Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Για τον Νίκο Ρωμανό



Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις 10/12/14, λίγες ώρες πριν τα τελευταία γεγονότα.        
           Ο Νίκος Ρωμανός σταμάτησε την απεργία πείνας  ύστερα από 31 μέρες, αφού ικανοποιήθηκε το αίτημά  του να μπορέσει να φοιτήσει στο ΤΕΙ Πειραιά. Πιστεύω πως δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε λεπτομέρειες ή ειδησεογραφικές ανοησίες. Λίγο πολύ, είναι σε όλους γνωστά και το παρακάτω κείμενο είναι προσωπική μου τοποθέτηση.

            Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που διάβασα τα βιβλία του Χρόνη Μίσιου και του Περικλή Κοροβέση. Αυτό που περιέγραφαν με γλαφυρές εικόνες και λογοτεχνικό τρόπο, ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Τα βιώνουμε και σήμερα με βασανισμούς κρατουμένων στη ΓΑΔΑ ή οπουδήποτε αλλού. Πολλά τα παραδείγματα της ιστορίας, αλλά η ιστορία συνεχίζεται και η εκάστοτε εξουσία κρατάει πάντα την ίδια στάση απέναντι στους αγωνιστές.  Σε αυτούς που διεκδικούν έναν καλύτερο κόσμο και δεν υποτάσσονται. Δε χρειάζεται να ψάξουμε μακριά όταν κάποιος νέος στις μέρες μας, αντιδρά με τέτοιο σθένος, ώστε να δίνει ακόμα και τη ζωή του για τις ιδέες του.
           Η κάθε εποχή έχει τους αγωνιστές της όπως και αυτή που ζούμε. Στο προσκήνιο σήμερα, έχει βρεθεί ο Νίκος Ρωμανός και δεν διστάζει πουθενά. Χρόνια είχα να γνωρίσω τέτοιον αγωνιστή επαναστάτη. Πηγή έμπνευσης για τον καθένα από μας και στήριγμα, να μην το βάζουμε κάτω, ποτέ. Ωραίος άνθρωπος, αληθινός. Λίγοι έχουν τη δύναμή να κάνουν αυτό που κάνει. Και το έχει πάρει εγωιστικά, δε θα υποκύψει, δε θα κάνει πίσω ποτέ. Παίζει την ίδια του τη ζωή ως το τέλος. Και είτε ζήσει, είτε πεθάνει, θα έχει καταφέρει να νικήσει το φρικαλέο πρόσωπο του τέρατος της εξουσίας.
         Γράφω συναισθηματικά και δεν θα κάνω καμία πολιτική ανάλυση. Τα πράγματα αλλάζουν μέρα με τη μέρα με τις δικιές μας δράσεις/αντιδράσεις.
          Έτσι, όταν είχαμε κανονίσει μια έκθεση ζωγραφικής μαζί με κάτι φίλους, δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα συνέπιπτε με όλα αυτά τα γεγονότα που προμηνύουν μια εξέγερση. Που είναι τόσο κρίσιμες ώρες για την υγεία του Νίκου Ρωμανού, που είναι τόσο ηλεκτρισμένο το κλίμα παντού γύρω. Μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Που κρατάει ακόμα όμως και δεν εκρήγνυται. Για πόσο ακόμα;
           Θεωρώ απαραίτητο λοιπόν να δηλώσω, τόσο την αλληλεγγύη μου, όσο και την συνενοχή μου για ό,τι συμβεί από δω και πέρα.
            Νίκο, κράτα γερά. Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο με όποιο κόστος.

 Υ.Γ. 1 Ο αγώνας συνεχίζεται.
 Υ.Γ.2 Ο Νίκος Ρωμανός, πέρα από επαναστάτης, φαίνεται πως είναι κι ένας υπέροχος λογοτέχνης. Διαβάζοντας τις προκηρύξεις του, μπορείς να το καταλάβεις.
 Y.Γ. 3 Εβίβες αδελφέ! Τα λέμε στο δρόμο.


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Άρθρο στο "Κόσκινο"

Ευχαριστώ τον Δημήτρη Τρωαδίτη για την παρουσίαση του νέου μου βιβλίου στο ιστολόγιο "Το κόσκινο". Δείτε εδώ

Επίσης, ευχάριστη έκπληξη μου προκάλεσε το γεγονός πως το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνόγλωσση εφημερίδα της Μελβούρνης "Νέος κόσμος", το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014.
Δείτε εδώ

