Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Λίγη βροχή


Τον βαρέθηκα αυτόν τον ήλιο
Θέλω βροχή!
Γκρίζες μέρες
ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους
στο κέντρο της πόλης
Να μη θυμάσαι κανέναν
Να μη σε θυμάται κανείς
Να τρέχουν όλοι κάπου να κρυφθούν
Να χάνεσαι ανάμεσά τους
Να μένεις στη βροχή
Να ανασαίνεις βροχή
Να ανασαίνεις ελευθερία
Λύτρωση
σαν φανεί ξανά ο ήλιος
και με ένα κύμα δροσιάς,
ακολουθήσεις τον άνεμο
και χαθείς

Μια μικρή παρουσίαση...

 Η νέα μου λογοτεχνική δουλειά «ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ» κυκλοφορούν από εμένα και τις εκδόσεις Γαβριηλίδης,  στα κεντρικά βιβλιοπωλεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης και οπουδήποτε αλλού κατόπιν παραγγελίας.
Το βιβλίο διατίθεται και από το site του εκδότη σε μορφή pdf, για όποιον θελήσει να το διαβάσει ηλεκτρονικά: http://www.gavrielidesbooks.gr/showebook.aspx?vid=1289  για να αποκτήσει μια πλήρη εικόνα πριν αποφασίσει να το αποκτήσει σε έντυπη μορφή.

O τίτλο, είναι εμπνευσμένος από την τελευταία επιστολή του Κ. Καρυωτάκη «…Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. (…)Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγόμενου.»  κι από ένα ταξίδι στην Κρήτη που το πέρασα σχεδόν ολόκληρο στην πρύμη, αγναντεύοντας τον ορίζοντα και τα αφρόνερα που αφήνει πίσω το πλοίο, κάνοντας αλλόκοτες σκέψεις.
Είναι μια σειρά από ποιήματα και πεζά που διαδέχονται το ένα το άλλο, για να καταλήξουν στο τελευταίο ομώνυμο διήγημα, ολοκληρώνοντας το συνειρμό και τη συνολική εικόνα του βιβλίου.

παραθέτω κάποια από τα ποιήματα του βιβλίου
Η παράνοια και η διάνοια
τρέφονται από το ίδιο πιάτο:
έναν ευφυή νου
που δεν ανέχεται
κατεστημένο και δεδομένα
γι’ αυτό και τα ανατρέπει



Η συντροφιά του ποιητή

Καθώς μόνος στο δωμάτιο όπως πάντα,
δες… πιο κει ο Van Gogh μου χαμογελάει
και από την άλλη ο Hendrix και  ο Marley
πώς ο καθένας τους αφηρημένα
το βλέμμα γέρνει και κοιτάει…
κι ο Καρυωτάκης που πάντα δίπλα μου κάθεται
ενώ ο Zacques Prevert ανάβει ένα τσιγάρο
κι ευγενικά, βγάζει να μας προσφέρει.
Ο Poe μας σερβίρει ακόμα ένα ποτηράκι
και ο Baudelaire  στοχάζεται
πόσο οι εποχές έχουν αλλάξει
και πόσο οι άνθρωποι, ίδιοι πάντα μένουν.

Ρουφάω το κρασί μου
και παίρνω την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο.

Και η κιθάρα απέναντί μου…
Ω! η κιθάρα
που τη μαγεία της να μου χαρίσει αδημονεί
καθώς το Reflections του Χατζιδάκι
γεμίζει με τις νότες του ετούτη τη βραδιά

Κανείς δεν μπορεί να έχει τη συντροφιά
που έχει ένας ποιητής σαν γράφει.


Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της.
Που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της εξουσίας…
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της
Φωτιά
      και βροχή
                  και ποίηση
                                και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!


Ὕμνος εἰς Ἑταίρα

Και είναι απίστευτο
όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
το φως και η χαρά στο πρόσωπο της
το σώμα που —δεν μπορεί—
γοργόνα θα ‘ταν που βγήκε στη στεριά
και η πανέμορφη θαλάσσια ουρά της
δύο ανθρώπινα πόδια έγινε
υπέροχα και μακριά
καθώς περήφανα τ’ ανοίγει
να σου επιδείξει – να σου χαρίσει πρόθυμα
το μεταξένιο φύλο της.

