Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Ο τάφος του ποιητή


Είμαι νεκρός, αυτό είναι αδιαμφησβήτητο. Παρόλα αυτά όμως, μπορώ ακόμα να σκέφτομαι, να έχω συνείδηση της κατάστασής μου και να περιφέρομαι με έναν διακριτικό τρόπο στο χώρο των ζωντανών. Μπορώ ακόμα να επηρεάζω πράγματα και καταστάσεις και να γίνομαι, ας το πούμε: η έμπνευση, όποιου συγγραφέα θελήσω. Κι αυτό γιατί, δεν θα μπορούσα διαφορετικά να σας διηγηθώ αυτό το μυστήριο περιστατικό του θανάτου μου. Μυστήριο γιατί δεν μπορεί εξηγηθεί με την κοινή λογική, αλλά τελικά αυτή η κοινή λογική, τι μπορεί να εξηγήσει; Ίσως τίποτα.
Έτσι λοιπόν, έψαξα και βρήκα κάποιον άσημο συγγραφέα που κατά κάποιον τρόπο, ταίριαζε ο τρόπος του με τον τρόπο που εκφραζόμουν όσο ήμουν ζωντανός. Πέρασα στο κεφάλι του κι έγινα η έμπνευσή του. Ο συγγραφέας, ξεκίνησε να γράφει αυτά που του υπαγόρευα εγώ. Δεν το γνώριζε όμως κι αυτό ήταν το ωραίο:

Ήταν εκείνη η επίσκεψή μου στο Παρίσι πριν μερικά χρόνια, ήταν η εμμονή που είχα με την τέχνη – τους ποιητές και τους ζωγράφους κυρίως – αλλά σίγουρα έπαιξε ρόλο και η ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία μου καθώς και η τάση που είχα πάντοτε, να ξεφεύγω από τον χωροχρόνο στον οποίο βρίσκομαι και να ταξιδεύω σε παράλληλα σύμπαντα. Βέβαια, μπορεί να έπαιξαν κι άλλα πράγματα ρόλο, αλλά αυτά θα τα δούμε στη συνέχεια της ιστορίας.
Ο χρόνος διαμονής ή καλύτερα, περιήγησής μου στο Παρίσι, ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει μια βδομάδα. Έτσι λοιπόν, καθώς το ξενοδοχείο στο οποίο διέμενα βρισκόταν σε κάποιο κακόφημο δρόμο, όχι πολύ μακριά από την Μονμάρτη, ξεκίνησα με το να περιηγούμαι στα στενά και να ανακαλύπτω την γύρω περιοχή. Δεν άργησα μάλιστα να βρω και κάποια μπιστρό μακριά από τα τουριστικά κέντρα με φθηνό αλκοόλ, ωραία ατμόσφαιρα και καλή μουσική. Η Μονμάρτη είναι λόφος και ανεβαίνοντας στη Σακρ Κερ, μπορείς να δεις όλο το Παρίσι από ψηλά. Αλλά ο σκοπός της επίσκεψής μου - πέρα από το να γνωρίσω την πόλη - ήταν για να δω από κοντά όλα αυτά τα έργα των αγαπημένων μου καλλιτεχνών. Έτσι περνούσα αρκετές ώρες των ημερών που ακολούθησαν, πηγαίνοντας από μουσείο σε μουσείο για να συναντήσω τον Van Gogh, τον Gauguin, τον Courbet, τον Modigliani, τον Picasso και πολλούς άλλους. Η μαγεία των χρωμάτων και η προσωπική πινελιά του κάθε καλλιτέχνη, με απορροφούσε, έμπαινα μες τον πίνακα κι έκανα κάθε φορά, κι ένα ξεχωριστό ταξίδι.  Ο λόγος όμως που τα εξιστορώ όλα αυτά, είναι άλλος. Θα καταλάβετε παρακάτω.