Θέλω μονάχα να κάνω μια επισήμανση όσον αφορά τις ενότητες του βιβλίου. Δεν είναι δυο όπως γράφει το κείμενο, αλλά τρεις. "Ο γελωτοποιός" που περιέχει ποιήματα, "Η ψυχεδέλεια" με δυο ποιήματα και μερικά πεζά και η ενότητα "Στο δρόμο" που περιέχει επίσης πεζά.
Οι ενότητες είναι χωρισμένες θεματικά και ακολουθούν την ίδια λογική με την προηγούμενη λογοτεχνική μου δουλειά  "Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου". Τα ποιήματα μπλέκονται με τα πεζά και δεν έχουν σκοπό να χωριστούν ανά λογοτεχνικό είδος, αλλά να συμπληρώσουν θεματικά την ενότητα στην οποία βρίσκονται.
Εν πάση περιπτώσει, όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμία σημασία. Το μοναδικό πράγμα που ίσως έχει σημασία, είναι το έργο να βρει σωστούς αποδέκτες και να εξαντλήσει την όποια αξία του ανεξάρτητα από τον δημιουργό του.

Αυτά προς το παρόν.
Μέχρι το επόμενο, καλή συνέχεια και αγωνιστικούς χαιρετισμούς σε όλους όσους αντιδρούν.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η νόσος της γαμημένης ποίησης



                Ανατρέχοντας στα παλιά μου γραπτά, έκανα κάποιες παρατηρήσεις που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας. Μια συζήτηση που είχαμε με τη σύντροφό μου, με έκανε να σκεφτώ παλιές καταστάσεις και να πιάσω, μετά από χρόνια, το πρώτο βιβλίο που είχα εκδώσει και να ξαναδιαβάσω κάποια από τα ποιήματα που είχα γράψει εκείνη την εποχή. Τότε λοιπόν, ήρθα σε επαφή με έναν άνθρωπο που νόμιζα πως τον είχα ολότελα ξεχάσει. Τον εαυτό μου την περίοδο εκείνη. Τι συνέβη λοιπόν;

                Ένιωσα την ασφυκτική μοναξιά και τις ιδιαίτερες καταστάσεις που γράφτηκαν εκείνα τα ποιήματα. Κάποια ήταν δυνατά και στεκόντουσαν χωρίς παρεμβάσεις, κάποια άλλα, νομίζω πως ήθελαν διορθώσεις για να μπορέσουν να σταθούν και ορισμένα άλλα, πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να τα έχω εκδώσει ποτέ. Ήταν κατάθεση ψυχής φυσικά, αλλά είχαν επαναλήψεις κι έλεγαν πράγματα που δεν θα τολμούσε να εκμυστηρευτεί κανείς. Πολύ τολμηρό.

                Βλέποντάς το λογοτεχνικά, κάποια σημεία ήθελαν επεξεργασία. Δεν έχει και πολύ σημασία όμως, καθώς ξέρω πως ελάχιστοι έχουν το βιβλίο της Νόσου και πως ακόμα πιο λίγοι το έχουν διαβάσει.  Αυτό σώζει κάπως την κατάσταση κι επίσης το γεγονός πως δύσκολα μπορεί να το βρει κανείς. Έχει κι αυτό τη γοητεία του. Επίσης, γοητεία έχει και το γεγονός πως κάποιος νεαρός ποιητής, δεν κολλάει σε τύπους και φόρμες και πετάει την τέχνη του στα σκυλιά, αδιαφορώντας για αναγνώριση και λογοτεχνικούς κύκλους, κάνοντας το δικό του χωρίς να δίνει λογαριασμό πουθενά. Ένας καταραμένος  "ποιητής" που δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε καταραμένος, ούτε ποιητής. Και το αστείο είναι πως, ακόμα και σήμερα, δεν έχω αλλάξει πολύ το ύφος. Απλά το έχω δουλέψει παραπάνω, αλλά ουσιαστικά, παραμένω ο ίδιος 25χρονος που ήμουν τότε. Δηλαδή, όταν έγραφα το υλικό που θα αποτελούσε τη Νόσο Της Ποίησης.

                Σήμερα, θα μπορούσα, αν ήθελα, να τα επανεκδώσω διορθωμένα, αλλά νομίζω πως δεν έχει ουσία αυτό. Το βιβλίο σηματοδοτεί την εικόνα που είχα για τη ζωή την περίοδο 2004 με 2008. Γι΄ αυτό και είναι ασυνήθιστα μεγάλο για ποιητική συλλογή. 150 σελίδες. Δεν άφησα έξω σχεδόν τίποτα. Κατά κύριο λόγο, όλα τους πρωτόλεια, καθαρά η πρώτη γραφή - όπως συνήθιζα να κάνω.

                Η Νόσος Της Ποίησης λοιπόν, έχει τη δική της ιδιαιτερότητα και δύναμη, που δεν θα μπορούσα ποτέ να επέμβω καταστρέφωντας την.  Αν το έκανα αυτό, θα χαλούσα την αυθεντικότητά τους και θα έχαναν τη μοναδικότητά τους. Ένας συγγραφέας που σέβεται το έργο του, ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν γινόταν πιο "όμορφο" ή κοινά και "λογοτεχνικά αποδεκτό".