Και είναι απίστευτο
πως, όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
με το διαμαντένιο εφηβικό της στήθος
με τον υάκινθο λαιμό της
και τα μακριά ξανθά μαλλιά
που μούσα κάθε ποιητή μπορούσε να ‘ταν
κάθε γλύπτη και ζωγράφου ή μουσικού
και να στολίζει με τα δώρα της
—τη γύμνια της ψυχής της και του σώματος—
την τέχνη…

Και είναι απίστευτο
αυτή η γυναίκα
πώς την ομορφιά της χρησιμοποιεί…
κι όπως ποθητή απ’ όλους γίνεται
σε όλους να χαρίζεται απλόχερα
καθώς αδύνατο ν’ αντισταθεί κανείς
αιχμάλωτος,
πάντα θα υποκύπτει.

Και είναι απίστευτο
πως αυτή η γυναίκα
τον έρωτα ποτέ δε θέλησε
ούτε και την αγάπη
ή κι αν ποτέ απ’ τον έρωτα
ή την αγάπη,  είχε πληγωθεί…
αυτό το ‘χει θάψει βαθιά μέσα της
και μόνο στις ηδονές του σώματος
ως άμυνα αλλά,
με ακράδαντο όμως, πάθος
στους άντρες εχαρίστηκε
και άνοιξε γι’ αυτούς – για όλους τους
την αγκαλιά, τα χέρια της
τα πόδια, το αιδοίο
και με το στόμα της εσφράγισε
σφιχτά το μόριό τους
για να γευτεί – να πάρει πάνω της
όλη την ηδονή τους

Σαν μια αγία
που ήρθε να μας λυτρώσει
σπατάλησε τον εαυτό της
και από ‘μάς σκορπίστηκε.

Είναι η ομορφιά λοιπόν
κατάρα ή ευλογία;


Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία;

Πόσες φορές τη μέρα μπορεί να σκέφτεται
ένας συνηθισμένος άνθρωπος την αυτοκτονία;
Μια; Δυο; Τρεις;
Πέντε; Δέκα; Συνέχεια;
Ποτέ;
Δεν ξέρω.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχω εγώ
με έναν συνηθισμένο άνθρωπο;
Καμία.
Αυτό το ξέρω.
Έχω ένα περίστροφο που δεν το βλέπει κανείς.
Έτσι, κάθε που έρχομαι σε άβολη θέση
κάθε που το μυαλό μου μια περίεργη σκέψη κάνει
εμφανίζεται στα χέρια μου.
Το βάζω στον κρόταφό
ή στο στόμα
και πατάω τη σκανδάλη.
Άλλες φορές το προτιμώ πιο επώδυνο.
Με ένα μεγάλο μαχαίρι, κόβω τις φλέβες
πρώτα του αριστερού χεριού
μετά του δεξιού
κι έπειτα το χώνω στο στομάχι
και το αφήνω εκεί.
Ωραία πόζα, δεν μπορείς να πεις…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τρόπος
που πιο σπάνια σκέφτομαι.
Όταν κοιτάω το φωτιστικό
τη λάμπα εκεί πάνω
ένα αόρατο σχοινί υπάρχει.
Το περνάω στο λαιμό μου
αφήνομαι
και τέλος.
Τα γνωστά.

Δεν ξέρω πόσες φορές τη μέρα μπορεί να κάνω κάτι τέτοιο
αλλά πάντα καταφέρνω κι επιζώ
την επόμενη κιόλας στιγμή.
Ένας θάνατος δίχως όρια εκτονώνεται
κι έρχεται θριαμβικά νικήτρια
η πουτάνα αυτή.
Η ζωή ντε…
Κι εκείνη η αράχνη που δεν έφυγε ποτέ απ’ τη γωνία…
Τι να παραμονεύει άραγε;



Χρήστος Ζάχος



http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/2011/11/blog-post_17.html

