Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Η βέσπα του πατέρα

Η βέσπα του πατέρα μου, ήταν κόκκινη με μαύρους τροχούς (όπως όλα τα οχήματα έχουν μαύρους τροχούς), μοντέλο του 78. Παρατημένη, εδώ και χρόνια κάτω από το σπίτι. Τον είχαν πιάσει κάποιες φορές χωρίς κράνος και άδεια, αλλά αυτά είναι προφάσεις. Είδε πως δεν μπορεί να ανταπεξέλθει με τους ανήλικους ανεγκέφαλους μπάτσους κι έτσι αποφάσισε να την αφήσει ανενεργή. Εδώ και δέκα χρόνια!

Τη μια κλίση για κράνος, την άλλη για άδεια, την τρίτη γιατί έτσι, δεν θα δουλεύω εγώ για να πληρώνω τη μηχανή, είπε, έβγαλε τις πινακίδες και την άφησε στην κατηφόρα – να τη σταματάει μια νεραντζιά έξω από το σπίτι. Να σαπίσει, να πεθάνει εκεί. Και τόσα χρόνια του έλεγα:  γιατί δεν τη φτιάχνεις, γιατί δεν την κινείς; Και η απάντηση ίδια πάντα: θέλει λεφτά. Άδειες, κράνη ιστορίες, ποιος ασχολείται; Εξάλλου, υπάρχει το αυτοκίνητο. Κι έτσι η βέσπα έμενε να πεθαίνει, παρατημένη κάτω από το σπίτι και κανείς να μην κάνει τίποτα. Κανείς… μπήκε στο μάτι πολλών. Ιδιαιτέρως, στα κλεφτρόνια της γειτονιάς.

Όταν ήμουν μικρός, άλλες εποχές, θυμάμαι πως η βέσπα αυτή ήταν οικογενειακό όχημα. Καθόμουν εγώ μπροστά, ο πατέρας μου που την οδηγούσε από πίσω, η μικρή μου αδελφή ενδιάμεσα και για να την προστατεύει, πιο πίσω η μητέρα μου. Στην ίδια σέλα και οι τέσσερεις. Κράνος, κανείς. Μα κανείς ποτέ δεν φορούσε τότε κράνος. Και κίνδυνος δεν υπήρχε. Κανένας.

Όταν η μάνα μου ήταν έγκυος σε μένα, σε κάποιο φανάρι του Κορυδαλλού, έπεσε από τη μηχανή, κι έτσι είπαν οι γιατροί πως εγώ θα έβγαινα κωλόπαιδο! Κι όντως, έτσι βγήκα, είχα γυρίσει στην κοιλιά της μάνας μου και όταν ήταν να με βγάλουν οι γιατροί στον κόσμο των ανθρώπων, αντί να πιάσουν το κεφάλι, έπιασαν τον κώλο μου. Και δεν χρειάστηκε ούτε καισαρική ούτε τίποτα. Κανονική γέννα, και με φάσκιωναν μετά επειδή τα πόδια μου ήταν πάνω λόγω θέσης στη μήτρα, και προσπαθούσαν να με κάνουν κανονικό άνθρωπο, αλλά αυτό, απ’ όσο αποδείχτηκε στη συνέχεια της ζωής μου, ήταν αδύνατο. Κωλόπαιδο εκ γενετής. Θα έπρεπε να με έχουν μισήσει, αλλά, παρόλα αυτά, με αγάπησαν. Τι να πω;

Αλλά αυτό που έχει ουσία, δεν είναι η δική μου στάση, αλλά η ιστορία αυτής της μηχανής. Της βέσπας.

Μεγάλωσα πάνω σε αυτή τη μηχανή. Κι όχι μόνο στα παιδικά μου χρόνια, αλλά κι αργότερα. Όταν δούλευα σε κάποιο εργοστάσιο στου Ρέντη, κι όταν αργούσα να ξυπνήσω, ως συνήθως, ο πατέρας μου με ξελάσπωνε. Με ανέβαζε στη βέσπα αυτή και με πήγαινε στη δουλειά. Και πάντα, για ό,τι χρειαζόμουν, η βέσπα ήταν πάντα εκεί. Μέχρι που έφυγα από το σπίτι.

Ήξερα πως την κινούσε ως γνήσιος βεσπάκιας, ούτε κράνη, ούτε άδειες ούτε μαλακίες. Αλλά φαίνεται πως οι μπάτσοι έπεσαν πολλοί κι έκαναν έλεγχο ακόμα και στους πατεράδες τους. Εκεί ήταν που αποφάσισε να την παρατήσει κάτω από το σπίτι. Τι να πληρώνουμε; Εδώ δεν έχουμε για τα βασικά. Και η ελευθερία της βέσπας, έμεινε στα αζήτητα. Και φυσικά, περιορίστηκε και η δική μας ελευθερία. Δεν γίνεται να πας για τσιγάρα και να σε σταματάνε οι μπάτσοι για τα σχετικά. Αλλά αυτό, όπως αποδείχτηκε  ήταν μεγάλο λάθος.

Παρατημένη κάτω από το σπίτι να τη βλέπουν όλοι για χρόνια, και χρόνια να μην κινείται, κάποια κλεφτρόνια πήραν την απόφαση. Κι όταν έχεις αφήσει κάτι εκεί και το θεωρείς δεδομένο, δεν υπάρχει. Ακόμα κι αν λείψει, δεν το καταλαβαίνεις. Έχεις την εντύπωση πως είναι εκεί. Κι έτσι ένα βράδυ, ένας φίλος μου το επισήμανε. Πού είναι η βέσπα του πατέρα σου; Κι εγώ του είπα: εκεί είναι. Κι όταν περάσαμε από το σπίτι, δεν ήταν τίποτε εκεί. Η απώλεια μπροστά μας. Ένα κενό.

Ήταν πια ξεκάθαρο. Την πήραν για ανταλλακτικά. Κι όταν γυρνούσε ο πατέρας και ρωτούσε στα καφενεία της περιοχής, όλοι ήξεραν και κανείς δεν ήξερε. Δεν βγάζεις άκρη.

Το ζήτημα όμως παραμένει, και θα παραμείνει για όσο ζούμε: Η βέσπα στην οποία μεγάλωσα, δεν υπήρχε πια. Και ο πόνος, κι ας μην έμαθα ποτέ να την οδηγώ. Σαν να χάνεις έναν δικό σου άνθρωπο. Και δεν έχει σημασία ποιος φταίει, όλοι μας φταίμε. Αλλά αυτή η απώλεια, όταν έχεις κάτι για μια ζωή και ξαφνικά έρχεται κάποιος και σου το παίρνει… δεν μπορείς να το δεχτείς. Δεν είναι η βέσπα, αλλά ένα κομμάτι της ζωής σου που έχει κλαπεί. Κι αυτό, όσο κι αν θες, είναι δύσκολο πολύ να το αντιμετωπίσεις.