Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Τρόποι ανάγνωσης

Όλα τα γραπτά, νουβέλες, διηγήματα, μυθιστορήματα και άλλα, διαβάζονται με τα μάτια προσηλωμένα στο χαρτί. Μονάχα η ποίηση – κι ας είναι τυπωμένη σε χαρτί – διαβάζεται με τα μάτια στον ουρανό ή στους κενούς τοίχους κάποιου δωματίου. 

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Τραγική ομορφιά


Ο Μοντιλιάνι πέθανε λίγο πριν
τη καθοριστική του έκθεση
στη ζωή και την τέχνη
από φυματίωση
Η ερωμένη του όταν το έμαθε
έπεσε από το παράθυρο
κουβαλώντας στην κοιλιά της
το παιδί του

Όποιος δεν μπορεί να δει
την τραγική της ομορφιά της ζωής
δεν έχει ζήσει ποτέ του


Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο ύπνος των μεγάλων


Όλοι οι ενήλικες αποκοιμήθηκαν 
στις αεροπορικές θέσεις του πλοίου
και η ώρα ήταν αργά
και μονάχα ένα κοριτσάκι παρέμενε ξύπνιο
ανακαλύπτοντας τον κόσμο
κι εγώ που διάβαζα τα ποιήματα του Τσαρούχη
πίνοντας ρακή

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Σταλαγματιές


Έσταζε η σκουριασμένη οροφή του πλοίου
πάνω στο τραπεζάκι
ένα κίτρινο υγρό
μουσκεύοντας και τις γύρω καρέκλες
σταγόνες βρώμικες
κι αληθινές
Όπως κι ο μόχθος πάνω στη ζωή


Αρουραίοι και ασημαντότητες


Μπήκα στο καφενείο
Προτίμησα την μπάρα
Όταν ο καφετζής στάθηκε μπροστά μου
του είπα πως
ψάχνω να βρω τους αρουραίους που κρύβονται
κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης
και πως όλα όσα θεωρούμε σημαντικά
δεν είναι παρά ασημαντότητες
μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος

Με κοίταξε απορημένα
κι έτσι αναγκάστηκα 
να παραγγείλω μια ρακή




Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Αποφασισμένος


Τότε έπιασε το μαχαίρι και το κάρφωσε στην καράφλα του μπροστινού κυρίου. Το σκυλί του άρχισε να αλυχτάει. Το έπιασε με τα χέρια του και το έσφιξε στο λαιμό, έτσι ώστε να σταματήσει. Έπειτα, άνοιξε την πόρτα και το πέταξε με μια κλωτσιά στη θάλασσα. Γυρνώντας, κάποιος προσπάθησε να τον σταματήσει. Έτσι, με μια κίνηση, του πήρε το κεφάλι. Τα αίματα είχαν σκορπίσει παντού και ο κόσμος άρχισε να στριγγλίζει και να απομακρύνεται. Δεν τόλμησε να τον πλησιάσει άλλος. Το πλήθος έφυγε τρομοκρατημένο, αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που μόλις συνέβη. 

Έπειτα ακολούθησε ησυχία και γαλήνη. Κάθισε τότε αναπαυτικά σε ένα από τα αεροπορικά καθίσματα του πλοίου, άναψε τσιγάρο, έπιασε ένα τετράδιο κι ένα μολύβι και σχεδίασε, ήσυχος πια, αυτό το ποίημα. 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Ηλεκτρική ξυλόσομπα υγραερίου


Το σώμα αυτό ζεσταίνει το ταβάνι
Εμείς κρυώνουμε στο πάτωμα
Το ψυγείο μουρμουρίζει ενώ το ρολόι
με ένα εκκωφαντικό τικ τακ
παίρνει σταθερά κάτι από τον χρόνο μας
Σπαταλιόμαστε  υπομένοντας
αλλά παραμένουμε ήσυχοι καθώς
αύριο το πρωί
θα βάλουμε φωτιά και θα κάψουμε
το σώμα, το ταβάνι, το ψυγείο, το ρολόι
και το χρόνο μαζί