Η εβδομάδα πέρασε γνωρίζοντας τους δρόμους της πόλης και βλέποντας από κοντά, όλα αυτά τα έργα τέχνης που είχα τόσο αγαπήσει από φωτογραφίες, περιοδικά και βιβλία. Την τελευταία μέρα λοιπόν, είχα επιλέξει να κάνω μια κάπως περίεργη επίσκεψη. Θα πήγαινα ως προσκυνητής στο νεκροταφείο Μονπαρνάς. Πολλοί από τους καλλιτέχνες που θαύμαζα ήταν θαμμένοι εκεί. Ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο Σάμιουελ Μπέκετ, η Σιμόν Ντε Μποβουάρ μαζί με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Σαρλ Μπωντλαίρ… εντάξει όλοι οι άλλοι, αλλά ο Σαρλ Μπωντλαίρ, αυτός ο σκοτεινός ποιητής που σημάδεψε με το έργο του τα χρόνια της νεότητάς μου και συντέλεσε – δίχως να το ξέρει – στο να γίνω αυτό που είμαι τώρα.  

Έφτασα στο νεκροταφείο κατά τις δέκα το πρωί. Παρόλο που ήταν καλοκαίρι, εκείνη τη μέρα είχε συννεφιά κι ένα δροσερό αεράκι έδινε έναν ιδιαίτερο τόνο στην όλη ατμόσφαιρα του τοπίου. Το νεκροταφείο ήταν τεραστίων διαστάσεων, είχε πολλούς διαδρόμους και αρκετό πράσινο. Το λίπασμα φαίνεται είναι καλό σε κάτι τέτοια μέρη κι ευνοείται η χλωρίδα. Μπήκα, δεν θυμάμαι από ποια είσοδο και αποφάσισα να το γυρίσω ολόκληρο για να ανακαλύψω την τελευταία κατοικία όσων, γνωστών ή αγνώστων, βρίσκονταν εκεί. Περπατούσα στους διαδρόμους παρατηρώντας τους τάφους, έναν προς ένα. Με όλη αυτή τη βλάστηση, ακόμα κι αν είχε ήλιο, θα ήταν σκιερά. Η συννεφιά όμως με το δροσερό αεράκι, βοηθούσαν την περιήγησή μου και δημιουργούσαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα.
Πολλοί από τους τάφους ήταν γλυπτά, έργα τέχνης. Η καμπάνα χτυπούσε νεκρικά. Μάλλον κάποιος νέος ένοικος θα ερχόταν να κατοικήσει εκεί. Συνέχισα την περιήγησή μου αδιαφορώντας για τον νέο νεκρό. Άλλωστε, σκοπός μου ήταν να πω το πρώτο –  ίσως και το τελευταίο – αντίο, στους καλλιτέχνες που γνώριζα από πριν πως βρίσκονταν εκεί. Έτσι λοιπόν χαιρέτησα τον Μπέκετ, τον Σαρτρ και τη Μποβουάρ, τον Ιονέσκο, τον Κοραή και άλλους πολλούς. Βρέθηκα μπροστά και στον οικογενειακό τάφο των Μποντλαίρ. Δεν το περίμενα ο Σαρλ να βρίσκεται σε οικογενειακό τάφο. Κάθισα όμως και του μίλησα και είμαι σίγουρος πως με άκουσε κι αυτός. Φαίνεται μάλιστα πως με συμπάθησε καθώς εκείνη τη στιγμή, έπεσαν μερικές σταγόνες βροχής.

Ικανοποιημένος που είχα εκπληρώσει το σκοπό μου, κάθισα σε ένα παγκάκι στο κέντρο της πλατείας του νεκροταφείου να ξεκουραστώ και να καπνίσω ένα τσιγάρο. Εκεί βρισκόταν ένα πραγματικά όμορφο γλυπτό που ονομαζόταν: το πνεύμα του αιώνιου ύπνου. Η κηδεία  του νέου ένοικου είχε ξεκινήσει καθώς τους είδα να περνάν από μπροστά μου και να χάνονται σε έναν από τους διαδρόμους. Ο χώρος του νεκροταφείου τούτου ήταν πραγματικά τεραστίων διαστάσεων.

