Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ζαχαροπλάστης και το δεκαχίλιαρο



Θυμάμαι μια φορά, μικρός σαν ήμουνα, την εποχή των δραχμών, που η μάνα μου με είχε στείλει στο ζαχαροπλαστείο στη γωνία, να πάρω κάτι γλυκά γιατί περιμέναμε επισκέψεις. Δεν είχε ψιλά κι έτσι μου έδωσε ένα χαρτονόμισμα, το μεγαλύτερο της εποχής, δεκαχίλιαρο και μου είπε να προσέχω τα ρέστα.

Πήγα λοιπόν στο ζαχαροπλαστείο, παρήγγειλα ό,τι μου είχε πει και περίμενα. Μόλις τα ετοίμασε, μου ζήτησε να πληρώσω και του έδωσα το χαρτονόμισμα. Τότε λοιπόν είδα έκπληκτος να βγάζει ένα σωρό χαρτονομίσματα, όλων των ειδών και κέρματα ακόμα! Τόσα πολλά μαζεμένα, δεν είχα δει ποτέ. Έξι – εφτά χιλιάρικα, μερικά πεντακοσάρικα, λίγα κατοστάρικα και πολλά κέρματα. Εκείνη την ώρα, νόμισα πως είχε κάνει λάθος και μου έδωσε ό,τι λεφτά είχε στο ταμείο! Μια χαρά πλημύρισε το πρόσωπό μου και έκρυψα συνωμοτικά ένα χαμόγελο. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα, γίναμε πλούσιοι. Και συν τοις άλλοις, μου έδωσε και τα γλυκά που είχα παραγγείλει. Τα αρπάζω με μανία και τρέχω στο σπίτι γεμάτος χαρά. «Μαμά, μαμά, τρέχα να δεις! Γίναμε πλούσιοι!»
«Τι έγινε Χρήστο, πώς γίναμε πλούσιοι;»
«Να, κοίτα δω λεφτά!»
Όπως ήταν φυσικό, η μάνα μου γέλασε και μου εξήγησε με υπομονή πως όλα αυτά τα λεφτά που μου έδωσε ο ζαχαροπλάστης, ήταν μικρότερης αξίας του δεκαχίλιαρου που μου είχε δώσει και μετρώντας τα, βρήκε πως τα ρέστα ήταν σωστά. Δεν μας είχε κοροϊδέψει, δεν είχε κάνει λάθος, έδωσε απλά τα ρέστα. Η χαρά εξαφανίστηκε από το πρόσωπό μου και συνειδητοποίησα το λάθος μου. Κι έτσι δεν γίναμε πλούσιοι ποτέ.
Τι κρίμα… Η μοναδική ευκαιρία που είχαμε να γίνουμε πλούσιοι, εξαφανίστηκε με την παιδική μου αφέλεια.


Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τα στοιχειά

Van Gogh

Οι άνθρωποι φοβούνται τη μοναξιά και το θάνατο
Είναι στοιχειά που αιχμαλωτίζουν την ψυχή τους
Δεν μπορούν να συμφιλιωθούν

Όταν αυτά τους επισκέπτονται
γίνονται μίζεροι, αποκρουστικοί 
μάταια προσπαθώντας να ελευθερωθούν

Κλείνουν τα μάτια 
δημιουργούν αυταπάτες
και διαλαλούν περίτρανα τον «ύμνο της ζωής»

Δεν καταλαβαίνουν τους ποιητές
Δεν μπορούν να καταλάβουν πως
 η μοναξιά είναι συνώνυμο της δημιουργίας
και πως μόνο οι ζωντανοί μπορούν
να μιλήσουν για θάνατο
καθώς οι νεκροί ερμητικά σιωπούν

Έπειτα θαυμάζουν το έργο των ποιητών
αποστασιοποιημένοι
πιστεύοντας πως ο κόσμος τους είναι φανταστικός
και πως όλα αυτά συμβαίνουν
στο παρανοϊκό μυαλό τους

Δεν τους συμμερίζονται
Δεν τους αντέχουν
Ζωντανεύουν τα στοιχειά τους

Και τα ποιήματα που νομίζουμε πως γράφουμε…
Η μοναξιά τα γράφει
Εμείς ακολουθούμε

Κι ο θάνατος…
Δε σας έχω πει γι’ αυτόν τον άθλιο γεράκο;


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Απειλή

Τον τελευταίο καιρό ένα βουητό έχει κυριέψει τα αυτιά μου.
Νόμιζα πως ήταν για λίγο, πως θα έφευγε
Αυτό όμως, επίμονο σαν τρέλα, δεν έλεγε να με αφήσει.
Όλο δυνάμωνε. Δυνάμωνε. Δυνάμωνε.
Ώσπου μια μέρα που σηκώθηκα το πρωί,
δεν άκουγα τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό.
Είχε κυριέψει κάθε ήχο.
Είχε κυριέψει το κεφάλι, το νου,
και όλο δυνάμωνε,
αργά,
πολύ αργά
μα σταθερά.

Δεν ήξερα τι να κάνω.
Τα είχα παντελώς χαμένα.
Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που σταδιακά έχανα τόσο καιρό.
Η ακοή ή τα λογικά μου;

Δεν έχει και τόση σημασία θαρρώ.
Το ξέρω πως θα γίνει.
Το περιμένω.
Θα φτάσει σε τρομερά επίπεδα και θα συνεχίσει,
θα συνεχίσει έως ότου το κεφάλι μου εκραγεί
και τα μυαλά μου σκορπήσουν παντού
σαν λάβα ηφαιστείου.

Γι’ αυτό προσέχτε,
προσέχτε καλά.
Μείνετε όσο πιο μακριά μπορείτε.
Κι αν κάνω πως σε πλησιάζω (πράγμα απίθανο)
Τρέξε, τρέξε να σωθείς
Και μη κοιτάξεις πίσω.
Ποτέ.
Για κανένα λόγο.