Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Το μαύρο μπουφάν

(ή ένας αστικός μύθος)

Αυτή η ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβη πριν πολλά χρόνια, τον καιρό της εφηβείας. Κι όσο απίστευτη κι αν σας φανεί, ήταν κάτι που πραγματικά συνέβη, δίχως να μπορέσω να δώσω μια λογική εξήγηση, ούτε τότε, ούτε πολλά χρόνια αργότερα. Είναι η λογική λοιπόν το κατάλληλο εργαλείο ή –καμιά φορά–  συμβαίνουν πράγματα που αδυνατούμε να εξηγήσουμε και που όμως, ζώντας τα, νιώθουμε πως είναι αδιαμφισβήτητα; Δεν υπήρξε απάντηση ποτέ, κι έτσι, δέχτηκα αυτό το γεγονός, ως κάτι που με επηρέασε για πάντα. Έτσι λοιπόν, θα αρχίσω να σας ιστορώ και, ίσως, να μπορέσετε να με καταλάβετε. 

Ήμουνα τότε 16 με 17 χρονών, και κάποια συμμαθήτριά μου, θα έκανε ένα πάρτυ με αφορμή τα γενέθλιά της. Ήταν καλεσμένη όλη η παρέα και σίγουρα θα περνούσαμε ωραία. Δεν είχα λοιπόν λόγο να αρνηθώ την πρόσκληση. Και κάτι τέτοιες συγκεντρώσεις, είναι πάντα ευκαιρία να φλερτάρουμε, να πιούμε και να έρθουμε πιο κοντά. Και ίσως να συμβεί το πολυπόθητο αγαθό, να γνωρίσουμε κάποια κοπέλα και να τα φτιάξουμε – όπως λέγαμε τότε. Έτσι λοιπόν, φόρεσα τα καλά μου ρούχα, ένα ελαφρύ μπουφάν – γιατί είχε ψύχρα – πήρα την καλή μου διάθεση και πήγα στο πάρτυ. Εκεί η κατάσταση ήταν όπως έπρεπε να ήταν. Εύθυμοι άνθρωποι, αλκοόλ, μουσική, κουβέντα, φλερτ, χορός. Χαιρέτησα τους φίλους και βρήκα τη θέση μου ανάμεσά τους. Άρχισα λοιπόν να παίζω το ρόλο μου.

Τότε ήταν που την αντίκρισα πρώτη φορά. Μια πολύ όμορφη κοπέλα, κάπως περίεργα χλωμή -  που καθόταν σε μια γωνιά και δεν μίλαγε με άλλους. Την πλησίασα και αρχίσαμε να συζητάμε. Μου κέρδισε το ενδιαφέρον κι έμεινα μαζί της όσο διήρκεσε το πάρτυ. Με είχε ενθουσιάσει και ένιωθα πως ήταν αμοιβαίο. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά και μια κάτασπρη επιδερμίδα, κάπως μυστήρια αλλά πανέμορφη συνάμα. Με είχε συνεπάρει και εξάντλησα όλη τη γοητεία μου για να την κερδίσω. Μάλλον τα είχα καταφέρει κι έτσι, όταν πέρασε η ώρα κι έπρεπε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, μου ζήτησε να τη συνοδεύσω. Δέχτηκα δίχως άλλο, χαιρετίσαμε και φύγαμε.

