Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χ-έγερση υποσυνειδήτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χ-έγερση υποσυνειδήτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Κυνικό άσμα (η αναρχία) - μια αυθόρμητη στιγμή


Αρχικά, δεν ήξερα αν έπρεπε να ανεβάσω αυτό το απόσπασμα από την παρουσίαση στις 5/1/16 στον χώρο των εκδόσεων των συναδέλφων. Ούτε τελικά είμαι σίγουρος. Έγιναν, όμως, όλα τελείως αυθόρμητα. Ο φίλος ο Γιάννης που πάντα με βοηθάει στις παρουσιάσεις, η έμπνευση της στιγμής κι ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα με ένα τελείως αιρετικό "ποίημα" / τραγούδι - όπως το είχα σκεφτεί πριν καν το γράψω, παίρνοντας το μπάνιο μου λίγο καιρό πριν. Δηλαδή, υπήρχαν όλα στο κεφάλι μου και το ποίημα είχε εκδοθεί στην τελευταία μου ποιητική δουλειά το 2014. Αλλά, τίποτε άλλο. 

Καθώς είχα αναλάβει την απαγγελία της ποίησής μου με τη συνοδεία της κιθάρας του Γιάννη, μου ήρθε αστραπιαία η σκέψη και πρότεινα τον ρυθμό. Ο Ρυθμός έγινε πράξη αμέσως και οι στίχοι ήρθαν απλά να κολλήσουν σε αυτόν. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα παρατηρήσετε κι εσείς βλέποντας και ακούγοντας το απόσπασμα αυτό. Ο ήχος βέβαια και η εικόνα, είναι τελείως ερασιτεχνικά με τα πενιχρά μέσα που διαθέταμε, αλλά ήταν το μοναδικό που μπορούσαμε να κάνουμε. Τα ακουστικά ή ένα ζευγάρι καλών ηχείων, ίσως βοηθήσουν στην παρακολούθηση του παρακάτω αποσπάσματος. 

Το "ποίημα" αυτό, είχε γραφτεί (ναι από μόνο του) το 2012 και την πρώτη δημοσίευση μπορείτε να βρείτε εδώ. Την πρώτη δημόσια απαγγελία, στο βίντεο που ακολουθεί: 



Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Οι στοχασμοί ενός περιπατητή - Βίντεο, μουσική απαγγελία


Από την ποιητική συλλογή "Χ-έγερση Υποσυνειδήτου", Εκδόσεις των συναδέλφων
Video art: Θανάσης Πάνου
Μουσική: Γιάννης Ισαακίδης
Απαγγελία: Χρήστος Ζάχος


Οι στοχασμοί ενός περιπατητή

Πατάω στο έδαφος
Βρίσκομαι στον πλανήτη γη
Περπατάω πάνω στον πλανήτη γη
Αντιλαμβάνομαι την απεραντοσύνη του
Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή οντότητα είμαι
Ξέρω πως υπάρχουν ακόμα πιο μικρές οντότητες
απειροελάχιστες
Ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πολύ μεγαλύτερες
Κινούμαι πάνω στον πλανήτη ενώ
κινείται κι αυτός
Γυρίζει, ασταμάτητα γυρίζει
Όσο απέραντος κι αν μου φαίνεται
ξέρω πως είναι ένας από τους μικρότερους
Ξέρω πως το σύμπαν είναι άπειρο
Δεν είμαι σίγουρος
Το σίγουρο είναι πως έχει πολύ κίνηση εδώ
πολύ ζωή
Κατά συνέπεια, και πολύ θάνατο
Τα πάντα είναι θνητά, εύθραυστα
Δεν ξέρω
Βλέπω τη θάλασσα, τον ορίζοντα
τον ουρανό και τα βουνά θολά στο βάθος
σα να είναι διάφανα, κομμάτι του ουρανού
Το ξέρω πως δεν είναι
Άνθρωποι τρέχουν για τις δουλειές τους
πηγαίνουν διακοπές, μαλώνουν
δημιουργούν πολέμους
συμφιλιώνονται, συνουσιάζονται
βιάζονται
δημιουργούν καινούριες ζωές
δημιουργούν τέχνη
καταστρέφουν τις ζωές τους
καταστρέφουν τις ζωές των άλλων
καταστρέφουν τον πλανήτη
Αντιλαμβάνομαι τη ματαιότητα των πάντων
Αντιλαμβάνομαι…

Αλήθεια,
                    πού πήγαινα;




Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ευθεία

Πίνακας του Jeremy Man


Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.


Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. 


απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Κάτι σαν πρόλογος από το βιβλίο Χ-έγερση υποσυνειδήτου

Σαν πρόλογος

Δεν συνηθίζω να προλογίζω τα έργα μου, αλλά αυτή τη φορά, έκρινα απαραίτητο να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Το λόγο, θα τον καταλάβετε παρακάτω.