Πόση ποίηση




Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει στη ζωή
                                                              στον έρωτα
                                                              στο θάνατο
                                                              σε ένα βιβλίο
                                                              σε μια πρόταση
                                                              σε μια λέξη
                                                              σε ένα σημείο στίξης
                                                              στο κενό…
Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει σε έναν άνθρωπο
                                                                             ζωντανό
                                                                             νεκρό
                                                              στον κόσμο
                                                              σε άγραφες σελίδες
                                                              λασπωμένες
από τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους
και τελικά
πόση τέχνη ψάχνεις να βρεις στο πουθενά;
                                       Άμετρη
                                                   Άμετρη
                                                               Άμετρη
                                       Όχι!
                                              ΚΑΘΟΛΟΥ!

Πάω ρε...


Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω ρε
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Ρε μαλάκα…
Κάτσε!
Πάω
Κάτσε ρε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε ν’ ακούσουμε το CD
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Έχουμε κι άλλη μπύρα
Έχουμε;
Θα βρούμε
Κάτσε
Κάνε τσιγάρο
Πάω
Άναψε
Πιες
Γειά μας
Κι αύριο;
Στ’ αρχίδια μου
Γεια μας ρε
Γεια μας…
ρε μαλάκα πάω να τη κάνω
Σκάσε
ρε μαλάκα πάω να τη κάνω
Σκάσε
Γεια μας
Γεια
Έχουμε και ρακή
Κι αύριο;
Γεια μας
Γεια μας
Όλα είναι εδώ, όλα είναι τίποτα
Κάτσε και πιες μαζί μου, αυτό είναι το υπέρτατο νόημα της ζωής
Τι ψυχεδελική που είναι η Γώγου ρε…
Κανείς δε θα γλιτώσει…
Γι’ αυτό σου λέω ρε, Γειά μας Γειά μας Γειά μας ρε
Κι αν έρθουν οι μπάτσοι;
Γεια μας
Κι αν μας τσακώσουν;
Θα τους δώσουμε να πιούν
Μα είναι φλώροι
Στ’ αρχίδια μας
Και βάλε να πιούμε..
Κι ας πεθαίνουμε ξανά και ξανά και ξανά
Είμαστε οι μόνοι ζωντανοί
Κι όλοι οι άλλοι ζόμπι…




(γραμμένο παρέα με το Μήτσο, 
μια βραδιά πίνοντας και συζητώντας)

Προσβολή της δημοσίας αιδούς




Δεν μπορώ να καταλάβω.
Ποιος ο λόγος; Προσβολή της δημοσίας αιδούς; Τι θα πει αυτό;
Η γύμνια μου δεν είναι προσβολή για κανέναν.
Αντιθέτως. Θα έλεγα πως ομορφαίνει τη φύση. Η γύμνια μου είναι ποίηση στην ποίηση της φύσης.
Και πραγματικά πιστεύω πως όλοι έτσι θα έπρεπε να κάνουν.
Να τρέχουν όλοι γυμνοί κατά μήκος της παραλίας, να βολτάρουν γυμνοί—ένα με τη φύση—σε δάση, να κάνουν έρωτα σε πλατείες, σε δημόσια πάρκα, σε κεντρικούς δρόμους και σε πορείες.
Γιατί να μην κάνουμε όλοι μια μεγάλη πορεία στη βουλή κάνοντας έρωτα   και βάζοντας φωτιά σε αυτό το άχαρο κτήριο για να μας ζεστάνει…
Και σε κάθε βουλή, όπου υπάρχει κράτος κι εξουσία, να βάλουμε μια μεγάλη φωτιά και να στήσουμε έναν τρελλό χορό γύρω γύρω, όλοι, έναν χορό, τρελλό ερωτικό χορό δίχως σύνορα, δίχως όρια, δίχως κανέναν περιορισμό.
Γιατί όχι; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν, γιατί δεν μπορούν να ζήσουν την ελευθερία τους;
Τι μικροαστοί που είναι οι άνθρωποι, τι κακομοίρηδες, τι δούλοι…
Θέλουν πάντα έναν δικτάτορα να τους εξουσιάζει, να τους υπονομεύει κάθε είδος ελευθερίας, να τους δίνει ένα μαστίγιο κι αυτοί να αυτομαστιγώνονται, να σκύβουν και να φιλάνε τα σκατά του ελπίζοντας πως θα τους δοθεί έτσι λίγη εξουσία να την ασκήσουν σε άλλους δούλους, δούλοι ΔΟΎΛΟΙ ΔΟΎΛΟΙ!!!!
Κι αν έτσι νομίζετε πως θα γλιτώσετε από μένα, φυλακίστε με.
Γελασμένοι είστε!
Ό,τι και να κάνετε, τη δική μου ελευθερία δεν την περιορίζετε!
Εγώ είμαι ελεύθερος ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ! και δεν μπορούν να με περιορίσουν ούτε άνθρωποι, ούτε οι μικροαστικές τους συνήθειες, ούτε τα ρούχα τους, ούτε οι νόμοι τους. Κανένας νόμος!
Θα είμαι εδώ και θα σας γίνομαι βάρος ασήκωτο, κόμπος στο λαιμό σας και θα σας πνίγω λίγο λίγο μέχρι να μείνουν μόνο οι ελεύθεροι, οι άνθρωποι, όσοι κι αν είναι, αλλά μόνο οι άνθρωποι.
Δεν τη γλιτώνετε από μένα ρε, ό,τι και να κάνετε, δεν την γλιτώνετε!







