Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η διαδικασία της γραφής




Πήρα το τετράδιο. Το πήρα γιατί περνάνε από το νου μου ένα σωρό σκέψεις και δεν καταγράφω καμιά. Ήδη έχω χάσει ένα διήγημα και 2-3 ποιήματα. Τώρα έχω τα εφόδια. Γι να δούμε.
Ουίσκι, πάγο, ένα ποτήρι νερό, τσιγάρα και Tom Waits στο στέρεο. Αν το δυναμώσω λίγο θα αρχίσει να κινείται. Μπορεί και να πέσει. Άστο για την ώρα, δεν είναι αυτό σκοπός. Τσιγάρο, κι άλλο τσιγάρο. όταν δεν έχω τετράδιο γράφω ένα σωρό πράγματα στον αέρα κι όταν το πιάνω, δεν έχω να γράψω τίποτα. Τα παρατάω. Ας με οδηγήσει όπου θέλει αυτό.

Μόλις παρατήρησα πως κρατάω το στυλό σαν πινέλο, από ψηλά. Όλες οι δασκάλες, μου έλεγαν πως δεν το κρατάω σωστά κι όποιος άλλος με βλέπει, απορεί πώς γράφω. Είναι απλό. Πιάνω το στυλό και γράφω.  Όπως με βολεύει. Τι θες; Καμία επιστημονική εξήγηση; Μα, μου τη δίνει όταν φτάνω στις τελευταίες γραμμές. Το χέρι μου βρίσκεται στον αέρα. Γυρνάω σελίδα να βολευτώ. Τώρα μάλιστα. Α, και το σπιράλ στο πλάι με ενοχλεί. Θα πρέπει να εφεύρω κάτι άλλο. Ένα σεντόνι ίσως που θα το απλώνω στο πάτωμα και δεν θα ενοχλούμαι, ούτε από το σπιράλ, ούτε από το τέλος της σελίδας. Θα έχω χώρο, όχι απεριόριστο, αλλά τουλάχιστον, πολύ μεγαλύτερο. Γράφω και στο πάτωμα άμα λάχει. Αλλά εγώ, άλλα ήθελα να πω. Δεν θυμάμαι τι. Άντε γεια μας.

Έριξα μια ματιά στην ώρα. Καλά είναι, σας χαιρετάει. Λέει 5:35. Μάντεψε. Μεσημέρι ή βράδυ; Έχασες. Πρωί είναι! Ποιος άλλωστε μπορεί να γράψει τη μέρα; Κανείς. Φτάνει να μη με προλάβει το φως και σταματήσω για να χαζέψω τον ουρανό και τις απέναντι πολυκατοικίες. Όλη η τέχνη δημιουργείται όσο υπάρχει σκοτάδι. Τις ώρες που όλοι κοιμούνται και τα φαντάσματα έρχονται να κάτσουν μαζί σου. Θέλουν παρέα κι αυτά κι έχουν πολλά να πουν. Φτάνει να δώσεις προσοχή και να τα ακούσεις.

Τα γράμματά μου είναι ορνιθοσκαλίσματα. Ελπίζω να βγάλω άκρη αύριο. Αλλά, τι με νοιάζει; Υπάρχει πάντα η πιθανότητα να πεθάνεις στον ύπνο σου. Αλλάζω συνεχώς πρόσωπα. Πρώτο ενικό, δεύτερο ενικό, ξέρω ’γω τι, πληθυντικό. Δεν έχει σημασία. Καταλαβαίνετε εσείς, έτσι; Αλλά, κοίτα τι κρίμα. Δεν κατάφερα να καταγράψω τίποτα από αυτά που σκεφτόμουν. Ήταν ωραία, αλήθεια σας το λέω. Στα αρχίδια σας, έτσι; Έτσι. Μια από τα ίδια.

Όταν χάνω την έμπνευση, θυμάμαι την αυτόματη γραφή. Γράφεις χωρίς να σκέφτεσαι και σκέφτεσαι χωρίς να γράφεις. Κάτι λάθος έχει αυτό, αλλά σίγουρα όχι το “σκέπτομαι και γράφω”. Τι μαλακίες βάζουν στα παιδιά; Αλλά αυτά, σοφά σαν είναι, ξεπετούν πρόχειρα τις εργασίες και βγαίνουν στην αυλή να πλακωθούν. Ή να καπνίσουν. Ή να πάρουν μάτι τη συμμαθήτριά τους στην τουαλέτα. Αλλά, τι με νοιάζει εμένα; Εγώ έχω ουίσκι, τετράδιο, στυλό, και τον Eric Burdon να παίζει. Α, ξέχασα να πω, άλλαξα δίσκο. Ο Tom τελείωσε λίγο πιο πριν. Πολύ σεξουαλικό δεν ακούγεται αυτό; Ακόμα κι ας μην είναι. Θα ήταν καλύτερο να έλεγα πως “τελείωσε” η Σκλοναρίκοβα. Ή εγώ. Ή μαζί. Αυτό ντε, θα ήταν όλα τα λεφτά. Τρόπος του λέγειν. Φράγκα, μηδέν. Οπότε, καταλήγουμε και πάλι στο μηδέν.
Αλλά εντάξει. Το άλλαξα τώρα σε Santana. Τα παλιά φυσικά. Γουστάρω καλύτερα. Και δε με νοιάζει πόσο έχει γεράσει ή πόσο μαλάκας έχει γίνει. Η μουσική του γαμάει. Κι εκεί είναι όλη η ουσία, στο “γαμάει”. Ποιος, τι, πώς, δεν έχει σημασία. Καμιά. Σημασία έχει να περνάμε καλά. Από κει και πέρα, όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν για να μας ξενερώνουν. Αλλά εμείς δεν ξενερώνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη. Σωστά;
Δε θυμάμαι όμως τι ήθελα να γράψω. Δεν πειράζει, συνεχίζω.