Αυτό το βιβλίο είναι η 3η ουσιαστικά λογοτεχνική δουλειά μου και περιέχει ποιήματα, πεζά και πεζοποιήματα. Όπως θα παρατηρήσατε όμως, συνοδεύεται κι από ένα cd. Τι περιέχει όμως το cd αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όταν είχα εκδώσει για πρώτη φορά, ο εκδότης μου είχε πει πως πρέπει να γίνει κάποια παρουσίαση για την προώθηση του έργου. «Και πώς γίνονται δηλαδή οι παρουσιάσεις;» αναρωτήθηκα. Από άλλες παρουσιάσεις που έτυχε να παραστώ, είχα δει πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που λένε δυο λόγια – ή πολλά παραπάνω – κάποιοι ηθοποιοί που απαγγέλουν αποσπάσματα και καμιά φορά υπάρχει και μουσική. Εγώ λοιπόν, δεν είχα κανέναν να μιλήσει για μένα, χώρια που ακόμα κι αν είχα, δεν θα επέλεγα να γίνει κάπως έτσι. Επίσης, αυτές οι στείρες αίθουσες με τις καρεκλίτσες στη σειρά και τις λάμπες φθορίου όλες αναμμένες, δεν είναι το ιδανικότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα που βγαίνει για πρώτη φορά ξυπόλυτος στα αγκάθια. Έπρεπε λοιπόν να βρω κάτι πιο οικείο. Ένα μπαρ για παράδειγμα. Ωραία. Κι επειδή δεν διακρίνομαι για τη ρητορική μου δεινότητα, αποφάσισα να διαβάσω μόνο ποιήματα. Έπρεπε όμως να σκεφτώ με ποιο τρόπο θα καλυπτόταν το κενό μεταξύ των ποιημάτων. Πήρα λοιπόν, τηλέφωνο το φίλο μου το Γιάννη που είναι μουσικός και του πρότεινα συνεργασία. Μια κιθάρα να αυτοσχεδιάζει και μια φωνή να απαγγέλει. Άρχισε να στρώνει κάπως το πράμα. Μπαρ, σκοτεινός φωτισμός, ποτά, τσιγάρα, ποίηση και μουσική. Αυτό, μάλιστα. Μου άρεσε. Από τότε λοιπόν, σε κάθε παρουσίαση, συνεργάζομαι με το Γιάννη.

Πριν δυο χρόνια, έτυχε να κανονίσω μια ποιητική βραδιά εφ’ όλης της ύλης, σε φιλικό καφενείο. Φυσικά, πάλι θα έβγαζε ο Γιάννης το φίδι από την τρύπα. Μόνο που αυτή τη φορά, μου πρότεινε να παίξει ακόμα ένας φίλος. Ο Παύλος με τα πλήκτρα του. Φυσικά και δέχτηκα. Έπρεπε όμως να κάνουμε κάποιες πρόβες, καθώς δυο όργανα για να αυτοσχεδιάσουν, θα πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην πατάει ο ένας στο βουνό κι ο άλλος στη θάλασσα. Πρέπει να κάναμε 4 με 5 πρόβες, αλλά εκεί συνέβη κάτι το απρόσμενο. Τους έλεγα μια ιδέα για το πώς φαντάζομαι τι, κι αυτοί έγραφαν μουσικά κομμάτια, το ένα μετά το άλλο. Την πρώτη κιόλας μέρα της πρόβας, γράφτηκαν 7 κομμάτια και τις υπόλοιπες, άλλα 4 ή 5. Δε θυμάμαι ακριβώς. Έτσι, χωρίς να το έχουμε πολύ μελετήσει, είχε δημιουργηθεί αυθόρμητα, μια μικρή παράσταση. Εκείνη η βραδιά, ήταν μια έκπληξη για όλους – καθώς και για μένα τον ίδιο φυσικά. Δεν είχα φανταστεί πως μπορώ να απαγγέλλω με τη συνοδεία μιας μικρής ορχήστρας. Είπαμε λοιπόν, πως κάποτε θα τα ηχογραφήσουμε κανονικά. Το είπαμε, κάναμε κάποιες πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις και το αφήσαμε. Ο καθένας είχε τις δουλειές του και όλο το αναβάλαμε.

Μετά από καιρό, μιλώντας πάλι με το Γιάννη και τον Παύλο, τους είπα πως ετοιμάζω νέα έκδοση και πως καλό θα ήταν να ξαναδουλεύαμε τα κομμάτια με σκοπό, είτε να τα ανεβάσουμε σε κάποια διαδικτυακή σελίδα για ελεύθερο κατέβασμα, είτε να τα δίναμε μαζί με το βιβλίο. Η απάντηση ήταν θετική και κινητοποιήθηκε όλη η ομάδα. Να δανειστούμε επαγγελματικά μικρόφωνα, να φτιάξουμε εκ νέου κάποια κομμάτια σε μουσική και να μπω μες τη ντουλάπα για τη λήψη της φωνής – καθώς επαγγελματικό στούντιο δεν καταφέραμε να κλείσουμε. Όσο για την επεξεργασία των κομματιών, το editing και το mastering, τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Γιάννης.

Πρότεινα λοιπόν αυτό το εγχείρημα στις εκδόσεις των συναδέλφων και δέχτηκαν.
Όλο αυτό λοιπόν, δεν θα γινόταν αν ο Γιάννης και ο Παύλος δεν με στήριζαν ηθικά και καλλιτεχνικά κι αν η ομάδα των εκδόσεων δεν πίστευε σε εμένα και στο έργο μου. Δεν είμαι τύπος που αποδίδει ευχαριστίες, αλλά εδώ, το κάνω από καρδιάς. Τους ευχαριστώ όλους πολύ.
Κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο – cd, στα χέρια σας, ελπίζω να το απολαύσετε και να ταξιδέψετε με την ποίηση και τη μουσική του. Εις το επανιδείν.