Η ηρεμία που επικρατούσε εκεί, με είχε επηρεάσει. Ένοιωθα γαλήνιος κι ανάλαφρος. Ικανοποιημένος ίσως, που επικοινώνησα με κάποιους από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Ευχαριστημένος που οι καιρικές συνθήκες ευνοούσαν κι έδιναν μια ιδιαίτερη διάσταση στο τοπίο. Βρισκόμουν στην τελευταία κατοικία των αγαπημένων μου ποιητών. Δεν ξέρω αν θα με καταλάβετε, αλλά ένοιωσα πληρότητα. Έσβησα το τσιγάρο μου και ξεκίνησα για την έξοδο.

Είχα την εντύπωση πως γνώριζα που βρισκόταν η έξοδος. Έτσι πέρασα ξανά από τους διαδρόμους, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, αλλά σταματώντας και πάλι σε κάθε τι που μου έκανε εντύπωση.  Μια αίσθηση, σαν να μην είχα περάσει πριν από αυτά τα σημεία, με είχε καταβάλει. Ίσως και μην είχα. Πού βρισκόταν όμως η έξοδος; Θα το πάρω γύρω γύρω, περιφερειακά και θα τη βρω, σκέφτηκα.

Κάποια στιγμή, βρέθηκα σε έναν διάδρομο που οδηγούσε σε αδιέξοδο. Υπήρχαν τάφοι αριστερά και δεξιά κι ένας τάφος που ξεχώριζε από μακριά – ευθύς απέναντί μου. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, αλλά για έναν περίεργο λόγο, δεν με ενοχλούσε καθόλου η βροχή. Μπορώ να πω πως μου άρεσε κιόλας, αισθάνθηκα να με εξαγνίζει. Πλησίασα...
Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό. Ένα γλυπτό που απεικόνιζε κάποιον πεθαμένο, ολόσωμο, ξαπλωμένο με τα χέρια σταυρωτά στο στήθος, τυλιγμένο με σάβανο. Κι από εκεί και πάνω, υψωνόταν κάθετα προς τον τάφο, ένα άλλο γλυπτό, κάποιου με σκελετωμένα πλευρά και το πρόσωπο ενός νέου, πολύ οικείου. Έμεινα άναυδος. Ο τοίχος που ήταν στημένο το γλυπτό τάφος, είχε καλυφθεί από έναν κισσό και πίσω από αυτό, υπήρχαν κάτι πανύψηλα κυπαρίσσια. Ο κισσός είχε αρχίσει να αγκαλιάζει το μνήμα. Υπήρχε ακουμπισμένο ένα μαραμένο τριαντάφυλλο και κάτω στα πόδια του νεκρού, ήταν χαραγμένο το όνομα BAUDELAIRE. Μου κόπηκε η ανάσα. Είχα πέσει πάνω στο κενοτάφιο του Μπωντλαίρ. Αφού συνήλθα από την ταραχή, άρχισα να του μιλάω στη γλώσσα μου. Άλλωστε οι νεκροί καταλαβαίνουν όλες τις γλώσσες. Και αυτή τη φορά, το ένοιωθα, το ήξερα, το καταλάβαινα πως με ακούει. Ένα δέος με είχε κυριεύσει. Στεκόμουν όρθιος μπροστά στο μνήμα του Μπωντλαίρ και δεχόμουν με ευχαρίστηση τη βροχή. Αυτό δεν ήταν κενοτάφιο. Η ψυχή του βρισκόταν εκεί. Μπορούσα να τον νοιώσω και με ένοιωθε κι εκείνος.
Μεγάλε Ποιητή, ώστε είσαι στ’ αλήθεια καταραμένος! Σε αγαπώ κι ας μου κόπηκε η χολή μόλις σε είδα. Σε ευχαριστώ για όλα! Ελπίζω να είσαι γαλήνιος στον ύπνο των αιώνων. Ζητώ συγνώμη αν με την απρόσμενη παρουσία μου σε τάραξα. Μάλλον πρέπει να πηγαίνω τώρα. Θα τα πούμε ξανά. Ελπίζω όχι πολύ σύντομα… έχω να φτιάξω το δικό μου έργο πρώτα. Πρέπει να σε αφήσω. Το ξέρω, εσύ με καταλαβαίνεις. Γεια σου μεγάλε Ποιητή! Έπειτα, παρέμεινα λιγάκι ακόμα χωρίς να μιλάμε. 
Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει. Μόνο κάτι σταγόνες έπεφταν πού και που, ίσως από τα γύρω δέντρα. γύρισα πλάτη στο κενοτάφιο κι έκανα να αποχωρίσω. Το σίγουρο είναι πως δεν ήταν κενό. Πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Περπατούσα στους διαδρόμους του νεκροταφείου με βήμα σταθερό και σίγουρο. Κάθε φορά που νόμιζα πως πλησίαζα κάποια έξοδο, βρισκόμουν σε αδιέξοδο. Η έξοδος δεν υπήρχε ή θα ήταν πιο πέρα. Συνέχιζα υπομονετικά. Είχα μια μεταφυσική συνάντηση με έναν μεγάλο ποιητή. Φυσικό ήταν να τα έχω χαμένα. Συνέχιζα να περπατώ, χωρίς να βρίσκω όμως την έξοδο ή κάποιο τρόπο να φύγω από κει μέσα. Βρέθηκα ξανά στο κέντρο του νεκροταφείου. Εκεί όπου υπήρχε ο ύπνος των αιώνων. Κάθισα στο παγκάκι κι έκανα ακόμα ένα τσιγάρο. Καλά είναι όλα αυτά, αλλά νομίζω πως είναι ώρα να φεύγουμε από δω, σκέφτηκα.