                Εξάλλου, αυτοί που έχουν διαβάσει τις επόμενες λογοτεχνικές δουλειές μου, θα μπορέσουν να καταλάβουν τη συνέχεια και την ουσία της πρώτης μου αυτής δουλειάς, χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσω τίποτα. Δηλαδή, όχι όλοι... Εξαρτάται από το πόσο καλοπροαίρετος αναγνώστης είσαι.  Όσο για τους άλλους, μπορούν να συνεχίσουν να είναι εγκλωβισμένοι στους λογοτεχνικούς τους κύκλους και να κατακρίνουν οτιδήποτε είναι διαφορετικό ή ασυνήθιστο με αυτό που τους έχουν μάθει. Δεν μας αφορούν. Άλλωστε, ο λόγος που κάνουμε τέχνη, είναι πρωτίστως για να εκφράσουμε τον εαυτό μας. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται δεύτερα. Ή τρίτα. Ή τελευταία. Ή δεν υπάρχουν καν. Μα τι λέω; Φυσικά και δεν υπάρχουν καν.


φωτογραφία του φίλου Βαγγέλη Βαζαίου 




Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ο ξένος


Όταν το πλοίο έφτασε στο λιμάνι, αυτός βγήκε έξω στην πρύμη. Του άρεσε να βλέπει την διαδικασία καθώς το πλοίο πλησιάζει, να ρίχνουν τους κάβους οι ναυτικοί και να ανοίγει σιγά σιγά η μπουκαπόρτα για να ξεχυθεί το συνωστισμένο πλήθος στη στεριά. Δεν είχε λόγο να βιαστεί, και πραγματικά, σιχαινόταν τέτοιου είδους στριμώγματα. Έτσι επέλεξε να κάνει το τσιγάρο του στην πρύμη, παρατηρώντας την μέρα που ξημέρωνε και το πλοίο να πιάνει στεριά. Η πρωινή αύρα τον ξύπνησε για τα καλά και δεν σκέφτηκε να πάρει τον πρώτο καφέ της ημέρας στο πλοίο. Θα περίμενε εκεί, στην πρύμη, μέχρι να φύγουν τα φορτηγά και ο πολύς κόσμος. Άλλωστε, οι σχηματισμοί που παίρνουν τα σύννεφα και τα χρώματα του χειμωνιάτικου ουρανού, μπορούσαν να τον συνεπάρουν για ώρες. Και μάλιστα, μια τέτοια ώρα που ο ήλιος δεν έχει ανατείλει ακόμα και που, από στιγμή σε στιγμή, αλλάζει όλο το τοπίο χρώματα και αποχρώσεις, κάνοντάς σε να θαυμάζεις το έργο αυτό της φύσης. Τόλμησε μάλιστα να το παρομοιάσει με πίνακες ζωγραφικής αγαπημένων του ζωγράφων, αλλά ήξερε όμως πως η φύση εναλλάσσεται συνεχώς και πως αυτή την αίσθηση, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν θα μπορέσει να την αντιγράψει κανείς.

Τα βενετσιάνικα κτίσματα αυτής της πόλης, οι χιονισμένες βουνοκορφές, ο ήλιος που ανέτειλε αργά, δημιουργούσαν μια ονειρική εικόνα καθώς αντικατοπτρίζονταν στη θάλασσα, που ήρεμη όπως ήταν, δεχόταν κι επέστρεφε με το δικό της μοναδικό τρόπο τη μαγεία αυτή του τοπίου. Ένα ποίημα που εξελίσσεται... Όλα αυτά τον έκαναν να θυμηθεί το βαρετό και μονότονο ουρανό του καλοκαιριού και να καταλήξει: «Ο χειμώνας μου αρέσει!»