Προχωρούσαμε μαζί στο δρόμο και συζητάγαμε ενώ πιανόμασταν χέρι χέρι. Είχε ψύχρα κι άρχισε να κρυώνει. Τότε ήταν που της πρόσφερα το μπουφάν μου και την έπιασα από τη μέση. Ήμουν απίστευτα γοητευμένος και απολάμβανα την κάθε στιγμή. Αλλά, νεαροί καθώς ήμασταν και οι δυο σε μια παλαιότερη εποχή, δεν έπρεπε να δώσουμε δικαίωμα, να μας δουν μαζί. Φτάνοντας κοντά στο σπίτι της, μου ζήτησε να κρατήσει το μπουφάν και να περάσω να το πάρω την επόμενη μέρα. Μου έδειξε την πόρτα που έμενε και μου είπε να μην πλησιάσω άλλο. Ήταν στο απέναντι στενό. Της υποσχέθηκα πως θα περάσω την επόμενη μέρα να ζητήσω το μπουφάν μου και με την ευκαιρία, να την ξαναδώ. Δώσαμε ένα φιλί και αποχωριστήκαμε. Γύρισα στο σπίτι μου τόσο ευτυχισμένος! Επιτέλους, είχα βρει μια κοπέλα να μου ταιριάζει και θα την έβλεπα και την επόμενη μέρα. Έπεσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα με μια αίσθηση αγαλλίασης να με πλημμυρίζει. 

Την επόμενη μέρα σηκώθηκα με το ίδια συναίσθημα. Ήταν τόσο απλό λοιπόν – κι όσο σκεφτόμουν πως θα περάσω από το σπίτι της με αφορμή το μπουφάν για να την ξαναδώ, ίδρωνα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Τα είχα καταφέρει λοιπόν, είχα ερωτευτεί.

Αφού έρχεται το απόγευμα, το παίρνω απόφαση να πάω να τη βρω. Η αγωνία μου ήταν μεγάλη αλλά και η επιθυμία επίσης. Πήρα το δρόμο για το σπίτι της. Φτάνοντας έξω από την πόρτα της, στάθηκα να το σκεφτώ λιγάκι. Πήρα την απόφαση και χτύπησα το κουδούνι. Ανοίγει η μάνα της, τη χαιρετάω και ζητάω την Αναστασία. Η μάνα της με κοιτάει αμήχανα και παγερά. Της λέω για το μπουφάν και ό,τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Μου λέει πως είμαι παράλογος και πως αυτό δεν συνέβη ποτέ. Εγώ επιμένω. Τότε ήταν που μου είπε πως η Αναστασία είχε πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια και να σταματήσω αυτή την ενοχλητική φάρσα. Πάγωσα. Δεν την πίστεψα και ζητούσα εξηγήσεις. Τότε ήταν που μου είπε το εξής: "αν δεν με πιστεύεις, πήγαινε στο τρίτο νεκροταφείο στον τάδε διάδρομο και θα δεις τον τάφο της", κλείνοντάς μου την πόρτα κατάμουτρα.


Δεν πίστεψα τίποτα, απλά δεν θα ήθελε να έχει σχέσεις η κόρη της και φαντάστηκε όλη αυτή την ιστορία. Αλλά μέσα μου υπέφερα και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Θα μπορούσε να με έχει διώξει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, αυτό όμως, ήταν μακάβριο.  Πήρα τους δρόμους και περπατούσα άσκοπα. Είχε συννεφιά χωρίς να βρέχει. Αποφάσισα να πάω στο νεκροταφείο να κοιτάξω, δεν ξέρω γιατί, δεν είχα καμιά ελπίδα. Η κοπέλα που είχα ερωτευτεί δεν ήθελε να με ξαναδεί ή έστω οι γονείς της δεν την άφηναν. Συνέχισα να περπατώ ώσπου βρέθηκα στο νεκροταφείο και ακολούθησα τις οδηγίες για τον τάφο που μου είχε πει η μάνα της. Βρήκα τον τάφο και με έκπληξη βλέπω το όνομά της πάνω στην ταφόπλακα. Και η ημερομηνία θανάτου της, ήταν όντως πεθαμένη εδώ και 5 χρόνια. Και πάνω στον τάφο της, αυτό που αντίκρισα, μου έκοψε τα πόδια, μου στέρεψε την ανάσα, με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρος. Ήταν απλωμένο εκεί το δικό μου μπουφάν, αυτό που της είχα δώσει το προηγούμενο βράδυ.