Γύρισα το νεκροταφείο κάμποσες φορές χωρίς αποτέλεσμα. Δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσω. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα να βρω την έξοδο, φάνηκαν μάταιες. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Πανικοβλήθηκα κι άρχισα να τρέχω. Δεν πήγαινα πουθενά όμως. Έκανα κύκλους ξανά και ξανά και πάντα βρισκόμουν στο ίδιο σημείο. Δεν υπήρχε καμία διέξοδος. Το πήρα απόφαση. Δεν υπήρχε τρόπος να βγω από κει μέσα. Είχα εγκλωβιστεί. Ίσως ο μεγάλος ποιητής να ήθελε να με κρατήσει μαζί του. Βρήκα ένα σημείο μεταξύ των τάφων και ξάπλωσα. Ήμουν κουρασμένος, έπρεπε να κοιμηθώ.



Εξάγνιση


Μέσα στη δίνη του ανεμιστήρα
υπό τους ήχους του γειτονικού παλαιού
θορυβώδες κλιματιστικού
τον ήλιο που εισβάλει στο δωμάτιο
και την εξάντληση από την παρατεταμένη ζέστη
τέλη Αυγούστου
αναμένοντας τα πρωτοβρόχια
και το βοριά
να καθαρίσει, να εξαγνίσει το βάρος
που στάθηκε στο στήθος
πέτρα βαριά
και να μας ελευθερώσει επιτέλους
να μας λυτρώσει, να αναγεννηθούμε
και να ζήσουμε καθάριοι – ξανά από την αρχή


Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Hotel Alyzia


Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα στο κέντρο της Αθήνας κι έπρεπε να βρουν κάπου να μείνουν. Γύριζαν από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο αλλά, όλα ήταν πλήρη. Μετά από πολύ ταλαιπωρία, κατάφεραν να βρουν ένα, το πιο φθηνό ίσως της περιοχής – με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Αφού υπήρξε διαθέσιμο δωμάτιο να τους στεγάσει για εκείνο το βράδυ, δεν σκέφτηκαν τίποτε άλλο και το έκλεισαν αμέσως. Άλλωστε, αυτά τα μέρη, αντλούν μια παράξενη γοητεία σε ανθρώπους σαν αυτούς.