Χρήστος Ζάχος
 Ρέθυμνο 13/3/14


To cd, μπορείτε να το ακούσετε εδώ:
Το βιβλίο το βρίσκετε εδώ:

Κιθάρα, recording, mixing, mastering: Γιάννης Ισαακίδης
Πλήκτρα: Παύλος Κριτσωταλάκης
Φωνή/απαγγελία: Χρήστος Ζάχος






Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Άλλη μια μουσική απαγγελία...

που εμπεριέχεται στο CD που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"


Τα ποιήματα που ακούγονται μπορείτε να τα βρείτε στις 2 τελευταίες εκδόσεις ("Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" και "Χ-έγερση υποσυνειδήτου") ή κάπου διάχυτα μέσα από αυτό το μπλογκ.


Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι από την παρουσίαση στο Χαλικούτι το 2012
Εκεί, ουσιαστικά, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το όλο εγχείρημα...




Γιάννης Ισαακίδης στην κιθάρα και Παύλος Κρυτσωταλάκης στα πλήκτρα



Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

X - έγερση υποσυνειδήτου


Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου
(ποιήματα και πεζά)
σε συνεργασία με τις εκδόσεις των συναδέλφων
Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

Ημερομηνία πρώτης έκδοσης:
12/5/14


Παραθέτω απόσπασμα από το υλικό που υπάρχει στο CD






Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το παραγγείλετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα  βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

Σύντομα θα ενημερώσω με αναλυτική λίστα για όλα τα σημεία πώλησης. Εννοείται πως πάντα μπορείτε να το παραγγείλετε και από το βιβλιοπωλείο της γειτονιά σας. 



Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Δίνη

*


Ένας φίλος μου είπε:
Οι άνθρωποι χάνονται στο χρόνο
Τους ρουφάει, εξαφανίζονται
Μη σε ρουφήξει κι εσένα
Αλλά ήμουν μες τη δίνη του κυκλώνα
Και είπα μηχανικά: 
Όχι ρε


*ο πίνακας είναι άγνωστου καλλιτέχνη

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Η έμπνευση, μια σπάτουλα και το εξαίσιο πτώμα




Μπήκε άξαφνα στο δωμάτιο
Οι κινήσεις έγιναν αστραπιαία. Με είχε αποσπάσει την ώρα της έμπνευσης. Η σπάτουλα βρισκόταν στο τραπεζάκι. Την άρπαξα και του έκοψα το λαιμό πέρα ως πέρα. Δε φανταζόμουν πως η σπάτουλα ζωγραφικής μπορεί να γίνει φονικό εργαλείο. Αλλά εδώ που τα λέμε, κι ένα πινέλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φονικό εργαλείο. Σπαρταρούσε και σκόρπιζε το αίμα παντού. Περίμενα να ησυχάσει. Μια για πάντα. Κι όντως, ησύχασε. Μια για πάντα. Τον άρπαξα από τα πόδια και τον έσυρα μέχρι το μπάνιο – τον πέταξα μες την μπανιέρα και άνοιξα τη βρύση. Πώς βρέθηκε μες το δωμάτιο, από πού μπήκε, τι ήθελε; Κρίμα, δεν πρόφτασα να ρωτήσω, δεν θα μάθαινα ποτέ. Τώρα ήταν αργά. Ή μήπως όχι;




            Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, είδα πως υπήρχαν αίματα παντού. Αυτή η εικόνα, δεν το κρύβω, μου γέννησε μια νέα έμπνευση. Έπιασα αμέσως τα πινέλα μου και άπλωσα το φρέσκο αίμα στον καμβά με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις. Ήταν ολοφάνερο, τώρα ήξερα τι να κάνω. 

Έπιασα τα χρώματα και άρχισα να τα αναμιγνύω με το ζεστό ακόμα, αίμα. Το αποτέλεσμα γινόταν όλο και καλύτερο, αλλά δεν με γέμιζε ακόμα για να σταματήσω. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια φαεινή ιδέα κι έκανα τρις περιστροφές στο δωμάτιο. Μόλις είχα ανακαλύψει μια τεχνική που – ανάθεμα – κανένας άλλος ζωγράφος δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει. Μια καινοτομία, κάτι μοναδικό, κάτι ολόδικο μου. Ένας μοναδικός τρόπος να εισχωρεί το ένα χρώμα μέσα στο άλλο, διατηρώντας την ακεραιότητά του, αλλά να αναμιγνύεται σε έναν βαθμό και με τα άλλα χρώματα, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο, χρησιμοποιώντας την κίνηση, δείχνοντας κίνηση, αποτυπώνοντας κίνηση, παίζοντας και γελώντας σε έναν ψυχεδελικό χορό, που εγώ και μόνον εγώ ξέρω να χορεύω. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Σαν να είχε συντελέσει μια άλλη δύναμη για να γίνει, σαν να το είχε φτιάξει κάποιος άλλος και όχι εγώ. Κι όμως, εγώ το είχα φτιάξει.