Έπειτα θα βρεθούμε ελεύθεροι
στην απεραντοσύνη του σύμπαντος
δίχως τίποτα
Όπως πάντα



Y.Γ. Το παραπάνω ποίημα αναδημοσιεύτηκε στο στο ηλεκτρονικό καλλιτεχνικό περιοδικό Art-io.eu
Δείτε εδώ

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Καταστάλαξη

ας αφήσουμε όλα τα περίτεχνα νοήματα κι ας δούμε την ουσία
τον ανύπαρκτο χρόνο που τον μετράμε σε στιγμές
και την αλήθεια που υπάρχει πίσω από κάθε ψέμα
κι ας αφεθούμε ελεύθεροι να ζήσουμε επιτέλους
τον εναπομείναντα χρόνο


Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Μια μικρή αλήθεια


Έχω έναν κάλο στη φτέρνα μου που τρυπάει όλες τις κάλτσες
Τον κάλο τον τρίβω κάθε φορά που πλένομαι 
Αυτός όμως αμέσως ξαναβγαίνει
Δεν λέει να φύγει, διογκώνεται
Θα τρυπήσει όλα μου τα τρύπια παπούτσια
Θα συνεχίσει να μεγαλώνει
Θα γίνει τεράστιος
Δεν θα μπορώ να περπατήσω
Θα επιβληθεί με την επιμονή του
Και στο τέλος θα με σκοτώσει.

Έπειτα, νεκρός σαν θα ‘μαι
θα έρθει και θα μου πει:
Ήμουν εσύ κάθε στιγμή
Δεν έφταιξα
Απλά δεν μπορούσες να με υποφέρεις
Και με σκότωσες
Μαζί κι εσένα





Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Φιλοξενία στο artblog

Ευχαριστώ το artbloggr για τη φιλοξενία.
Μικρή παρουσίαση του έργου μου καθώς και 10 απαντημένες ερωτήσεις.
Μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ




Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η συνάντηση


Μπήκα στο καφενείο για να κρυφτώ
Κάθισα σε ένα τραπεζάκι
Στις δύο θέσεις απέναντί μου
ήρθαν και κάθισαν ο Μίλτος και ο Τάσος
Έβρεχε

Ο Τάσος έλεγε πως
οι θαμώνες του καφενείου
γελούσαν σαν αποκοιμιόταν στην καρέκλα
αλλά τι να έκανε που οι νεκροί κάθονται άγρυπνοι 
και πρέπει να κοιμηθούμε και για κείνους

Ο Μίλτος έλεγε για έναν νεκρό κόσμο 
και για κάποια τέρατα που χαρτόπαιζαν
και πως η κυρία σκατό και καρπούζι
μιλούσε πάλι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη 
το μαχαίρι της και να αρχίσει να σφάζει

Εγώ τους έβαζα ρακή στα ποτήρια
και τους καθησύχαζα
Δεν βρέχει πια στο δωμάτιο
Ας σπάσουμε τις κορνίζες
με  τα νεκρά μας πορτραίτα
Η σελήνη μας περιμένει
Έχουμε καιρό ακόμα
Ας πιούμε 





Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Επιρρεπής

Ήμουν πάντα επιρρεπής στον έρωτα, στο αλκοόλ και στις ομορφιές της ζωής. Και στην κάνναβη και στις ατέλειωτες κουβέντες περί φιλοσοφίας, τέχνης και ζωής, με συνδαιτυμόνες γύρω από ένα τραπέζι και να αφήνουμε τον οίνο, τη ρακή ή τη φούντα – ή και τα 3 μαζί – να μας μεθούν και να κοινωνούμε τη σκέψη μας και η σκέψη να εξελίσσεται και η κουβέντα να εξελίσσεται και να ψάχνουμε το νόημα της ζωής, το νόημα του σύμπαντος, το νόημα όλων και να το αγγίζουμε κάθε φορά όντας σε μια κατάσταση υπερδιέγερσης και ευφυΐας και να αποδομούμε τον κόσμο, τα ήθη και τα έθιμα και να ανακαλύπτουμε τη ζωή και το σύμπαν γύρω μας, την ίδια την οντότητά μας κάτω από μια άλλη διάσταση, πολύ πιο κοντά στην πραγματική, την ουσιαστική. Η ολότητα του σύμπαντος γύρω από ένα τραπέζι με τσικουδιές και μεζέ. Και η συζήτηση να μας έχει συνεπάρει και να συμπληρώνει ή να διορθώνει ο ένας τον άλλο και να επαναπροσδιορίζουμε και να αναθεωρούμε, μαθαίνοντας πάντα κάτι παραπάνω και να προβληματιζόμαστε έχοντας πάντα μια ευφορία και το καφενείο να κλείνει κι εμείς να παραμένουμε εκεί να συζητάμε, να αγορεύουμε, να φιλοσοφούμε και να τους ζητάμε ένα ακόμα καραφάκι ρακή και να κλείσουν και πως εμείς θα παραμείνουμε ως το πρωί εκεί και όντως να το κάνουμε και να απολαμβάνουμε τη νύχτα κι έπειτα το πρωί με το που δούμε το ηλιοβασίλεμα, να αποφασίζουμε πως πρέπει να πάμε να ξεκουράσουμε το πνεύμα και το σώμα μας και να αποχωρούμε ο καθένας για το σπίτι του με μια αίσθηση του ανεκπλήρωτου, πως θα υπάρξει συνέχεια και πως πάντα έτσι θα κάνουμε όποτε μας δοθεί η ευκαιρία μέχρι να τα καταφέρουμε και ποτέ ως τώρα να μην τα έχουμε καταφέρει και να το προσδοκούμε και να συνεχίζουμε με κάθε ευκαιρία.



Θα μπορούσαν να μας χαρακτηρίσουν αλκοολικούς, αλλά οι ουσίες, είναι μονάχα το μέσο για να κοινωνήσουμε το πνεύμα μας ή απλά για να γουστάρουμε, χωρίς να ζητάμε απαραίτητα απαντήσεις σε αναπάντητα ερωτήματα. Ή, πιο απλά, να ζητάμε τη ρακή για να μας φέρει σε αυτή την κατάσταση και να περάσουμε και πάλι ωραία. Κι εντάξει, όλο αυτό δεν είναι η δικαιολογία για τον αλκοολισμό μας, αλλά το πνεύμα θέλει τροφή πέρα από τα διαβάσματα και την ενασχόληση με την τέχνη και αυτός είναι ο μόνος τρόπος, ακόμα και αν καταλήξουμε αλκοολικοί. Αλλά ποτέ δεν θα καταλήξουμε αλκοολικοί. Κι αυτό γιατί αυτοσκοπός είναι η φιλοσοφία και η έκσταση του πνεύματος και όχι το ίδιο το αλκοόλ ως ουσία. Όχι πάντα…  

Σύντροφοι, συνδαιτυμόνες, συμπότες ή συμποσιαστές; Ίσως όλα μαζί με έμφαση στα δυο τελευταία. Εξάλλου, όλα τα παραπάνω είναι μια αρχαία παράδοση που τη συνεχίζουμε, όχι γιατί τη μάθαμε, αλλά γιατί την ανακαλύψαμε στην πράξη. Μόνο που στις μέρες μας, έχουν αλλάξει οι ερμηνείες και οι έννοιες και οι περισσότεροι παρανοούν και παρεξηγούν τη στάση μας. Ευτυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό πέρα από το να αδιαφορούμε και να αμφισβητούμε τη γνώμη των πολλών. Η μάζα καταστρέφει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα γενικώς. Αν στεκόμασταν εκεί, θα ήταν η καταστροφή μας. Σεβόμαστε όμως την οντότητά μας – καθώς και την οντότητα όλων – κι έτσι δεν μπαίνουμε σε αυτή τη διαδικασία. Ας ζήσει ο καθένας την προσωπική του κόλαση και τον προσωπικό του παράδεισο. Μάθαμε να ζούμε σύμφωνα με τη φύση και να τη σεβόμαστε. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν κόντρα στην ολότητα του σύμπαντος και κάτι τέτοιο δεν το θέλουμε.