Αυτή ήταν μια νεαρή ηθοποιός κι αυτός ένας ρέμπελος ποιητής, σαφώς μεγαλύτερός της. Πήραν το κλειδί από τη ρεσεψιόν κι άρχισαν να ανεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα για τον τρίτο όροφο. Ανελκυστήρας, φυσικά και δεν υπήρχε και ούτε κάποιο σκοινί για να σκαρφαλώσουν – αστειάκι που τους έκανε ο ρεσεψιονίστ. Δεν είχαν πολλά πράγματα, μια μικρή βαλίτσα κι ένα σακίδιο πλάτης. Πέρασε αυτή μπροστά, λαμπερή κι αεράτη όπως πάντα, με ένα κοντό φορεματάκι να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός ακολουθούσε από πίσω απολαμβάνοντας το θέαμα. Σε κάθε βήμα, η σκάλα έτριζε – το κτήριο ήταν παλιό, του 70 χωρίς καμία μετατροπή από τότε και τους μετέφερε σε μια άλλη εποχή. Οι κρότοι των βημάτων και το τρίξιμο της ξύλινης σκάλας, έδιναν έναν ιδιαίτερο τόνο στο χώρο και τη νύχτα. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος όροφος. Φως στο διάδρομο του τρίτου δεν υπήρχε. Άναψε τότε τον αναπτήρα του για να βρει την κλειδαρότρυπα, ξεκλείδωσε την πόρτα και πέρασαν στο δωμάτιο.

Ευτυχώς, εκεί υπήρχε φως. Υπήρχε επίσης ένα ημίδιπλο κρεβάτι με ένα σεντόνι από κάτω κι ένα μαξιλάρι χωρίς μαξιλαροθήκη. Ο τοίχος δίπλα στο κρεβάτι είχε λεκέδες από αίμα – ίσως από σκοτωμένα κουνούπια ή από κάποιο φονικό που δεν έμαθε ποτέ κανείς και ο δολοφόνος τα καθάρισε λίγο πρόχειρα. Είχε όμως κουζινάκι, νεροχύτη, κάποια ποτήρια, ένα τραπεζάκι και 2 καρέκλες, μια τουαλέτα με διαρροή στο καζανάκι και σπασμένο καπάκι λεκάνης. Υπήρχαν και 2 ντουλάπες. Η μια είχε ένα χρησιμοποιημένο βρώμικο σεντόνι και η άλλη κάποιες κουβέρτες πεταμένες χύμα μέσα, καθώς κι ένα ακόμη μαξιλάρι. Υπήρχαν και 2 παράθυρα με μπετούγια και πατζούρια με αναδιπλωμένα φύλλα παλιού τύπου. Όλα έμοιαζαν υπέροχα. Θα ζητούσαν μονάχα 2 μαξιλαροθήκες και θα ήταν εντάξει. Άφησαν τα πράγματά τους και βγήκαν από το δωμάτιο. Η πόρτα δίπλα, οδηγούσε στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Πέρασαν να εξερευνήσουν. Στην ταράτσα υπήρχαν 2 τραπεζάκια και κάποιες καρέκλες. Θέα είχαν τις αντικρινές πολυκατοικίες κι έναν ουρανό. Θα τα χρησιμοποιούσαν μετά την έξοδό τους. Τώρα όμως, έπρεπε να φύγουν και να βρουν ένα ωραίο σημείο να ησυχάσουν και να πιουν στο γεγονός πως κατάφεραν επιτέλους να βρουν ένα σημείο για να περάσουν το βράδυ.  Άρχισαν λοιπόν, να κατεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα. Αυτή μπροστά κι αυτός ακολουθούσε. Του άρεσε να χαζεύει τα γοφιά και τις γάμπες της. Της άρεσε να ξέρει πως την παρακολουθεί και τον προκαλούσε με κάθε της κίνηση. Χωρίς να το γνωρίζουν, γέμιζαν με μια απροσδόκητη ομορφιά το χώρο.


