Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Η τέχνη της ζωής

Πλάκα έχει ο υπερρεαλισμός. Αλλά προτιμώ τον εξπρεσιονισμό. Ιδιαίτερα τον αφηρημένο. Για τη γραφή μιλάω. Στη ζωγραφική, προτιμώ τον ιμπρεσιονισμό, με αφαιρετικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Ο ρεαλισμός είναι εξαιρετικά βαρετός. Στην ουσία, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η τέχνη της ζωής.
Η ζωή είναι τέχνη. Υπέρτατη. Μην την κάνεις βαρετή, άθλια, ρουτίνα. Θα την επωμιστείς έτσι. Κάνε την ωραία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Ας βάλουμε τα δυνατά μας λοιπόν. Τα πάντα είναι στο χέρι μας. Και στο πόδι μας. Και όπου αλλού θες. Άσε με τώρα καθώς πρέπει να ξαπλώσω στο ταβάνι. Δεν υπάρχουν γύψινοι μαίανδροι που στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους. Αλλά ίσως και να είναι. Ταπεινή τέχνη δίχως ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου; θα πρέπει τώρα να έρθω κοντά σου. Κατακορύφως.
(Όποιος δεν καταλαβαίνει τον υπερρεαλισμό του Καρυωτάκη, πώς να μπορέσει να καταλάβει τον δικό μου αφηρημένο εξπρεσιονισμό).
Η ζωή είναι ποίηση. Αν δεν είναι, θα πρέπει να γίνει. Έτσι απλά. Τίποτε άλλο. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Μυγάκια μπεκρήδες



Υπάρχουν κάποια μικροσκοπικά μυγάκια μπεκρήδες. Είναι αυτά που αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους βουτώντας στο ποτό σου. Είναι επίμονα, δεν τα παίρνεις χαμπάρι, και πάντα, αφού πάρουν αυτό που θέλουν, πεθαίνουν μέσα σε αυτό. Όπου υπάρχει αλκοόλ, υπάρχουν και αυτά. Βουτιά θανάτου στο ποτήρι σου. Και όταν πας να πιεις την επόμενη γουλιά, αν δεν τα προσέξεις, τα πίνεις κι αυτά μαζί. Όταν τα προσέξεις όμως, βάζεις το δάχτυλό σου και τα μαζεύεις από το ποτήρι σου. Αν και πεθαμένα, δεν φαίνονται δυσαρεστημένα.
Και να, τώρα που γράφω για όλα αυτά, άλλο ένα αποφάσισε να πεθάνει στο ποτήρι μου. Γαμημένοι μπεκρήδες, φύγετε από δω! Μη μου πίνετε το ποτό! Βάζω το δάχτυλο να το αφαιρέσω και πίνω.

Τελικά αυτά τα γαμημένα μυγάκια μπεκρήδες, μοιάζουν πολύ με τους ποιητές. Ή μήπως είναι οι ψυχές των ποιητών που μας συντροφεύουν; Δεν ξέρω, γι’ αυτό και τα απομακρύνω – νεκρά – από το ποτό μου. Δεν θα ήθελα να πιω τους ποιητές μου. Ή μήπως κάνω λάθος και τελικά, αυτός είναι ο σκοπός. Να κοινωνήσω την ουσία τους με αυτόν τον τρόπο. Χμ.. τώρα που το λέμε, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Την επόμενη φορά δεν θα αφαιρέσω την ψυχή του ποιητή από το ποτήρι μου.  Θα την πιώ! Τι σκατά; Τα ίδια κουμάσια είμαστε. Εβίβες λοιπόν! 