Ο πολύς ο κόσμος είχε ήδη αποχωρίσει, τα φορτηγά είχαν φύγει και μόνο κάποια ΙΧ οχήματα, έβγαιναν πότε πότε. Έβαλε το κασκόλ γύρω από το λαιμό του, κούμπωσε το μπουφάν του, έπιασε το σάκο του κι αποφάσισε να αφήσει το πλοίο μέχρι το επόμενο ταξίδι. Κατέβηκε, βγήκε στην μπουκαπόρτα και πάτησε στεριά.
Ο συννεφιασμένος ουρανός εκείνη την ώρα, έδινε όλες τις αποχρώσεις του μπλε. «Blues», σκέφτηκε, «τα χρώματα της θλίψης». Άφησε το λιμάνι πίσω του και προχώρησε. Δεν ήξερε την περιοχή, κι έτσι, γυρνώντας στα στενά της πόλης, βρέθηκε σε ένα παραδοσιακό καφενείο κοντά στο λιμάνι. Υπήρχαν ήδη κάποιοι θαμώνες εκεί, μεγαλύτεροι σαφώς από αυτόν, ντόπιοι. Δεν δίστασε, έκατσε σε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλε καφέ ελληνικό, σκέτο. Η ώρα είχε περάσει, ήταν 8 το πρωί. Ο φρεσκοκομμένος καφές ψημένος στη χόβολη, γέμιζε με το άρωμά του τη γύρω περιοχή. Έβγαλε ένα σημειωματάριο κι άρχισε να γράφει χωρίς να σκέφτεται τι. Ήταν ξένος εκεί. Το παρουσιαστικό του και η στάση του, έπειθαν γι ‘αυτό. Στο καφενείο, όλοι μουστακαλήδες. Αυτός, μουσάτος, απόμακρος και με μακριά μαλλιά. Δεν έμεινε απαρατήρητος.
Σε λίγο, φτάνει ένα καραφάκι ρακή στο τραπέζι του. «Είναι από τον Μανωλιό και την παρέα του» του λέει ο καφετζής. “Σε συνδυασμό με τον καφέ, είναι ό,τι πρέπει για το κρύο”, σκέφτεται. Γεμίζει το ποτήρι του και στρέφεται προς την παρέα των ντόπιων.
«Γεια μας!»
«Εβίβες παλικάρι! Τι σε φέρνει στα μέρη μας;»
«Ο άνεμος, νομίζω…»




Σημείωση: To παραπάνω σύντομο διήγημα δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eyelands (το site των αυτοδιαχειριζόμενων εκδόσεων "Παράξενες μέρες") με θέμα το χειμώνα. Δείτε εδώ

Στον ιστότοπο αυτό, το δημοσιεύω ξανά με κάποιες μικρές αλλαγές και με τίτλο "Ο ξένος" αντί "Ο ταξιδιώτης", όπως ήταν αρχικά.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Μια τυπική διαδικασία



Έχω ένα χρυσό δόντι στο μάτι μου
Το μάτι ενοχλούσε το δόντι κι αποφάσισα να το βγάλω
Εξάλλου ο χρυσός είναι που έχει αξία 
Και η όραση, δε χρειάζεται μάτια 

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Φωτογραφίες από την παρουσίαση 14/10/14 στο Ρέθυμνο















Για δύο αγαπημένους ποιητές



Είχε μεγάλο δίκιο ο Ρίτσος
που θεωρούσε τον Λειβαδίτη μαθητή του.
Είχε επηρεαστεί, του έμοιαζε πολύ
και ήταν νεώτερός του.
Δεν είχε όμως καθόλου δίκιο
που ούτε μια στιγμή δε στάθηκε να δει
πως ο Τάσος κατέληξε να είναι καλύτερός του.
Ίσως μονάχα την ημέρα του θανάτου του,
μα τότε ήταν αργά.

Δεν πειράζει ρε μάγκες,
εγώ σας αγαπώ και τους δύο
για αυτό που ήσασταν. 

Ρίχνω λίγη ρακή στο χώμα για εσάς. 
Εβίβες πάντα!


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Παρουσίαση στο Ρέθυμνο 14/Οκτώβρη


Οι εκδόσεις των συναδέλφων κι εγώ
σας προσκαλούμε στην παρουσίαση
της νέας  μου λογοτεχνική δουλειάς
¨Χ-έγερση Υποσυνειδήτου¨
την Τρίτη 14 Οκτωβρίου και ώρα 8:00μμ
που θα γίνει στη Μικρή Σκηνή, Γοβατζιδάκη 17,  Παλιά Πόλη.
θα με συνοδέψει με την κιθάρα του ο Γιάννης Ι. 

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ευθεία

Πίνακας του Jeremy Man


Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.


Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. 


απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Άτιτλο Ι

Δεν τον φοβάμαι το Θάνατο
Τη ζωή φοβάμαι, μη τυχόν
και δεν προλάβω να τη ζήσω
σε όλο της το μεγαλείο

(Από τη συλλογή: Η Νόσος Της Ποίησης, 2009)

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Κάτι σαν πρόλογος από το βιβλίο Χ-έγερση υποσυνειδήτου

Σαν πρόλογος

Δεν συνηθίζω να προλογίζω τα έργα μου, αλλά αυτή τη φορά, έκρινα απαραίτητο να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Το λόγο, θα τον καταλάβετε παρακάτω.