Μετά από λίγες ώρες, επέστρεψαν πιωμένοι από την έξοδό τους, κρατώντας μια σακούλα με μπύρες για να συνεχίσουν στην ταράτσα. Ανέβηκαν τη σκάλα κατά τον ίδιο τρόπο. Αυτή τη φορά, το μέρος αυτό τους φάνηκε αναπάντεχα οικείο. Ίσως, σε κάποια προηγούμενη ζωή να είχαν ζήσει εκεί. Ίσως, αυτοί να το έφτιαξαν ή ακόμα καλύτερα, να είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς τους δύο. Έφτασαν στο δωμάτιο κι αυτός άνοιξε την πόρτα χωρίς να χρειαστεί αναπτήρα για φως. Άφησαν τις υπόλοιπες μπύρες στον πάγκο, πήραν δύο και βγήκαν να τις πιουν στην ταράτσα κοιτώντας τα άθλια κτήρια της περιοχής. Τα κτήρια υψώνονταν μπροστά τους σαν κλουβιά, ενώ κάτω, έβλεπαν τους λερούς ασήμαντους δρόμους με το χλωμό φωτισμό των δημόσιων λαμπτήρων να τους περιγράφει. Ήταν αργά κι επικρατούσε σχετική ησυχία. Είχε ησυχάσει η μέρα και η ζέστη, κι έτσι, η νύχτα τους χάριζε μια ανεπαίσθητη δροσούλα – που όμως ήταν λυτρωτική. Κάθισαν δίπλα ο ένας στον άλλο. Εκεί υπήρχε μια γλάστρα με χώμα - χωρίς φυτό – και αποφάσισαν να τη χρησιμοποιήσουν για να σβήνουν τα τσιγάρα τους. Άφησαν τις μπύρες κάτω κι άπλωσαν τα πόδια τους στα κάγκελα της ταράτσας. Αυτός, ζαλισμένος καθώς ήταν, άρχισε να μιλάει:

«Δες όλα αυτά τα κλουβιά που κρύβουν οι άνθρωποι τις ψυχές τους, τη μιζέρια που τους περικλείει και όλα αυτά τα άθλια κτίσματα που υψώνονται μπροστά μας. Κοίταξε το δρόμο κάτω κι αυτό το ωχρό φως που περιγράφει τόσο όμορφα το τοπίο. Είναι παράξενο που όλη αυτή η αθλιότητα έχει να προσδώσει κάτι όμορφο, όχι για όλους, αλλά μονάχα γι’ αυτούς που είναι σε θέση να το δουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν κι εμείς τους κοιτάμε από ψηλά, λες και δεν είμαστε όμοιοί τους. Ίδιοι είμαστε όλοι, αλλά τουλάχιστον, εμείς μπορούμε και βλέπουμε – και δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να δουν. Δεν είμαστε καλύτεροι, αλλά κάνουμε τις επιλογές μας, κι αυτό που επιλέγουμε, είναι η ζωή! Με κάθε κόστος και το πληρώνουμε καθημερινά. Ω! δεν ξέρω, μάλλον έχω μεθύσει και δεν ξέρω τι λέω, αλλά εδώ, περνάμε τόσο όμορφα, κι αυτό είναι ένα ποίημα για σένα!»

Τον κοίταξε και του είπε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτσι και πόσο τυχεροί είναι που έχουν ο ένας τον άλλο και που μπορούν να βρήσκουν την ομορφιά οπουδήποτε κι αν υπάρχει. Σήκωσε την μπύρα της να κάνουν μια πρόποση. Ήπιαν και συνέχισαν τη βραδιά τους συζητώντας ώσπου, άκουσαν μια γυναικεία φωνή από το διπλανό δωμάτιο, εμφανώς ενοχλημένη να λέει: «Άσε με! Δε θέλω!» κι έπειτα κάποια χτυπήματα και κρότους, και αυτή ανησύχησε. Αυτός της είπε πως είναι συνηθισμένο, και πως, αν δεν ακούσουν τίποτα τραβηγμένο, δεν χρειάζεται να επέμβουν. Συνέχισαν την κουβέντα τους και η φωνή αυτή ακούστηκε ξανά, πιο ενοχλημένη κι έπειτα κάποια χτυπήματα πιο δυνατά. «Μα, τι κάνει, τη δέρνει;» ρώτησε αυτή κι αυτός απάντησε «Δεν ξέρω, ας τους αφήσουμε λίγο να δούμε πώς θα εξελιχθεί.» Έπειτα επικράτησε ησυχία για λίγο και μετά ξανά: «Άσε με σου λέω! Δε θέλω!» και ακουγόταν μόνο η φωνή της γυναίκας, ο άντρας φαίνεται μιλούσε χαμηλά ή δεν μιλούσε καθόλου και ξέσπαγε στα αντικείμενα. Μα, ναι, έτσι πρέπει να ήταν καθώς τα χτυπήματα δεν συνοδεύονταν από γυναικεία φωνή.

