Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η νόσος της γαμημένης ποίησης



                Ανατρέχοντας στα παλιά μου γραπτά, έκανα κάποιες παρατηρήσεις που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας. Μια συζήτηση που είχαμε με τη σύντροφό μου, με έκανε να σκεφτώ παλιές καταστάσεις και να πιάσω, μετά από χρόνια, το πρώτο βιβλίο που είχα εκδώσει και να ξαναδιαβάσω κάποια από τα ποιήματα που είχα γράψει εκείνη την εποχή. Τότε λοιπόν, ήρθα σε επαφή με έναν άνθρωπο που νόμιζα πως τον είχα ολότελα ξεχάσει. Τον εαυτό μου την περίοδο εκείνη. Τι συνέβη λοιπόν;

                Ένιωσα την ασφυκτική μοναξιά και τις ιδιαίτερες καταστάσεις που γράφτηκαν εκείνα τα ποιήματα. Κάποια ήταν δυνατά και στεκόντουσαν χωρίς παρεμβάσεις, κάποια άλλα, νομίζω πως ήθελαν διορθώσεις για να μπορέσουν να σταθούν και ορισμένα άλλα, πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να τα έχω εκδώσει ποτέ. Ήταν κατάθεση ψυχής φυσικά, αλλά είχαν επαναλήψεις κι έλεγαν πράγματα που δεν θα τολμούσε να εκμυστηρευτεί κανείς. Πολύ τολμηρό.

                Βλέποντάς το λογοτεχνικά, κάποια σημεία ήθελαν επεξεργασία. Δεν έχει και πολύ σημασία όμως, καθώς ξέρω πως ελάχιστοι έχουν το βιβλίο της Νόσου και πως ακόμα πιο λίγοι το έχουν διαβάσει.  Αυτό σώζει κάπως την κατάσταση κι επίσης το γεγονός πως δύσκολα μπορεί να το βρει κανείς. Έχει κι αυτό τη γοητεία του. Επίσης, γοητεία έχει και το γεγονός πως κάποιος νεαρός ποιητής, δεν κολλάει σε τύπους και φόρμες και πετάει την τέχνη του στα σκυλιά, αδιαφορώντας για αναγνώριση και λογοτεχνικούς κύκλους, κάνοντας το δικό του χωρίς να δίνει λογαριασμό πουθενά. Ένας καταραμένος  "ποιητής" που δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε καταραμένος, ούτε ποιητής. Και το αστείο είναι πως, ακόμα και σήμερα, δεν έχω αλλάξει πολύ το ύφος. Απλά το έχω δουλέψει παραπάνω, αλλά ουσιαστικά, παραμένω ο ίδιος 25χρονος που ήμουν τότε. Δηλαδή, όταν έγραφα το υλικό που θα αποτελούσε τη Νόσο Της Ποίησης.

                Σήμερα, θα μπορούσα, αν ήθελα, να τα επανεκδώσω διορθωμένα, αλλά νομίζω πως δεν έχει ουσία αυτό. Το βιβλίο σηματοδοτεί την εικόνα που είχα για τη ζωή την περίοδο 2004 με 2008. Γι΄ αυτό και είναι ασυνήθιστα μεγάλο για ποιητική συλλογή. 150 σελίδες. Δεν άφησα έξω σχεδόν τίποτα. Κατά κύριο λόγο, όλα τους πρωτόλεια, καθαρά η πρώτη γραφή - όπως συνήθιζα να κάνω.

                Η Νόσος Της Ποίησης λοιπόν, έχει τη δική της ιδιαιτερότητα και δύναμη, που δεν θα μπορούσα ποτέ να επέμβω καταστρέφωντας την.  Αν το έκανα αυτό, θα χαλούσα την αυθεντικότητά τους και θα έχαναν τη μοναδικότητά τους. Ένας συγγραφέας που σέβεται το έργο του, ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν γινόταν πιο "όμορφο" ή κοινά και "λογοτεχνικά αποδεκτό".

                Εξάλλου, αυτοί που έχουν διαβάσει τις επόμενες λογοτεχνικές δουλειές μου, θα μπορέσουν να καταλάβουν τη συνέχεια και την ουσία της πρώτης μου αυτής δουλειάς, χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσω τίποτα. Δηλαδή, όχι όλοι... Εξαρτάται από το πόσο καλοπροαίρετος αναγνώστης είσαι.  Όσο για τους άλλους, μπορούν να συνεχίσουν να είναι εγκλωβισμένοι στους λογοτεχνικούς τους κύκλους και να κατακρίνουν οτιδήποτε είναι διαφορετικό ή ασυνήθιστο με αυτό που τους έχουν μάθει. Δεν μας αφορούν. Άλλωστε, ο λόγος που κάνουμε τέχνη, είναι πρωτίστως για να εκφράσουμε τον εαυτό μας. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται δεύτερα. Ή τρίτα. Ή τελευταία. Ή δεν υπάρχουν καν. Μα τι λέω; Φυσικά και δεν υπάρχουν καν.


φωτογραφία του φίλου Βαγγέλη Βαζαίου