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Αντίδραση



Πάντοτε ένοιωθα παράνομος. Παράνομος και μια αίσθηση ενοχής πως εγώ φταίω. Από μικρό παιδί. Απ’ όταν ξεκίνησα να μαθαίνω τον κόσμο, η φύση μου δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Η κοινωνία ήταν ένα στενό πλαίσιο κι εγώ εξείχα. Έτσι, από το νηπιαγωγείο ακόμη, θυμάμαι εκείνη τη φορά που τους είχα κλειδώσει όλους μέσα σπάζοντας το κλειδί. Και τότε που είχα ρίξει κάτω τα σκηνικά που μας κάναν κουκλοθέατρο, γιατί, έτσι. Κι αργότερα στο δημοτικό που κατέβαζα τα βρακιά από τις συμαθήτριές μου, για να δω τι διαφορετικό είχαν από μένα. Και είδα. Κι όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν μπάλα ή μπάσκετ, να κάθομαι παράμερα και να τραγουδώ η ζωή τραβάει την ανηφόρα, χωρίς συνείδηση των στίχων τότε και της αντικοινωνικής μου συμπεριφοράς. Ένοιωθα απολύτως φυσιολογικός, το λάθος το είχαν οι άλλοι, αυτοί που γίνονταν μάζα. Ήξερα πως είμαι μονάδα και μάλιστα, μια ιδιαίτερη. Κι όταν οι μεγαλύτεροι με πείραζαν, πηδούσα πάνω με όλη μου τη δύναμη και τους άστραφτα μια μπουνιά στα μούτρα, τρέχοντας έπειτα να κλειστώ στις τουαλέτες μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για να μη με πιάσουν και τις φάω.

Κι αργότερα στο γυμνάσιο και το λύκειο που μπαίναμε κρυφά το βράδυ από το παράθυρο και κλειδώναμε την τάξη, έτσι ώστε την επόμενη ημέρα να μη μπορέσουμε να κάνουμε μάθημα αν δεν παραβιαζόταν η πόρτα ή δεν φώναζαν κλειδαρά. Ως αντίδραση πάντα και χωρίς πλήρη συνείδηση των πράξεων. Μου άρεσε πάντα να ενοχλώ το σύμπαν, κι έτσι πορεύτηκα.

Αργότερα στις δουλειές που άλλαζα κάθε τρις και λίγο κι έπειτα στο στρατό, που δεν ήθελα να πάω, αλλά τότε δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. 18μηνο ήταν τότε, αλλά με τη συμπεριφορά μου, κατάφερα συν 4 μήνες φυλακή. Και παρόλα τα καψώνια και τις φυλακές, δεν τους άφησα να νομίσουν ούτε στιγμή πως με έχουν φέρει στα μέτρα τους.  Με πήγαν στον ψυχίατρο στους 14 μήνες για 6 μήνες αναβολή, αλλά δεν δέχτηκα. Αφού με φέρατε ως εδώ, θα το πάω στο τέρμα. Και συνέχισα με ένα στρατοδικείο στην πλάτη μου και πολλές φυλακές. Και τα κατάφερα και βγήκα και από κει, ηττημένος αλλά νικητής, κι ας είχαν καταφέρει να με ιδρυματοποιήσουν. Το ξεπέρασα κι αυτό. Και μετά ξανά δουλειά ή δουλεία καλύτερα, και χαμαλίκι και καταστολή.  Και πάντα αργούσα το πρωί  γιατί καθόμουν και έγραφα ως τις 04:00 και κοιμόμουν, αν κοιμόμουν, 2 ώρες την ημέρα. Και κάθε μέρα το ίδιο βιολί ώσπου, μια αυτοάνοση ασθένεια, ήρθε να με απαλλάξει απ’ όλα αυτά.

