Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Δεύτερη σκέψη χωρίς κανέναν έλεγχο

Άνοιξα το παράθυρο, το δωμάτιο είχε βρωμήσει από τα τσιγάρα. Έπρεπε να καθαρίσει ο αέρας, άνοιξα και τις κουρτίνες κι έκλεισα το φως. Άδειασα το τασάκι, έβαλα καθαρό. Στάθηκα να ακούσω το περιβάλλον, το ηχοτοπίο έξω από το παράθυρό μου. Ορατότητα περιορισμένη στην απέναντι πολυκατοικία. Κάποια κουδουνάκια χτυπούσαν από γειτονικό μπαλκόνι, ένα κλιματιστικό έκανε τη βοή του, ο αέρας θρόιζε τα φύλλα στα κλαδιά των δέντρων, και καθαρό οξυγόνο μπήκε στο δωμάτιο.  Άρχισε να μπαίνει κρύο, Απρίλης κι ακόμα χειμώνας. Θα έρθει η άνοιξη. Σύντομα, για όλους.
Η νύχτα σήμερα είναι νεκρή, ας της κάνουμε την κηδεία να έρθει το ξημέρωμα. 

Έχει ακόμα.
Οι ερωμένες μου με αγαπούν και είναι όλες εδώ τώρα. Καμία όμως δεν μπορώ να αγγίξω. Εξαϋλώνονται
Τα φώτα του δρόμου είναι πάντα ωχρά, όπως τα γουστάρω, κι έτσι κάνουν το φως το βραδινό, όμορφο και αλλόκοσμο όπως είναι. Τα σχέδια που κάνει ο χαμηλός φωτισμός, οι σκιές και τα φαντάσματα που βγαίνουν μόνο βράδυ, και στοιχειώνουν το τοπίο, και τα στοιχειά είναι τόσο φιλικά μαζί σου, ίσως γιατί είσαι κι εσύ ένα στοιχειό και μπορεί να μην το γνωρίζεις ακόμα. Αλλά συνεχίζεις να παρατηρείς, να νιώθεις... 

Έπρεπε όμως να κλείσω το παράθυρο, να ανάψω το φως και τη σόμπα. Κι έπρεπε τα μάτια να συνέλθουν στη νέα πραγματικότητα. Και να δουν πάλι το γραφείο, τον υπολογιστή και τα σκορπισμένα βιβλία εδώ κι εκεί, και το τασάκι με το τσιγάρο που ντουμανιάζει το δωμάτιο, και το καραφάκι με τη ρακή πιο δίπλα, και τα δάχτυλά μου πάνω στο πληκτρολόγιο να γράφω αυτά.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως τα κατάφερα και στη νέα συνθήκη, αλλά δεν έχω ιδέα.
Τι θα πει συνθήκη, καταφέρνω…
Είναι 5 η ώρα, αλλά το ξημέρωμα αργεί

Τι ζητάει ένας σκυφτός πάνω από το γραφείο;