Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η συνάντηση


Μπήκα στο καφενείο για να κρυφτώ
Κάθισα σε ένα τραπεζάκι
Στις δύο θέσεις απέναντί μου
ήρθαν και κάθισαν ο Μίλτος και ο Τάσος
Έβρεχε

Ο Τάσος έλεγε πως
οι θαμώνες του καφενείου
γελούσαν σαν αποκοιμιόταν στην καρέκλα
αλλά τι να έκανε που οι νεκροί κάθονται άγρυπνοι 
και πρέπει να κοιμηθούμε και για κείνους

Ο Μίλτος έλεγε για έναν νεκρό κόσμο 
και για κάποια τέρατα που χαρτόπαιζαν
και πως η κυρία σκατό και καρπούζι
μιλούσε πάλι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη 
το μαχαίρι της και να αρχίσει να σφάζει

Εγώ τους έβαζα ρακή στα ποτήρια
και τους καθησύχαζα
Δεν βρέχει πια στο δωμάτιο
Ας σπάσουμε τις κορνίζες
με  τα νεκρά μας πορτραίτα
Η σελήνη μας περιμένει
Έχουμε καιρό ακόμα
Ας πιούμε