Αυτό το βιβλίο είναι η 3η ουσιαστικά λογοτεχνική δουλειά μου και περιέχει ποιήματα, πεζά και πεζοποιήματα. Όπως θα παρατηρήσατε όμως, συνοδεύεται κι από ένα cd. Τι περιέχει όμως το cd αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όταν είχα εκδώσει για πρώτη φορά, ο εκδότης μου είχε πει πως πρέπει να γίνει κάποια παρουσίαση για την προώθηση του έργου. «Και πώς γίνονται δηλαδή οι παρουσιάσεις;» αναρωτήθηκα. Από άλλες παρουσιάσεις που έτυχε να παραστώ, είχα δει πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που λένε δυο λόγια – ή πολλά παραπάνω – κάποιοι ηθοποιοί που απαγγέλουν αποσπάσματα και καμιά φορά υπάρχει και μουσική. Εγώ λοιπόν, δεν είχα κανέναν να μιλήσει για μένα, χώρια που ακόμα κι αν είχα, δεν θα επέλεγα να γίνει κάπως έτσι. Επίσης, αυτές οι στείρες αίθουσες με τις καρεκλίτσες στη σειρά και τις λάμπες φθορίου όλες αναμμένες, δεν είναι το ιδανικότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα που βγαίνει για πρώτη φορά ξυπόλυτος στα αγκάθια. Έπρεπε λοιπόν να βρω κάτι πιο οικείο. Ένα μπαρ για παράδειγμα. Ωραία. Κι επειδή δεν διακρίνομαι για τη ρητορική μου δεινότητα, αποφάσισα να διαβάσω μόνο ποιήματα. Έπρεπε όμως να σκεφτώ με ποιο τρόπο θα καλυπτόταν το κενό μεταξύ των ποιημάτων. Πήρα λοιπόν, τηλέφωνο το φίλο μου το Γιάννη που είναι μουσικός και του πρότεινα συνεργασία. Μια κιθάρα να αυτοσχεδιάζει και μια φωνή να απαγγέλει. Άρχισε να στρώνει κάπως το πράμα. Μπαρ, σκοτεινός φωτισμός, ποτά, τσιγάρα, ποίηση και μουσική. Αυτό, μάλιστα. Μου άρεσε. Από τότε λοιπόν, σε κάθε παρουσίαση, συνεργάζομαι με το Γιάννη.

Πριν δυο χρόνια, έτυχε να κανονίσω μια ποιητική βραδιά εφ’ όλης της ύλης, σε φιλικό καφενείο. Φυσικά, πάλι θα έβγαζε ο Γιάννης το φίδι από την τρύπα. Μόνο που αυτή τη φορά, μου πρότεινε να παίξει ακόμα ένας φίλος. Ο Παύλος με τα πλήκτρα του. Φυσικά και δέχτηκα. Έπρεπε όμως να κάνουμε κάποιες πρόβες, καθώς δυο όργανα για να αυτοσχεδιάσουν, θα πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην πατάει ο ένας στο βουνό κι ο άλλος στη θάλασσα. Πρέπει να κάναμε 4 με 5 πρόβες, αλλά εκεί συνέβη κάτι το απρόσμενο. Τους έλεγα μια ιδέα για το πώς φαντάζομαι τι, κι αυτοί έγραφαν μουσικά κομμάτια, το ένα μετά το άλλο. Την πρώτη κιόλας μέρα της πρόβας, γράφτηκαν 7 κομμάτια και τις υπόλοιπες, άλλα 4 ή 5. Δε θυμάμαι ακριβώς. Έτσι, χωρίς να το έχουμε πολύ μελετήσει, είχε δημιουργηθεί αυθόρμητα, μια μικρή παράσταση. Εκείνη η βραδιά, ήταν μια έκπληξη για όλους – καθώς και για μένα τον ίδιο φυσικά. Δεν είχα φανταστεί πως μπορώ να απαγγέλλω με τη συνοδεία μιας μικρής ορχήστρας. Είπαμε λοιπόν, πως κάποτε θα τα ηχογραφήσουμε κανονικά. Το είπαμε, κάναμε κάποιες πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις και το αφήσαμε. Ο καθένας είχε τις δουλειές του και όλο το αναβάλαμε.

Μετά από καιρό, μιλώντας πάλι με το Γιάννη και τον Παύλο, τους είπα πως ετοιμάζω νέα έκδοση και πως καλό θα ήταν να ξαναδουλεύαμε τα κομμάτια με σκοπό, είτε να τα ανεβάσουμε σε κάποια διαδικτυακή σελίδα για ελεύθερο κατέβασμα, είτε να τα δίναμε μαζί με το βιβλίο. Η απάντηση ήταν θετική και κινητοποιήθηκε όλη η ομάδα. Να δανειστούμε επαγγελματικά μικρόφωνα, να φτιάξουμε εκ νέου κάποια κομμάτια σε μουσική και να μπω μες τη ντουλάπα για τη λήψη της φωνής – καθώς επαγγελματικό στούντιο δεν καταφέραμε να κλείσουμε. Όσο για την επεξεργασία των κομματιών, το editing και το mastering, τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Γιάννης.