Αν δεν αντέχεις τη ζωή σου, δοκίμασε να πεθάνεις. Είναι ο μόνος τρόπος να λυτρωθείς. Αυτές τις αποφάσεις καμιά φορά, τις παίρνει το ίδιο το σώμα σε συνεργασία με την ανυπότακτη ψυχή, κι έτσι δεν χρειάζεται να γίνεις για τους άλλους αυτόχειρας. Πάει πλαγίως. Κατάφερα να επιζήσω λοιπόν, αλλά δεν άλλαξα στο ελάχιστο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό. Γεγονός είναι πως συνέχισα να αντιδρώ στο κάθε τι.
Στον αμόρφωτο εισπράκτορα του λεωφορείου, στους μικροαστούς, στους μπάτσους, στο φασισμό, στο κράτος. Αντίδραση χωρίς να με ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Αντίδραση και στις κινηματικές συνελεύσεις που αναλώνονται και ανακυκλώνονται γύρω από μια ψυχοθεραπεία, χάνοντας το στόχο και χάνοντας τα πάντα στην τελική. Αντίδραση στην αντιεπαναστατικότητα του κινήματος, αντίδραση στους συντρόφους, αντίδραση στους συμπότες και συμποσιαστές.

Το μόνο δεδομένο είναι πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και αν δεν βγούμε μπροστά απαιτώντας τα πάντα ή κάνοντας κινήσεις για να τα αποκτήσουμε χωρίς να λογαριάζουμε νόμους, κράτη και περιστάσεις, δεν θα καταφέρουμε ποτέ τίποτα. Κι επειδή όλο αυτό μοιάζει ουτοπία, συνεχίζω να κρατώ την ίδια στάση αντιδρώντας σε όλους και σε όλα.

Ίσως να μην κερδίσω ποτέ τίποτα, αλλά δεν θα έχω συμβιβαστεί ποτέ, αδιαφορώντας παντελώς για το τομάρι μου.

Αυτή είναι η δικιά μου στάση ζωής και δεν ζητώ να την ακολουθήσει κανείς.



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ποιητικές συλλογές και δίσκοι βινυλίου



Τα βιβλία με τα ποιήματα είναι σαν τους δίσκους βινυλίου. Ποτέ δεν τα ακούς / διαβάζεις μόνο μια φορά και πέρα από την προσωπική μελέτη, είναι ωραία να τα μοιράζεσαι με φίλους.
«Πήρα τα άπαντα του Σαχτούρη»
«Έλα ρε, τα έχω σχεδόν όλα, αλλά μου λείπουν κάποια… έχει και τα ρολόγια που αναποδογύρισαν ανάποδα;»
«Φυσικά, κάτσε να το φέρω»
«Διάβασέ μου κάτι ενδεικτικά» Διαβάζω…
«Ω! Αυτό μου θύμισε κάποιο από Λειβαδίτη, κάτσε να το ψάξω»
«Εμένα με παρέπεμψε σε Καρυωτάκη, άκου και θα δεις»
«Ρε συ, τέλειωσε ο Tom Waits, δεν βάζεις κάνα tiger lilies
«Μισό να το βρω, πιάσε καμιά μπύρα από ψυγείο εντωμεταξύ. Ή μήπως να το γυρίσουμε σε ρακή;»
«Ρακή καλύτερα, ρε συ, πού το βρήκες αυτό το βιβλίο; Έκδοση του 78!»
«Από παλαιοβιβλιοπωλείο μόνο 1 ευρώ! Υπάρχουν διαμάντια αν ξέρεις να ψάχνεις!»
«Έτοιμη και η ρακή, εβίβες ρε!»
«Εβίβες! Να το δυναμώσω αυτό το κομμάτι; Τα σπάει!»
«Ναι ρε, τι ρωτάς…»
«Μαλάκα, αυτό του Μπωντλαίρ δεν το είχα διαβάσει! Τι έγραφε ο μάγκας εκείνη την εποχή!...»

Και ο διάλογος δεν έχει τέλος. Ή μάλλον, μέχρι να ξεκινήσουμε να μιλάμε για γυναίκες, αλλά η ποίηση και η μουσική είναι πανταχού παρούσες. Και η γλυκιά η μέθη που παραμονεύει στη γωνία… με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως μας αρέσει.