Άφησα το έργο να στεγνώσει και περίμενα. Ήμουνα ήρεμος τώρα, ικανοποιημένος. Άναψα ένα τσιγάρο κι έβαλα ρακή στο ποτήρι. Τα αίματα θα προσπαθούσα να τα καθαρίσω την επόμενη το πρωί. Ήμουν εξαντλημένος. Τι θα έκανα όμως με εκείνο το πτώμα; Ποιος να ήταν άραγε και πώς μπήκε εδώ μέσα; Πήγα στο μπάνιο να κοιτάξω. Τα αίματα ήταν μέχρι την μπανιέρα, η μπανιέρα γεμάτη νερό και το πτώμα… το πτώμα… δεν είναι δυνατό. Τι έγινε το πτώμα; 






Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Προοίμιο



Το νοιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειαστεί  

Μια καινούρια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!



*ο πίνακας που συνοδεύει τις παραπάνω λέξεις, 
είναι ένα από τα τελευταία έργα μου, Ιούνιος 2013



Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Λίγο πριν τη δημιουργία




μάτια μελανά απ’ την αγρύπνια
Χρώματα άτεχνα πεταμένα σε φθηνό καμβά
Ένα ακόμα ποτήρι πριν ανατείλει ο ήλιος
Κραυγές απόγνωσης μέσα στη νύχτα
Σώματα παραιτημένα κάτω από τον καναπέ
Άδεια μπουκάλια και κεφάλια που ξεχειλίζουν
στα σοκάκια της παράνοιας
Δόντια που σπάνε φτύνοντας λέξεις
στο χαρτί, στους τοίχους, στο δωμάτιο
και 1000 μαχαίρια να παραμονεύουν
πότε η πόρτα θα ανοίξει 



(Πίνακας του  Jackson Pollock -  number one 1948)

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Η απενοχοποίηση των λέξεων


Σκοπός μου είναι να απενοχοποιήσω τις λέξεις 
από τις έννοιές τους

Σκατά
Μουνί
Κώλος
Πούτσα
Μαλακία
Γαμήσι

Σε πειράζει αυτό, ε;
Πες το:

Κόπρανα
Αιδοίο
Πρωκτός
Πέος
Αυνανισμός
Συνουσία

Τώρα είναι καλύτερα;
Τελικά σε πειράζουν οι λέξεις και όχι οι έννοιές τους
Έχεις πρόβλημα

πίνακας του Amadeo Modigliani






Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Οι γελωτοποιοί...




Οι γελωτοποιοί σήμερα λέγονται ποιητές
και μαραίνονται στα σκυθρωπά δωμάτιά τους 
για να ανθήσουν μολυσμένα άνθη 

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Ύλη

*



Το βιβλίο, ναι, είναι έμψυχο
Όχι οι έννοιες
ούτε οι καταγεγραμμένες σκέψεις του ηλίθιου συγγραφέα
Ήταν δέντρο, έγινε χαρτί με μελάνι τυπωμένο πάνω του
Φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλοιώνεται, ξεψυχάει
Ζει και περιμένει να περάσει στην απόλυτη φθορά
Και ο καναπές σου, επίσης
Οι τοίχοι, τα παράθυρα
τα πάντα γύρω σου
Ποιος λέει πως είναι άψυχα υλικά;
Δεν έχεις ιδέα
Ζουν, τα πάντα ζουν και περιμένουν καρτερικά
μια αποσύνθεση που μπορεί να κρατήσει αιώνες
Σαπίζουν, καταστρέφονται, γίνονται θρύμματα
απειροελάχιστη ύλη 
εξαφανίζονται
Αλλά όσο ζουν
καταλαβαίνουν, νιώθουν, θλίβονται, χαίρονται
κάνουν ό,τι κάνεις κι εσύ που νομίζεις πως ζεις
Τίποτα

Μόνο οι άνθρωποι είναι άψυχοι
Εγώ, εσύ, αυτός, ηλίθιοι όλοι μας
Νομίζουμε πως γνωρίζουμε
ενώ το μόνο που συμβαίνει πραγματικά
είναι πως συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα των πάντων
Νομίζουμε πως ξεχωρίζουμε…
Αρχίδια!



*Ο πίνακας είναι του Michaelangelo Di Caravaggio 

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Είμαστε όλοι ψώνια




Ψώνια με την τέχνη μας
ψώνια με το σώμα μας
ψώνια με τα απόκρυφά μας
ψώνια γενικώς
ψώνια ειδικώς
Εκθέτουμε την τέχνη μας
εκθέτουμε την ψυχή μας
ζητάμε αποδοχή
αναγνώριση
επιβεβαίωση
ζητάμε τον κόσμο όλο
Δεν το παραδεχόμαστε ποτέ
Χλευάζουμε και κατακρίνουμε τους άλλους
τους ρηχούς
Εμείς έχουμε βάθος
εμείς είμαστε έξω από το σύστημα
εμείς είμαστε καταραμένοι
Ξεφεύγουμε από τη μοναξιά με αλκοόλ
ναρκωτικά, έρωτα
και τέχνη φυσικά
Εκδιδόμαστε
Εκδιδόμαστε φανερά
Διαφορά καμία από τους πόρνους δεν έχουμε
ή μήπως έχουμε;
Αυτοί νικούν τη λήθη
ή κυνικά αδιαφορούν
ενώ εμείς
είμαστε απλά
ματαιόδοξα ψώνια
του κερατά