Πρότεινα λοιπόν αυτό το εγχείρημα στις εκδόσεις των συναδέλφων και δέχτηκαν.
Όλο αυτό λοιπόν, δεν θα γινόταν αν ο Γιάννης και ο Παύλος δεν με στήριζαν ηθικά και καλλιτεχνικά κι αν η ομάδα των εκδόσεων δεν πίστευε σε εμένα και στο έργο μου. Δεν είμαι τύπος που αποδίδει ευχαριστίες, αλλά εδώ, το κάνω από καρδιάς. Τους ευχαριστώ όλους πολύ.
Κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο – cd, στα χέρια σας, ελπίζω να το απολαύσετε και να ταξιδέψετε με την ποίηση και τη μουσική του. Εις το επανιδείν.

Χρήστος Ζάχος
 Ρέθυμνο 13/3/14


To cd, μπορείτε να το ακούσετε εδώ:
Το βιβλίο το βρίσκετε εδώ:

Κιθάρα, recording, mixing, mastering: Γιάννης Ισαακίδης
Πλήκτρα: Παύλος Κριτσωταλάκης
Φωνή/απαγγελία: Χρήστος Ζάχος






Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Ποιήματα γραμμένα στο καφενείο



Αναμφισβήτητη τέχνη

Τι πιο όμορφο από τέσσερα κορίτσια
να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου
με το χλομό φωτισμό
να περιγράφει τα υπέροχα πόδια τους
που τα επιδεικνύουν
τόσο θελκτικά…

Μια τέχνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς


~.~

Διαφορετικές Τέχνες

Ώχρα, κόκκινο και μαύρο
καθώς η σελήνη και οι χλομοί λαμπτήρες 
δημιουργούν γύρω σου
πανέμορφα θέματα  
που δεν θα ζωγραφίσεις ποτέ.

Τελικά η ζωγραφική και η ποίηση
είναι όντως διαφορετικές τέχνες;


~.~


 πίνακας του Fabian Perez


Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης



Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο  ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να  φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.







Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία που μπορείτε να βρείτε την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά «Χ-έγερση υποσυνειδήτου»


1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΘΗΝΑ)
2. Ποτέ πια στον Ιανό... 
3. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ (ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ-ΘΕΣ/ΚΗ)
4. ΠΑΤΑΚΗΣ (ΑΘΗΝΑ)
5. ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (ΘΕΣ/ΚΗ)
6. ΚΕΝΤΡΙ (ΘΕΣ/ΚΗ)
7. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ)
8. ΠΛΑΙΣΙΟ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
9. ΚΛΑΨΙΝΑΚΗΣ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
11. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ (Κατόπιν παραγγελίας)




Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Άλλη μια μουσική απαγγελία...

που εμπεριέχεται στο CD που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"


Τα ποιήματα που ακούγονται μπορείτε να τα βρείτε στις 2 τελευταίες εκδόσεις ("Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" και "Χ-έγερση υποσυνειδήτου") ή κάπου διάχυτα μέσα από αυτό το μπλογκ.


Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι από την παρουσίαση στο Χαλικούτι το 2012
Εκεί, ουσιαστικά, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το όλο εγχείρημα...




Γιάννης Ισαακίδης στην κιθάρα και Παύλος Κρυτσωταλάκης στα πλήκτρα



Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

X - έγερση υποσυνειδήτου


Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου
(ποιήματα και πεζά)
σε συνεργασία με τις εκδόσεις των συναδέλφων
Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

Ημερομηνία πρώτης έκδοσης:
12/5/14


Παραθέτω απόσπασμα από το υλικό που υπάρχει στο CD






Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το παραγγείλετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα  βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

Σύντομα θα ενημερώσω με αναλυτική λίστα για όλα τα σημεία πώλησης. Εννοείται πως πάντα μπορείτε να το παραγγείλετε και από το βιβλιοπωλείο της γειτονιά σας. 



Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Αναμένοντας...

Εγκυμονώ. Είμαι στις μέρες μου και σύντομα θα γεννήσω. Δεν θα πάρει πολύ, όλα είναι έτοιμα πια, μένει μόνο να περιμένω. Και περιμένω. Η αναμονή είναι δύσκολο πράγμα, εμπεριέχει αγονία, λαχτάρα και κενό χρόνο, σαν να βρίσκεσαι σε κάποια αίθουσα ιατρείου, καθισμένος σε μια καρέκλα, με τις παγερές λάμπες φθορίου να σου κουράζουν την όραση, το νου, κι εσύ να κάθεσαι εκεί να περιμένεις καρτερικά τα καλά ή τα κακά νέα. Θα ήθελες όμως, πολύ να βγεις έξω για ένα τσιγάρο, αλλά διστάζεις, αν γίνει τώρα και το χάσω;

Μπα… όχι ακριβώς, είναι διαφορετικά. Αυτό που περιγράφω παραπάνω, είναι η αναμονή του μελλοντικού πατέρα ή του φιλικού/συγγενικού προσώπου κάποιου ασθενή σε δημόσιο ιατρείο. Δεν είναι το ίδιο, δεν έχει καμία σχέση. Είναι απλά η αναμονή ενός δημιουργού που αδημονεί να δει το έργο του στην τελική του μορφή. Σε αυτή που θα κοινωνήσει με μια μερίδα ανθρώπων. Αυτή την αναμονή μπορείς να την παρομοιάσεις με πολλές άλλες, αλλά, ουσιαστικά, δεν μοιάζει με καμία. Μόνο που καμιά φορά ξεχνιόμαστε… αλλά όχι, τι είναι αυτά που λέω. Είναι απλά σκέψεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της αναμονής. Κι ας νομίζεις πως είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, ουσιαστικά, ποτέ δεν είσαι.