Όταν θα γίνει…



Κι όμως,
όταν θα γίνει,
να σας δω όλους εσάς  μικρά και άθλια ανθρωπάκια,
πού θα πάτε να κρυφτείτε να μη δέχεστε τα μαχαίρια
που καρφώνονται ακατάπαυστα πάνω σας,
πώς θα αποφύγετε;
Θέλοντας και μη, αιχμάλωτοι εκεί θα είστε
σε κάτι που ποτέ δεν καταλάβατε,
σε κάτι που ποτέ δεν θα καταλάβετε
Θα παραδοθείτε
και η Τέχνη
Αυτή!
θα φροντίσει να σας αποτελειώσει.

Τώρα,
τον τρόπο,
ας αφήσουμε να τον επιλέξει Αυτή
αφού όμως πρώτα,
Αυτή!
εγώ θα την έχω επιλέξει

Το μόνο σίγουρο
Δεν έχετε καμία διέξοδο διαφυγής
Κανένα τρόπο να αποφύγετε

Κι αν ποτέ αναρωτηθείτε:
“κι αν δεν γίνει;”…
“κι αν γίνει;”…
“μα, αν γίνει…”
να είστε σίγουροι πως ο φόβος σας
δεν φοβάται μήπως και δεν τον φοβηθείτε

Αυτός ο άθλιος γεράκος…



Εγώ, το θάνατο, τον είδα στη γωνία.
Στην αρχή σχεδίαζα να του φάω το λαρύγγι… 
μετά όμως, βλέποντας τον, τι αξιοθρήνητος που ήταν;…
Καμπούρης, εκεί, γεράκος
 με το δρεπάνι στην πλάτη
πόσο βαρύ του φαινόταν;…
και αυτή η άθλια μαύρη του μπέρτα… 
χειρότερα κι από ζητιάνος
ή κακόγουστος μασκαράς.
Δεν έδωσα σημασία
Προσπάθησα δηλαδή
Μετά δεν κρατήθηκα, έβαλα τα γέλια.
Και γέλαγα δυνατά.
Και μετά δεν μπορούσα να σταματήσω.
Το κατάλαβε.
Ντράπηκε, φαίνεται, πολύ.
Έστριψε στη γωνία και ούτε που τον ξαναείδα.
Τον κακομοίρη, πρέπει να με μίσησε πολύ γι’ αυτό.
Πάρα πολύ!
Πρέπει να καραδοκεί πίσω μου από τότε,
σε κάθε βήμα.
Το ξέρω.
Γι’ αυτό κι εγώ…
πρέπει
να
προσέχω
πάντα
στις
γωνίες…

Εξάγνιση




“Οι σκέψεις τα ποιήματα
βάρος περιττό”
Κ. Καρυωτάκης

Θέλω να καπνίσω!
να καπνίσω..
να καπνίσω…
σαν ένα παιδί που αγνοεί το θάνατο
και που μπροστά του ο θάνατος υποτάσσεται στη ζωή,
που μόνος του αξία ύπαρξης καμία δεν έχει
και αυτόχειρας γίνεται
από την ματαιότητα του να σωθεί.