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συνάντηση νέων λογοτεχνών




Ήταν μια από κείνες τις μέρες που πέθαινα από ανία, προσπαθώντας, χωρίς να κάνω τίποτα, να σκοτώσω τον κενό χρόνο. Ο υπολογιστής αποβλάκωνε τον εγκέφαλο καθώς έλεγχα ξανά και ξανά το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, περιμένοντας να συμβεί το τέλος του κόσμου, ή κάτι τέλος πάντων που να αξίζει. Μάταια όμως, δε συνέβενε τίποτα. Είπα να αναβάλω τα σχέδια της αυτοκτονίας μου και να πιω ακόμη μια φθηνή μπύρα, βάζοντας παράλληλα να παίζει ένας δίσκος του Tom Waits στο στερεοφωνικό και να πλάσω όνειρα και σκέψεις στον τοίχο απέναντί μου. Κάτι σαν προσωπική προβολή σε φανταστικό κινηματογράφο, το κάνω συχνά. Έλα μου όμως που εκείνη τη μέρα ο τοίχος δεν είχε τίποτα να δείξει και η ανία κατανικούσε τα πάντα. Έτσι, βαριεστημένα, έριχνα κλεφτές ματιές στο διαδίκτυο και στο e-mail, μπας και κάτι μου τραβήξει την προσοχή και καταφέρω με κάποιο τρόπο να σκοτώσω τον ήδη νεκρό χρόνο.

Αυτό συνεχιζόταν για κάμποσο και θα συνεχιζόταν για όλη τη βραδιά αν δεν είχε έρθει εκείνο το μήνυμα που με ειδοποιούσε πως υπάρχει συνάντηση νέων λογοτεχνών σε μισή ώρα από τώρα κάπου στα Εξάρχεια και πως θα έχουν διαθέσιμα βιβλία σε φθηνές τιμές, συν γνωριμία μεταξύ μας και κάτι άλλα ξενέρωτα.

Πριν λίγο καιρό με είχε προσεγγίσει κάποιος λογοτέχνης λέγοντάς μου για τη δημιουργία αυτής της ομάδας και πως θα ενημερωνόμασταν μέσω e-mail για σχετικές δραστηριότητες. Είπα, γιατί όχι; και συμπεριέλαβε κι εμένα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά, γιατί όχι;  

Τέλος πάντων, δεν είχα διάθεση, αλλά ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την απραξία που με είχε καταβάλει. Ας κοινωνικοποιηθώ λίγο, είπα. Σίγουρα δεν έχω τίποτα να χάσω. Πήρα τηλέφωνο κάποιον φίλο μπας και μπορούσε να πάμε μαζί. Μου είπε πως δεν γίνεται γιατί έχει κανονίσει συνάντηση με γκόμενα. Σεβαστό. Το γαμήσι πάνω απ’ όλα. Με παρότρυνε μάλιστα να πάω μόνος μου. Έκατσα, τα ζύγιασα, σκέφτηκα πως θα χρειαστεί να αφήσω τον κόσμο μου για λίγο, δίστασα, αλλά η διάθεση που είχα να σκοτώσω την ανία, υπερνίκησε τη διάθεση για απομόνωση κι έτσι το αποφάσισα.

Έπρεπε όμως να πάρω λίγα βιβλία μαζί μου. Πού να τα έβαζα; Σκέφτηκα τη θήκη του λάπτοπ. Πήρα λοιπόν καμιά δεκαριά, τα έχωσα μέσα και ξεκίνησα να πάω Αθήνα με συγκοινωνία. Ήταν ταλαιπωρία βέβαια, αλλά είπα να την υποστώ. Άλλωστε δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω. Ούτε κάτι χειρότερο, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. 

Φθάνοντας λοιπόν εκεί μετά από καμιά ώρα – σε κάποιο μπαρ που δεν το είχα και πολύ σε υπόληψη – αντικρίζω ένα θέαμα που δε μου πολυάρεσε. Κόσμος πολύς μαζεμένος να στέκεται, να πίνει χρωματιστά ποτά και να χορεύει κάτι άθλιες εύθυμες μουσικές. Εδώ είναι, λέω, δεν μπορεί, δεν έχω κάνει λάθος. Θα μπω και θα ρωτήσω. Φοράω το υπεροπτικό μου ύφος, το μπουφάν μου που με ζέσταινε πολύ και δεν είχα πού να το αφήσω, τη τσάντα του λάπτοπ που με βάραινε και δεν είχα πού να πετάξω, και μπουκάρω. Βλέπω μια σερβιτόρα με έναν δίσκο στο χέρι να μοιράζει σφηνάκια. Έρχεται και σε μένα και μου προσφέρει. Το πίνω. Ήταν κάτι με 100% χυμό, γλυκό, χωρίς ίχνος αλκοόλ. Αηδιάζω. Κόσμος παντού χορεύει, μιλάει, μοιάζουν όλοι γνωστοί μεταξύ τους, νιώθω ο μόνος ξεκάρφωτος. Μετά από λίγο μου φέρνει κι άλλο. Άστο, λέω, θα πάρω τίποτα άλλο. Κοιτάω τριγύρω. Πού είναι οι λογοτέχνες; τη ρωτάω. Έχεις μπροστά σου μια λογοτέχνη! Γοητευμένος, αποκρίνομαι.  Σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση από κάθε άλλο, σκέφτομαι.
Στέκεται κάποιος δίπλα μου.
-          Είσαι λογοτέχνης; τον ρωτάω.
-          Όχι, μου απαντάει.
-          Καλύτερα, του λέω.
-          Γιατί; με ξαναρωτάει.
-          Γιατί είναι η χειρότερη φάρα, του λέω.
-          Όχι, μου λέει, υπάρχουν και χειρότεροι.
-          Οι ηθοποιοί; 
-          Ναι.
-          Δεν είσαι ηθοποιός, έτσι;
-          Όχι.
-          Ευτυχώς…
Πάω στο μπαρ να πάρω μπύρα, αλλά βλέπεις ο μπάρμαν ήταν πολύ απασχολημένος για να μου δώσει σημασία. Βαριέμαι την αναμονή κι έτσι τα παρατάω. 