Ο Πικάσο έλεγε πως ποτέ δεν ξέρεις τι θα ζωγραφίσεις αν δεν ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Άσχετο, αλλά καλό. Ο Μπουκόφσκι έλεγε πως η διαφορά ενός διανοούμενου από έναν καλλιτέχνη, είναι ότι ο διανοούμενος θα πει κάτι απλό με δύσκολο τρόπο, ενώ ο καλλιτέχνης, κάτι δύσκολο με απλό τρόπο. Κι αυτό άσχετο, κι αυτό καλό. Μπορώ να πω κι άλλα καλά άσχετα, όπως για παράδειγμα, το εικαστικό έργο που έφτιαξε ο πεντάχρονος ανιψιός μου με κορδόνια και ξύλα αφού τελειώσαμε το βάψιμο της κουζίνας, κι εγώ θέλοντας να μαζέψω τα υλικά, τόσο απερίσκεπτα και άχαρα, δίχως τύψη καμιά, του το χάλασα, ή για το πώς οι μέλισσες ιδρύουν τις αυτοκρατορίες τους και για το πόσο άδολα ή δόλια ζήσαμε αφήνοντας τα γένια μας ως τα γόνατα, για να μη φαίνεται πόσο παιδιά γινόμαστε όταν τραγουδούμε – όπως έλεγε και ο Τάσος ο Λειβαδίτης, αλλά ας υποθέσουμε πως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία κι ας εστιάσουμε στο λόγο που σήμερα κάθομαι και γράφω αυτές τις γραμμές.

Ας μου το συγχωρέσει ο φίλος ποιητής Τόλης Νικηφόρου, αλλά από μια συζήτηση που είχαμε για το έργο μας και τη δραστηριότητά μας, προέκυψαν οι παρακάτω σκέψεις, τις οποίες, θέλησα να τις μοιραστώ μαζί σας. Έτυχε λοιπόν, αυτή την περίοδο, να ετοιμάζουμε και οι δυο νέες δουλειές. Ο Τόλης μια ποιητική έκδοση με τίτλο: «Φωτεινά παράθυρα», κι εγώ έναν αχταρμά με ποιήματα και πεζά. Όταν με ρώτησε λοιπόν για το βιβλίο μου, του απάντησα με τα παρακάτω λόγια:

“Ο τίτλος δεν είναι έγερση, αλλά «Χ - έγερση υποσυνειδήτου». Το αγγλικό Χ κάνει παιχνίδι με την προφορά της λέξης «Εξέγερση» και το «υποσυνειδήτου» την τοποθετεί κάπου βαθιά μέσα μας - χωρίς να έχει απαραίτητα πολιτικές προεκτάσεις, αλλά και χωρίς να τις απορρίπτει, χωρίς να γίνεται απαραίτητα συνειδητό, αλλά και χωρίς να χάνεται στο ασυνείδητο. Η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα στεγανά με σκοπό την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Ως προοίμιο  για την ουτοπική κοινωνία που ονειρευόμαστε και που πιστεύω πως κάποτε θα έρθει (αισιοδοξία;). Τα ποιήματα πραγματεύονται  την εσωτερική διαμάχη με το «εγώ», προσδοκώντας τη λύτρωση - την έγερση του υποσυνείδητου που αλλάζει μορφή και γίνεται πια συνειδητό. Κανένα ποίημα δεν θα μπορέσει ποτέ να αλλάξει τον κόσμο - όπως έλεγε και ο Αναγνωστάκης αν θυμάμαι καλά - μπορούν όμως να εκφράσουν μια εποχή, μια μερίδα ανθρώπων, και εί δυνατόν, να αφυπνίσουν. Λες να το πάρει κανείς χαμπάρι; Δεν ξέρω... Άλλωστε, ο σκοπός που κάνουμε τέχνη, είναι πρωτίστως για να λυτρωθούμε εμείς. Από κει και πέρα, τα αφήνουμε ελεύθερα να τραβήξουν το δρόμο τους. Ίσως γι’ αυτό ευχόμαστε στα νέα βιβλία να είναι καλοτάξιδα, όχι μόνο με την έννοια της μεταφοράς τους από τόπο σε τόπο, αλλά ελεύθερα ώς έννοιες, να βρούνε πραγματικούς αποδέκτες και να εξαντλήσουν την όποια αξία τους με τον τρόπο που μόνο αυτά γνωρίζουν. Εμείς, φυσικά και δεν γνωρίζουμε τίποτα.”   

