόμενη κιόλας στιγμή.
Ένας θάνατος δίχως όρια εκτονώνεται
κι έρχεται θριαμβικά νικήτρια
η πουτάνα αυτή.
Η ζωή ντε…
Κι εκείνη η αράχνη που δεν έφυγε ποτέ απ’ τη γωνία…
Τι να παραμονεύει άραγε;

Ένα ποίημα…



Έπιασα την πιο όμορφη που βρήκα
την φέρνω κοντά μου
και της κλείνω το στόμα με ένα φιλί
τραβώντας την βίαια από τη μέση.
Κι εκεί, μπροστά σε όλους,
της ξέσκισα τα ρούχα και τα πέταξα από το παράθυρο.
Την κοίταξα τρομαγμένη και ανυπεράσπιστη στα μάτια
και της είπα:
Ποίηση είναι,
Εσύ!
να τρέχεις γυμνή κάτω στο δρόμο
να μαζέψεις ό,τι έχει απομείνει από τα ρούχα σου
κι εγώ εδώ
να σε κοιτάω απ’ το παράθυρο.

Ω, τι όμορφη εικόνα
μια υπέροχη, Γυναίκα
Γυμνή
κάτω στο δρόμο
ταπεινωμένη αλλά πιο γοητευτική από ποτέ
αναγκασμένη να σκύψει και να μαζέψει
την χαμένη της αξιοπρέπεια
και χωρίς να το καταλαβαίνει
να γεμίζει με μια απροσδόκητη ομορφιά το δρόμο
να λάμπει σαν αστέρι
να την ερωτεύονται όλοι
ακόμα και ο ήλιος!
το πεζούλι, τα παράθυρα, οι πόρτες, οι τοίχοι, τα σπίτια,
τα αυτοκίνητα, ο δρόμος
όλοι οι άντρες
όλες οι γυναίκες
τα πάντα γύρω της!
Και αυτή να το καταλαβαίνει
να μη θέλει να βρει τα ρούχα της
να τα βρίσκει όμως
να χαίρεται που τα βρήκε σκισμένα
και δεν θα αναγκαστεί να κρύψει τόσο γρήγορα
την ομορφιά της από τον ήλιο
να χαίρεται που έχει γίνει το κέντρο του κόσμου
μπροστά στα μάτια όλων
γοητευμένη
καταπληκτική
υπέροχη
Γυναίκα
Γυναίκα!
ΓΥΝΑΙΚΑ!
Ένα Ποίημα
Ένα Ποίημα!
ΈΝΑ ΠΟΊΗΜΑ!

Ὕμνος εἰς Ἑταίρα


Και είναι απίστευτο
όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
το φως και η χαρά στο πρόσωπο της
το σώμα που —δεν μπορεί—
γοργόνα θα ‘ταν που βγήκε στη στεριά
και η πανέμορφη θαλάσσια ουρά της
δύο ανθρώπινα πόδια έγινε
υπέροχα και μακριά
καθώς περήφανα τ’ ανοίγει
να σου επιδείξει – να σου χαρίσει πρόθυμα
το μεταξένιο φύλο της.

Και είναι απίστευτο
πως, όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
με το διαμαντένιο εφηβικό της στήθος
με τον υάκινθο λαιμό της
και τα μακριά ξανθά μαλλιά
που μούσα κάθε ποιητή μπορούσε να ‘ταν
κάθε γλύπτη και ζωγράφου ή μουσικού
και να στολίζει με τα δώρα της
—τη γύμνια της ψυχής της και του σώματος—
την τέχνη…

Και είναι απίστευτο
αυτή η γυναίκα
πώς την ομορφιά της χρησιμοποιεί…
κι όπως ποθητή απ’ όλους γίνεται
σε όλους να χαρίζεται απλόχερα
καθώς αδύνατο ν’ αντισταθεί κανείς
αιχμάλωτος,
πάντα θα υποκύπτει.

Και είναι απίστευτο
πως αυτή η γυναίκα
τον έρωτα ποτέ δε θέλησε
ούτε και την αγάπη
ή κι αν ποτέ απ’ τον έρωτα
ή την αγάπη,  είχε πληγωθεί…
αυτό το ‘χει θάψει βαθιά μέσα της
και μόνο στις ηδονές του σώματος
ως άμυνα αλλά,
με ακράδαντο όμως, πάθος
στους άντρες εχαρίστηκε
και άνοιξε γι’ αυτούς – για όλους τους
την αγκαλιά, τα χέρια της
τα πόδια, το αιδοίο
και με το στόμα της εσφράγισε
σφιχτά το μόριό τους
για να γευτεί – να πάρει πάνω της
όλη την ηδονή τους

Σαν μια αγία
που ήρθε να μας λυτρώσει
σπατάλησε τον εαυτό της
και από ‘μάς σκορπίστηκε.

Είναι η ομορφιά λοιπόν
κατάρα ή ευλογία;