Εν τω μεταξύ, ακριβώς έξω από το μαγαζί, στα καλά καθούμενα, σκάνε 5-6 διμοιρίες ματατζήδες. Ακόμα και πάνω από τα κεφάλια κάποιων που κάθονταν έξω να απολαύσουν τη μπύρα τους. Φυσικά, φεύγει ο κόσμος και κάποιοι – από τους θαμώνες και ευτυχώς, όχι από τους μπάτσους –  έρχονται μέσα. Το μαγαζί γεμίζει ασφυκτικά.  Μα τι να θέλουν τώρα γαμώ τη χούντα μου γαμώ! αναρωτιέμαι. Από συζητήσεις που κρυφακούω, καταλαβαίνω πως ήρθαν να καταστείλουν την κατάληψη που έχει απέναντι. Αν είναι δυνατόν! 6 διμοιρίες για μια κατάληψη, έτσι απροκάλυπτα; Α, ξέχασα, χούντα… ναι.

Είμαι μέσα, δεν έχω πιει γουλιά κι έχω μείνει σαν χάνος και κοιτάω έξω από τη τζαμαρία τη στρατιά. Με εντοπίζει κάποιος μπάτσος  και μου κάνει νόημα να πάω έξω να με κανονίσει. Θα ενοχλήθηκε φαίνεται που τον κοίταζα. Όχι ρε πούστη τώρα, αυτό μας έλειπε. Κάνω τον αδιάφορο κι εύχομαι να μην μπουν μέσα ή μη πετάξουν τίποτα χημικά και πεθάνουμε σαν τα ποντίκια.

Εκείνη την ώρα παρατηρώ πως πιο μέσα υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο. Σωτήριο. Προχωράω λοιπόν στο βάθος – να ξεφορτωθώ και τα ανεπιθύμητα βλέμματα και να αποφύγω, εί δυνατόν, ανεπιθύμητες καταστάσεις – και ρωτώ ξανά για τους λογοτέχνες και πώς λειτουργεί η όλη κατάσταση. Ήταν μια κοπέλα που έδειχνε πως δουλεύει εκεί.
-       Να, μου λέει, κάθονται στο μπαρ (ποιοι; αυτοί που χορεύουν;) και μιλάνε μεταξύ τους.
-          Καλά, λέω, μπορώ να αφήσω κι εγώ κάνα βιβλίο εδώ, να το έχετε;
-          Ευχαρίστως. Έχετε δελτίο αποστολής, ή κόβεται μόνος σας τιμολόγιο;
-         Τίποτα από τα δύο. Απλά έχω φέρει μαζί μου μερικά αντίτυπα.
-       Δεν μπορούμε να τα δεχτούμε έτσι. Αν θέλετε μου λέτε τίτλο και εκδοτικό να τα παραγγείλουμε.
Της λέω τίτλους και εκδοτικούς, χωρίς καμία αυταπάτη - ήθελα απλά να χρονοτριβήσω λίγο μέχρι να φύγουν οι μπάτσοι -  και επιστρέφω στο μπαρ. Καταλαβαίνω πως η φάση είναι στημένη εδώ και καιρό και πως ήμουν ο τελευταίος που είχε ενημέρωση για το τι θα γινόταν. Κανένα πρόβλημα. Τουλάχιστον να πιω καμιά μπύρα. 

Την ώρα που πλησίαζα το μπαρ, για καλή μας τύχη, οι διμοιρίες αποχωρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις των στενών των Εξαρχείων. Ή αποχωρούσαν, ή πήγαιναν για ξύλο και πόλεμο χημικών. Τουλάχιστον, έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο κι έτσι ένιωσα μια μικρή πρόσκαιρη, ανακούφιση.