Αλλά νομίζω πως ήδη σας έχω εκμυστηρευθεί πολλά. Ας αφήσουμε λοιπόν να εκδοθεί πρώτα το βιβλίο, κι έπειτα, θα πούμε κι άλλα. Μπορείτε ωστόσο να έχετε μια ιδέα για το πώς πρόκειται να γίνει το εξώφυλλο.











Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Νέο υλικό

Ταλαιπωρημένος από την ασυδοσία των εκδοτικών οίκων, είχα χάσει κάθε εμπιστοσύνη και είχα αποφασίσει πως  την επόμενη δουλειά μου θα την εξέδιδα μόνος μου. Ίσως βέβαια να φταίει και το γεγονός πως σπάνια βγαίνω από την κάμαρά μου, ίσως και η επιφυλακτικότητά μου, αλλά όπως και να ‘χει, δεν το είχα πάρει χαμπάρι. Τα έφερε όμως έτσι η τύχη, που, όσο κι αν κοιτούσα κάτω, δεν γινόταν να μη σκοντάψω πάνω τους. Σκόνταψα λοιπόν, όπως συνηθίζω να κάνω, αλλά δεν έπεσα στον ανοιχτό υπόνομο που έχασκε μπροστά μου. Κάποιοι βρίσκονταν εκεί και με σταμάτησαν. Κι επειδή το φανάρι μου από καιρό είχε σβήσει κι είχα χάσει το δρόμο μου, πίστεψα πως είναι Άνθρωποι και τους εμπιστεύτηκα. Αλλά κι εκείνοι έδειξαν πως εμπιστεύονται εμένα. Ήταν μια ομάδα ανθρώπων που δεν υπακούουν, ούτε κι έχουν αφεντικά. Διαχειρίζονται μόνοι τους τις ζωές τους, τη δουλειά τους, συναποφασίζουν και προσφέρουν στην τέχνη και στον πολιτισμό.  Είχαν στήσει έναν εκδοτικό οίκο, που σέβεται τον δημιουργό και το βιβλίο. Αυτό το αυτονόητο που όμως, δεν είναι αυτονόητο για πολλούς…  Μου είπαν πως μπορούν να αναλάβουν και τη δική μου δουλειά. Δέχτηκα. Φυσικά, υπήρξαν κάποιες δυσκολίες στην αρχή που όμως ξεπεράστηκαν, και όλα φαίνεται πως έχουν πάρει πια το δρόμο τους.
Την επόμενη δουλειά μου λοιπόν, να την περιμένετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων, η οποία θα είναι μια συλλογή με ποιήματα και πεζά ή πεζοποιήματα, υπό τον τίτλο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου» που θα επιμεληθούμε μαζί με τους εκδότες. Προς το παρόν, μπορώ να σας εμπιστευτώ μόνο αυτά. Α, ναι, και πως ο παρακάτω πίνακας θα κοσμεί το εξώφυλλο. Και πως ετοιμάζουμε και μια έκπληξη. Και πως.. αυτά. Τα υπόλοιπα, μετά την έκδοση (η οποία δεν θα αργήσει). Stay in tune…




Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί η βροχή…


Το κύμα της συνείδησης
των πράξεων
των λέξεων
της μέρας
της νύχτας
της ψυχής
της ζωής
του θανάτου
της Μαρίας
Ποιας Μαρίας;
Ποιου θανάτου;
Ποιας ζωής;
Της ζωής ρε!
Αυτή με τον ωραίο κώλο
και όλα αυτά τα κόκκινα μακριά φορέματα που την κάνουν
τόσο μυστηριακά εξωπραγματική
σαν μάγισσα μες τη βροχή που δε λέει να σταματήσει
και καλά κάνει δηλαδή
γιατί οι άνθρωποι μες τη βροχή δεν χρειάζονται ομπρέλες
γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται ανθρώπους
γιατί το χαρτί δεν χρειάζεται το μελάνι
μόνο χρώματα κι αισθήσεις και λέξεις που

Γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται τους ανθρώπους
τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας
και η αστραπή
φως στη σκοτεινιά της ψυχής για μια στιγμή
και πάλι σκοτάδι
όπως πριν
όμορφο όμως
σαν αυτό που χρησιμοποιούν οι ποιητές
για να γράψουν για κόκκινα φορέματα σε μαύρο φόντο
καθώς
η
βροχή
δε
χρειάζεται
ομπρέλες




πίνακας του Gustave Caillebotte
 "Jour de Pluie à Paris"