Έτσι, οι ερωτευμένοι εραστές, δεν έδωσαν άλλη σημασία στο ζευγάρι που δεν τα έβρισκε στο διπλανό δωμάτιο και συνέχισαν να κάνουν αυτό που έκαναν, συζητώντας, φιλοσοφώντας, πίνοντας κι ανταλλάσοντας φιλιά και χάδια, κάτω από τον σκυθρωπό θερινό ουρανό της Αθήνας με θέα τις άθλιες πολυκατοικίες και τον χλωμό φωτισμό του δρόμου, βλέποντας τα πάντα από ψηλά, ίσως πολύ πιο ψηλά από την ταράτσα του ξενοδοχείου που πίστευαν πως βρίσκονταν και συνέχισαν να ομορφαίνουν το τοπίο, τη βραδιά και κάθε τι άλλο που τους περιέκλειε… ή καλύτερα, κάθε τι άλλο που περιέκλειαν αυτοί. Γιατί, όπως γνωρίζουμε καλά, τους εραστές δεν τους περικλείει τίποτε άλλο πέρα από τον έρωτά τους.


Δεν είχε περάσει ώρα όταν αισθάνθηκαν πως δεν είναι πια οι μόνοι θαμώνες της ταράτσας. Και μάλιστα ακούγοντας επίμονα έναν αναπτήρα που δεν ανάβει, να κάνει προσπάθειες ξανά και ξανά. Προφανώς, ο τύπος από το διπλανό δωμάτιο, είχε βγει να κάνει τσιγάρο. Κάθισε λίγο παραπέρα και ρώτησε για φωτιά. Τότε, ο ποιητής άφησε για λίγο μόνη την ερωμένη του και πήγε στον μυστήριο τύπο να του προσφέρει. «Ευχαριστώ φίλε» του είπε εκείνος, «και με συγχωρείς που είμαι γυμνός» κάνοντας μια κίνηση να κρύψει τα απόκρυφά του, «αλλά αν σου βρίσκεται καμία μπύρα, θα το εκτιμούσα πολύ». «Μην ανησυχείς» του απάντησε ο ποιητής, «θα σε φτιάξω αμέσως» και πήγε στο δωμάτιο να πάρει άλλες δύο μπύρες. Μια για τον ίδιο και μια για τον παράξενο επισκέπτη. Επέστρεψε και του προσέφερε τη μία, και τότε αυτός ο μυστήριος γυμνός τύπος, έπιασε το χέρι του ποιητή και το φίλησε από ευγνωμοσύνη. Κατάλαβαν ο ένας τον άλλο κι αυτό ήταν αρκετό. Έπειτα ο ποιητής επέστρεψε στην όμορφη ηθοποιό και ερωμένη του και άφησαν τον απογοητευμένο γυμνό εραστή στην ησυχία του. Εκείνος, ήπιε την μπύρα του και κάπνισε το τσιγάρο του, αλλά δεν ησύχασε. Ήθελε να τους προσεγγίσει ξανά και απευθύνθηκε σε αυτούς από το σημείο που βρισκόταν, αλλά οι εραστές έμοιαζε να μην ακούνε. Είχαν τη δικιά τους κουβέντα και τίποτα δεν μπορούσε να τους αποσπάσει.

Εκείνη, κοιτώντας κάτω το δρόμο από την ταράτσα κι αντιλαμβάνοντας το ύψος, τον ρώτησε: «Όποτε κοιτάς από ψηλά, δεν σκέφτεσαι πως θα ήταν να πέφτεις;» Κι αυτός απάντησε, «Πάντα! Αυτή είναι η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο μυαλό. Έπειτα, καταλαβαίνω πως δεν είναι ακόμα η στιγμή, κι έτσι, το  αναβάλλω ως ιδανικός αυτόχειρας. Αλίμονο σε αυτούς που δεν σκέφτονται έτσι. Αλλά εμείς, νιώθουμε το ίδιο. Ίσως γι’ αυτό να επιλέξαμε να είμαστε μαζί. Αγαπάμε πολύ τη ζωή, κι ο θάνατος… είναι κάτι αναπόφευκτο. Όλοι θα πεθάνουμε, δεν χρειάζεται να τον προσδοκούμε, ούτε να τον προκαλούμε. Εξάλλου ο θάνατος, είναι η ανυπαρξία. Ας ζήσουμε λίγο ακόμα πριν περάσουμε σε αυτή. Ας ερωτευτούμε λίγο ακόμα τη ζωή…»  