Στριμώχνομαι μεταξύ άλλων για να παραγγείλω, αλλά ο μπάρμαν, άφαντος. Κάποια στιγμή εμφανίζεται και του ζητάω μια βαρελίσια erdinger, μεγάλο ποτήρι. Μου λέει πως έχουν ένα μέγεθος, και τελικά βλέπω πως είναι μικρό 330ml. Ας είναι. Γεμίζει το ποτήρι και το ακουμπάει μπροστά μου. Είχα πεθάνει στη δίψα και δεν άντεξα. Έπιασα το ποτήρι και το κατέβασα με μιας.
-  Πόσο; Ρωτάω
-  5,50, μου λέει.
-  Πόσο; Ξαναρωτάω σαν να μην άκουσα καλά
-  5,50, μου λέει ξανά.
- Καλά, βάλε ένα ακόμα. Το βάζει, το ακουμπάει μπροστά μου και μου ζητάει 11 ευρώ. Εντάξει, του λέω, πάρε αυτά, δεν έχω άλλα. Του αφήνω 3 ευρώ. Δυσανασχετεί. Με κοιτάει με απέχθεια. Μου λέει πως πρέπει να πληρώσω. Του λέω πως δεν παίζει μία και πως, αν θέλει, μπορεί να τα ζητήσει από τον εκδότη μου. Απομακρύνεται χωρίς να πει κουβέντα.

Είχα ένα ποτήρι γεμάτο μπύρα. Σκέφτομαι να παραμείνω λίγο ακόμα, μέχρι να το τελειώσω. Μετά, βλέπουμε. Στρίβω ένα τσιγάρο με όσα τρίματα μου είχαν απομείνει. Ανάβοντάς το, πέφτει λίγη στάχτη σε ένα μπουφάν που ήταν αφημένο σε ένα σκαμπό μπροστά μου. Την προλαβαίνω αμέσως και τη διώχνω με το χέρι μου. Εντάξει, το προλάβαμε, λέω στο διπλανό μου ο οποίος ξινίζει τα μούτρα του και μου λέει με ειρωνικό ύφος: 
-     Ανέβα και πάνω αν γουστάρεις.
-     Θες να ανέβω πάνω; Άστο καλύτερα, είναι ψηλό το σκαμπό.
-     Πήγαινε παραπέρα. Τι θες να σε πάρω αγκαλιά;
-    Ναι μωρό μου, έλα να δείξουμε στη γκόμενά σου τι ψευτόμαγκας είσαι. Γουστάρεις;
Γυρνάει στη γκόμενά του όπου του λέει να σταματήσει. Υπακούει. Θέλει να κάνει τον τσαμπουκά αλλά φοβάται. Δεν θέλω να το συνεχίσω, δεν υπάρχει λόγος κι έτσι απομακρύνομαι. Άλλωστε ο σκοπός της επίσκεψής μου ήταν άλλος. Ποιος; Δε θυμάμαι, αλλά όχι αυτός. Βγαίνω έξω να ανασάνω καθαρό αέρα. Κάθομαι σε ένα από τα τραπεζάκια να πιω με την ησυχία μου τη μπύρα.  Πολύ χολέρα εκεί μέσα…

Κάτι πρεζάκια νταγκλάρουν στα παγκάκια της πλατείας. Όσα είναι όρθια ακόμα, κάνουν τράκα για ευρώ. Τους λέω πως δεν έχω ευρώ, αλλά 10 ολόκληρες δραχμές. Λέω ψέματα. Το καταλαβαίνουν. Φεύγουν. Παρατηρώ από μακριά τι γίνεται στο μπαρ. Έχει περισσότερο ενδιαφέρον η πλατεία. Λίγο ακόμη, θα περιμένω λίγο ακόμη.

Κάποια στιγμή, κλείνει η μουσική και μια γκόμενα μιλάει στο μικρόφωνο και παρουσιάζει κάποιους από το σινάφι. “Οι τάδε και οι άλλοι λογοτέχνες σήμερα είναι μαζί μας και όποιος θέλει, μπορεί να τους προσεγγίσει…”
Κι έπειτα η αποθέωση. Παίρνει το μικρόφωνο κάποιος με αδελφίστικη φωνή και λέει: 
ΣΉΜΕΡΑ ΕΊΣΤΕ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΊ, ΓΙΑΤΊ ΈΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΈΚΠΛΗΞΗ! 
ΌΠΟΙΟΣ ΒΡΕΙ ΤΑ ΚΙΛΆ ΜΟΥ ΣΕ ΔΕΚΑΔΙΚΌ ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΑ ΨΙΘΥΡΊΣΕΙ ΣΤΟ ΑΥΤΊ, ΘΑ ΚΕΡΔΊΣΕΙ ΈΝΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΔΏΡΟ! 
ΈΝΑ ΑΝΤΊΤΥΠΟ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΜΟΥ!!!

            Αηδίασα. Ήπια όση μπύρα μου είχε απομείνει, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα εκεί, ανάμεσά τους. Η τέχνη απαιτεί απόλυτη μοναξιά. Τι δουλειά είχα εγώ μέσα σε ένα συνωστισμένο μπαρ τέτοιου είδους; Προτιμώ να βρίσκομαι αντιμέτωπος με τους δαίμονές μου, παρά με τους ανθρώπους. Τους πρώτους, έχω μάθει να τους αντιμετωπίζω. 