Σαν το παιδί που κλέβει από το πακέτο του πατέρα
ένα τσιγάρο
και βγαίνει στην αλάνα—και κρυφά
δείχνει πόσο άντρας έγινε στους φίλους του
ενώ προσπαθεί να κρύψει τη ζάλη του
“έλα! Γίνε κι εσύ άντρας όπως εγώ…”

Θέλω να πιω τόσο
που η μέθη, η πρώτη ερωμένη μου να γίνει
αυτή που δεν θα με ξεχάσει ποτέ
αυτή που θα με κάνει να λησμονήσω 
τους έρωτες τους πρώτους
και η ψυχή κρεμάμενη από ένα μπουκάλι
στο σώμα μου φτερά να βάλει
και να πετάξω πέρα από κάθε ορίζοντα
πέρα από κάθε ουρανό
πέρα από κάθε θλιμμένο δειλινό
πέρα από κάθε μοναχικό βράδυ
σκυμμένος πάνω από ένα άθλιο χαρτί
που την ψυχή μου επάνω του με αίμα χάραζα…

και μια όμορφη κόρη
να έρθει και από την κατάρα της ποίησης να με σώσει
να με ερωτευθεί—να γιάνει την ψυχή μου
και τα δώρα του σώματος—τις ηδονές του πάθους
δίχως φόβο κανέναν, απλόχερα να μου χαρίσει.
Να αφεθώ στην αγκάλη της
και μπρος στον έρωτα
την ματαιότητα της τέχνης να ζήσω.

Και τότε να δω—να καταλάβω την ηλικία μου
μετά από τόσους αιώνες απέραντου πόνου
πόσο χρονών έγινα;
15 μονάχα!
Ένα ξέγνοιαστο παιδί
που παίζει, χτυπά κι ερωτεύεται
κι η ποίηση…
σημασία καμία δεν έχει. 

Έκσταση




Έκσταση – μόνο τότε μπορώ να δημιουργήσω
μόνο όταν βρίσκομαι κάτω από έκσταση.
Μόνο τότε μπορώ να αντέξω όλα αυτά τα βλέμματα 
που καρφώνονται έτσι πάνω μου.
Μόνο τότε μπορώ να πω λόγια μεθυστικά
—άγρια—όμορφα—ρομαντικά—θλιμμένα…
Μόνο κάτω από έκσταση.
Μόνο έτσι αυτά τα λόγια θα τρυπήσουν τ’ αυτιά, 
τις καρδιές, τις ψυχές σας
Μόνο κάτω από έκσταση.
Έκσταση από έρωτα
από μουσική
από ποίηση
από τέχνη
Έκσταση από έναν πίνακα ζωγραφικής
που όλη του η δημιουργία 
όπως κι αυτό που απεικονίζει
δεν είναι άλλο από έκσταση
Έκσταση συναισθημάτων—ψυχής—ονείρου—έκσταση
Έκσταση από ποτό—γυναίκες—έρωτα—ποίηση
Έκσταση κάτω από τον ήλιο
τη βροχή
τη νύχτα
το φεγγάρι
και όλη τη ζωή που αψηφά τον θάνατο
τον κλέβει στα χαρτιά
και κάνει έρωτα
ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ
τον κλωτσάει στον κώλο
νικήτρια πάντα
και νικημένη
μόνο από ΕΚΣΤΑΣΗ!