 Οι εραστές είχαν μείνει μόνοι τους στην ταράτσα του ξενοδοχείου, βλέποντας τη μέρα να χαράζει κι ακούγοντας το πρωινό κελάηδημα των πουλιών… δεν είχε ξυπνήσει ακόμα η πόλη. Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, αποφάσισαν να πάνε να ξεκουραστούν.
Επέστρεψαν στο δωμάτιο και ξάπλωσαν στο κρεβάτι που δίπλα ήταν ο τοίχος με τα αίματα. «Κράτα με μακριά από αυτόν τον τοίχο, τον σιχαίνομαι» του είπε εκείνη κι εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του, στη μέση του κρεβατιού και βυθίστηκαν αμέσως σε έναν ύπνο δίχως όνειρα. Ήτανε και οι δυο εξαντλημένοι.


Μετά από τρεις ώρες, ξύπνησαν και οι δυο από τη ζέστη και τη φασαρία του δρόμου. Ήταν στην ίδια ακριβώς θέση που είχαν αποκοιμηθεί. Η πόλη είχε ξυπνήσει. Έκαναν έρωτα, όπως συνήθιζαν κάθε φορά που ξυπνούσαν κι έπειτα κάθισαν λίγο ακόμα στο κρεβάτι. Μετά σηκώθηκαν, κατούρησαν, πλύθηκαν κι ετοίμασαν τα πράγματά τους για να φύγουν. Η μέρα τους περίμενε, δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν.  Κατέβηκαν την ίδια ξύλινη σκάλα όπως είχαν μάθει να κάνουν. Αυτή μπροστά να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός να ακολουθεί από πίσω απολαμβάνοντας το υπέροχο αυτό θέαμα που ήξερε πως συμβαίνει γι’ αυτόν και μόνο. Γέμισαν το χώρο με έναν ακατάβλητο ερωτισμό  – όπως κάθε φορά –  παρέδωσαν τα κλειδιά του δωματίου στη ρεσεψιόν και αποχώρισαν.

Το άθλιο αυτό ξενοδοχείο, θα έμενε για πάντα στις καρδιές τους. Εξάλλου, ή αυτοί το είχαν δημιουργήσει, ή είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς και μόνο.








Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Αυτοπροσωπογραφία

Έχω ένα τρύπιο τζην
και δύο τρύπια παπούτσια
Φοράω μια μπλούζα λευκή
εγώ που φοράω πάντα μαύρα
Η στάχτη από το τσιγάρο
πέφτει πάνω μου
και τινάζομαι να μην πάρω φωτιά
Βγάζω αυτό το σημειωματάριο
και γράφω αυτές τις λέξεις
Είμαι αλήτης –
                δεν αμφέβαλε ποτέ κανείς
Είμαι ποιητής –
                δεν αμφέβαλε ποτέ κανείς
Κέρνα τώρα την επόμενη ρακή
και δεν θα βγάλω το μαχαίρι 




Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Ρίζες

Δεν έχω ρίζες
Κανέναν τόπο δεν θεώρησα
                                    τόπο μου
Καμία περιοχή
                 περιοχή μου
Παντού ξένος – τουρίστας
δίχως χρήματα
            δίχως αποσκευές
περιπλανώμενος αλήτης
να περιθεωρώ τον κόσμο
την κοινωνία των ανθρώπων
να κρατάω τις αποστάσεις μου
και να γράφω πάντα για τον εαυτό μου
Να είμαι ελεύθερος
                              μόνος
να γυρίζω  γυρίζω γυρίζω
φτερό στον άνεμο
                  έρμαιο κανενός


πρόχειρη ηχογράφηση του παραπάνω ποιήματος εδώ