*Πίνακας  του Edward Hopper , Nighthawks

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Ίσως να είναι τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός σαν ξημερώσει η μέρα




Κάθε βράδυ σαν μείνω μόνος
βάζω να ακούσω μουσική
ανοίγω μια μπύρα
και κάθομαι να κοιτάω επίμονα τον τοίχο απέναντι.
Για να έχει περισσότερο ενδιαφέρον
τον έχω γεμίσει με πίνακες.
Αφού πιω 3-4 μπύρες, βάζω μπρος τη ρακή.
Στρίβω τσιγάρα πολλά
και τα καπνίζω το ένα μετά το άλλο.
Κάποιες φορές λέω να ζωγραφίσω
άλλες να γράψω
τις περισσότερες φορές όμως
δεν κάνω τίποτα.
Τα χρώματα
η μουσική
με ταξιδεύουν αλλού
και η ώρα περνάει.
Πριν το καταλάβω, έχει κιόλας φέξει.
Βγαίνω στο μπαλκόνι, χαιρετάω τη μέρα
στρίβω ακόμα ένα τσιγάρο
και περιμένω να περάσει η σκουπιδιάρα.
Αυτοί θα έχουν μόλις ξυπνήσει.
Ακούω το θόρυβο της μηχανής
και παρακολουθώ τους κάδους να αδειάζουν
στο μεγάλο στόμα.
Η ματαιότητα σαν πέπλο έχει καλύψει τις ζωές μας.
Ποτίζω τις γλάστρες
και παρατηρώ πώς ξυπνάνε τα άνθη.
Αναλογίζομαι τη διαφορά μας
κι έπειτα αποφασίζω να ξεκουραστώ.
Κλείνω τα πατζούρια και αφήνω τη μέρα έξω
Τα λέμε σε λίγες ώρες ξανά

Καλημέρα

                       Καληνύχτα

             Ξημέρωσε …




*Πίνακας του Clunde Monet, impresion of sunrise

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Οι στοχασμοί ενός περιπατητή


*


Πατάω στο έδαφος
Βρίσκομαι στον πλανήτη γη
Περπατάω πάνω στον πλανήτη γη
Αντιλαμβάνομαι την απεραντοσύνη του
Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή οντότητα είμαι
Ξέρω πως υπάρχουν ακόμα πιο μικρές οντότητες
απειροελάχιστες
Ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πολύ μεγαλύτερες
Κινούμαι πάνω στον πλανήτη ενώ
κινείται κι αυτός
Γυρίζει, ασταμάτητα γυρίζει
Όσο απέραντος κι αν μου φαίνεται
ξέρω πως είναι ένας από τους μικρότερους
Ξέρω πως το σύμπαν είναι άπειρο
Δεν είμαι σίγουρος
Το σίγουρο είναι πως έχει πολύ κίνηση εδώ
πολύ ζωή
Κατά συνέπεια, και πολύ θάνατο
Τα πάντα είναι θνητά, εύθραυστα
Δεν ξέρω
Βλέπω τη θάλασσα, τον ορίζοντα
τον ουρανό και τα βουνά θολά στο βάθος
σα να είναι διάφανα, κομμάτι του ουρανού
Το ξέρω πως δεν είναι
Άνθρωποι τρέχουν για τις δουλειές τους
πηγαίνουν διακοπές, μαλώνουν
δημιουργούν πολέμους
συμφιλιώνονται, συνουσιάζονται
βιάζονται
δημιουργούν καινούριες ζωές
δημιουργούν τέχνη
καταστρέφουν τις ζωές τους
καταστρέφουν τις ζωές των άλλων
καταστρέφουν τον πλανήτη
Αντιλαμβάνομαι τη ματαιότητα των πάντων
Αντιλαμβάνομαι…

Αλήθεια,
                    πού πήγαινα; 





*Η φωτογραφία με το γλυπτό είναι
"Ο περιπατητής" του Ελβετού καλλιτέχνη Alberto Giacometti. 
Έργο της περιόδου 1961-1962.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Τέλεια / Απολογισμός


πίνακας του Γιώργου Ξένου

Τέλεια

Κοιτάω
Κοιτάω επίμονα τον τοίχο
Μια εικόνα
Έναν άνθρωπο
Τον ορίζοντα
Κοιτάω χωρίς να βλέπω
Δε βλέπω τίποτα
Στην καλύτερη ταξιδεύω
Στη χειρότερη, Κενό
Ένα απέραντο Κενό

Κάποιος μου μιλάει
Μου μιλάει ξανά
Δεν ακούω
Ούτε βλέπω
Με σκουντά
-Εεεε!! Ξύπνα ρε! Δεν ακούς;
-Όχι
-Πού είσαι;
-Δεν ξέρω
-Τι σκεφτόσουν;
-Τίποτα
-Όλα καλά;
-Τέλεια



Απολογισμός

Τα δευτερόλεπτα περνάνε αργά, πολύ αργά
Τα λεπτά, κι αυτά αργά περνάνε
Οι ώρες, όχι και τόσο
Οι μέρες, μέχρι να ξημερώσουν, έχουν δώσει τη σκυτάλη τους στη νύχτα
Οι εβδομάδες, οι μήνες, γρήγορα, πολύ γρήγορα
Τα χρόνια περνάνε σαν αστραπή, δεν τα προλαβαίνεις
Πώς γίνεται αυτό;
Ο χρόνος είναι αντιστρόφως ανάλογος ως προς τη διάρκειά του

Ίσως έτσι να εξηγείται το γεγονός πως
μέχρι να φτιάξω έναν καφέ
είχα κιόλας γεράσει