Η τρύπια κάλτσα

Van Gogh


Η κάλτσα μου τρύπια και μαύρη
όμοιο χρώμα με τη θλίψη και τη μοναξιά
όμοια τρύπα με το αδιέξοδο της ψυχής
και το άπειρο
και ο κάλος στη φτέρνα μου
έτσι όπως ξεπροβάλει
σαν μασκοφόρος μοιάζει—αναρχικός—
Να πάρει μια αλυσίδα θέλει
με χοντρούς, ασήκωτους κρίκους
και να κατεβάσει τα τζάμια της γυάλινης φυλακής
που κρύβουν οι άνθρωποι την ψυχή τους
μη τυχών και τους αγγίξει κανείς
μη τυχών και βρούν να αγαπήσουν κάτι
Και να τους αφήσει
όλους όμως—ΌΛΟΥΣ!—
ελεύθερους, εκτεθειμένους, απροστάτευτους
μπροστά στον έρωτα, τη ζωή, τον πόνο, την αγάπη
τη θλίψη, τον θάνατο, τον ουρανό και τον ήλιο
ελεύθερους, εκτεθειμένους
σε όλα τα στοιχεία της φύσης
σε όλους τους ανθρώπους…

Λευκοί ξεραμένοι λεκέδες στη φόρμα μου
στίγματα πάθους και κομμάτια μιας υγρής ψυχής
ανάγκης, μοναξιάς, απόγνωσης
και ξανά πάθους και ασυγκράτητης αδυναμίας
Λύτρωσης
λύτρωσης εικονικής
λύτρωσης δευτερολέπτων
όσο διαρκεί μια στιγμιαία χαρά,
μια επιπόλαιη χαρά,
να:
όσο διαρκεί η ψεύτικη ευτυχία που σας προσφέρουν
προϊόντα των σούπερ μάρκετ και των διαφημίσεων.
Καταναλωτικά υποπροϊόντα συντήρησης
συντήρησης μιας γυάλινης φυλακισμένης ψυχής

Δεν έχω ανάγκη τίποτα
και το προστατευτικό τζάμι της ψυχής μου,
το έχω σπάσει προ πολλού
Μόνο μουσική και ποίηση
-μου φτάνει-
Είμαι ζωντανός!
Πεθαίνω κάθε μέρα
και ανασταίνομαι ξανά
κάθε μέρα.
Έχω τη δύναμη
Μπορώ.

Σε αγαπάω όπως πάντα.
Όπως δεν έπαψα ποτέ να σ’ αγαπώ…

Η αράχνη


ώρες ώρες πάλι
έρχεται συσσωρευμένη μια απίστευτη θλίψη
και γαντζώνεται σαν αράχνη στο στήθος
κάνει εκεί τη φωλιά της
πιάνει την ψυχή για θήραμα της
και τρέφεται από αυτή
λίγο λίγο
έτσι ώστε να μην πεθαίνει
και ασταμάτητα να ψυχορραγεί
ανήμπορη να αντιδράσει
αιχμάλωτη στον ιστό της
και στα αιχμηρά της δόντια
Την αισθάνομαι με σωματικό πόνο
το στήθος μουδιάζει και σφίγγει το στομάχι
με κρατάει εκεί—δέσμιο της
και η αναπνοή μου λιγοστεύει
το σώμα λυγάει και σωριάζεται χάμω
συνεχίζοντας να ζει και να την υποφέρει
 
Όταν την συνηθίσω
και την κάνω φίλη—καλοδεχούμενη—
όταν μάθω να πονώ χωρίς σημασία καμία να δίνω
όταν μάθω να ανέχομαι την ύπαρξη της
και με πνεύμα περιφρόνησης την αγνοήσω
τότε απομακρύνεται.
Δεν πάει μακριά όμως
παραμονεύει κάπου εκεί—σε μια γωνία—
κρύβεται μα εγώ την βλέπω
Kι όταν με πετύχει ξέγνοιαστο
και δει πως κάποια επιπόλαιη χαρά
πάει να με πλησιάσει
όταν δει πως φεύγω επικίνδυνα μακριά της
Επιστρέφει!
και  κρατάει ένα μεγάλο μαχαίρι
ή πολλά μαχαίρια μαζί
και με καρφώνει στο στομάχι
με διπλώνει στα δύο
με σωριάζει κάτω
απίστευτα ΚΑΤΩ…
και κάνει πάλι τη φωλιά της
στο στήθος, στη ψυχή
αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις και όλη μου την ύπαρξη

Την έχω μάθει πια
Θα εγκατασταθεί εδώ για όσο θελήσει
κι έπειτα θα φύγει πάλι
για να επιστρέψει
ξανά και ξανά…

Πέρα από τα όρια

Van Gogh

Ένα όμορφο ταξίδι σαν κι αυτό…
που πας... πας... και όλο απομακρύνεσαι,
που δεν υπάρχει γυρισμός,
που είναι λυτρωτικό για την ψυχή και το σώμα,
που αφήνεις τα πάντα πίσω,
ακόμα και τις αναμνήσεις.
Εκτός από την τελευταία,
αυτή που σε σημάδεψε για πάντα.
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τίποτα.
Μόνο φοβούνται.
Η ζωή όμως, είναι υπέρτατη
                       μόνο πέρα από τα όριά της
κι όποιος το καταλάβει αυτό,
                                               γίνεται ψυχή,
                                                             γίνεται άνεμος.
                                                                           Γίνεται Ζωή!

3 μικρά ποιήματα για έναν και μονάχα θάνατο


Απέραντη μοναξιά

Ώχου…
Σας βαρέθηκα!




Τώρα

Ήρθε η στιγμή να πάω να συναντήσω
τους αγαπημένους μου ποιητές.
Ω, τι κρίμα! Είναι όλοι πεθαμένοι.




Εικαστική παρέμβαση

Έχω ξεχάσει να ζωγραφίζω
Αυτό είναι γεγονός.
Θα ήθελα να πάρω μπογιές και πινέλα
και να τα πετάω με μανία πάνω σε έναν καμβά.
Ούτε αυτό όμως κάνω.
Θα κάνω κάτι άλλο.
Θα πάρω ένα μαχαίρι και θα κόψω το λαιμό μου
Θα σωριαστώ μπροστά από τη βιβλιοθήκη
και θα γεμίσω το πάτωμα με μια ωραία
εικαστική παρέμβαση:
Ένα αιμόφυρτο πτώμα
να βάφει τα άθλια λευκά πλακάκια
πορφυρά.
Ω, μα ναι.
Είμαι καλλιτέχνης.
Δεν μπορεί να μου το αρνηθεί κανείς!


Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία;




Πόσες φορές τη μέρα μπορεί να σκέφτεται
ένας συνηθισμένος άνθρωπος την αυτοκτονία;
Μια; Δυο; Τρεις;
Πέντε; Δέκα; Συνέχεια;
Ποτέ;
Δεν ξέρω.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχω εγώ
με έναν συνηθισμένο άνθρωπο;
Καμία.
Αυτό το ξέρω.
Έχω ένα περίστροφο που δεν το βλέπει κανείς.
Έτσι, κάθε που έρχομαι σε άβολη θέση
κάθε που το μυαλό μου μια περίεργη σκέψη κάνει
εμφανίζεται στα χέρια μου.
Το βάζω στον κρόταφό
ή στο στόμα
και πατάω τη σκανδάλη.
Άλλες φορές το προτιμώ πιο επώδυνο.
Με ένα μεγάλο μαχαίρι, κόβω τις φλέβες
πρώτα του αριστερού χεριού
μετά του δεξιού
κι έπειτα το χώνω στο στομάχι
και το αφήνω εκεί.
Ωραία πόζα, δεν μπορείς να πεις…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τρόπος
που πιο σπάνια σκέφτομαι.
Όταν κοιτάω το φωτιστικό
τη λάμπα εκεί πάνω
ένα αόρατο σχοινί υπάρχει.
Το περνάω στο λαιμό μου
αφήνομαι
και τέλος.
Τα γνωστά.

Δεν ξέρω πόσες φορές τη μέρα μπορεί να κάνω κάτι τέτοιο
αλλά πάντα καταφέρνω κι επιζώ
την επόμενη κιόλας στιγμή.
Ένας θάνατος δίχως όρια εκτονώνεται
κι έρχεται θριαμβικά νικήτρια
η πουτάνα αυτή.
Η ζωή ντε…
Κι εκείνη η αράχνη που δεν έφυγε ποτέ απ’ τη γωνία…
Τι να παραμονεύει άραγε;