Και ποιοι είσαστε εσείς, θα ρωτούσε κάποιος. Οι αλκοολικοί του καφενείου. Κάποιες μικρές ασημαντότητες και τίποτε άλλο. Ή θα μπορούσες να πεις, αυτοί που δεν συμβιβάζονται με την κοινωνία σας και αντιδρούν με το δικό τους τρόπο. Όχι αναρχικοί, αλλά άναρχοι. Ή απλά, άνθρωποι που αποζητούν την ελευθερία τους και τη μέθη που θα τους οδηγήσει εκεί. Κι αυτή η μέθη, δεν έχει να κάνει απαραίτητα με ουσίες, αλλά με έρωτα για τη ζωή, τη φύση την ίδια, την ελευθερία. Έστω κι αν αυτή βρίσκεται ξεκομμένη από το κοινωνικό σύνολο… τι να κάνουμε;

Περιθώριο = περί + θεωρώ. Αλητεία = άλωμαι, περιπλανώμαι. 
Άνθρωποι που δεν χωρούν στα στενά πλαίσια όποιας ιδεολογίας. «Κάθε δέσμευση είναι ολιγωρία, άμα θες δεσμά, φάε ιδεολογία» όπως έλεγε και ο Νικόλας. Δεν είναι τυχαίο που οι κυνικοί και οι επικούρειοι μας εκφράζουν περισσότερο. Και ο Νικόλας, σαφώς και ήταν ένας από τους σύγχρονους κυνικούς φιλοσόφους. 

Δεν ξέρω γιατί βάζω το εμείς σε αυτό το κείμενο, αλλά θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι μόνος. Ενίοτε συμβαίνει αλλά τώρα χάσαμε τον ειρμό, οπότε, καληνύχτα! 



Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο τρελός

Είμαι τρελός, αυτό είναι γεγονός, και η παράνοιά μου όλο και μεγαλώνει. Ο κόσμος γύρω μου σαφώς και με θεωρεί παράφρονα, οι περισσότεροι φοβούνται να με κάνουν παρέα, τους δικαιολογώ. Πώς να αντιμετωπίσεις κάποιον που όταν πέφτει και του σπάει το ποτήρι της ρακής, το πετάει να σπάσει περισσότερο αδιαφορώντας για όλους και για όλα – και μετά να πάει να το πιάσει, να φανεί πως δεν είναι τόσο εκτός ελέγχου – μα φυσικά και είναι, και να το μαζεύουν άλλοι, και να πάει να πάρει ένα ακόμα σφηνάκι για να συνεχίσει τη ρακοποσία.
Τελικά, τα κατάφερα και ξέφυγα για λίγο και έξω, σαν να ήμουν σπίτι μου, και … δεν τα έσπασα όλα. Συγκρατήθηκα. Θα μπορούσα να το κάνω. Αλλά, εντάξει, είμαι απλά ένας αλκοολικός ποιητής που δεν ελέγχει τον εαυτό του. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι να με φοβούνται. Κι ας μην έχουν διαβάσει ούτε στίχο μου. Είναι αλλιώς το βιβλίο και αλλιώς να έχεις τον τρελό μπροστά σου.

Έμπειρος όμως στην τρέλα, μπόρεσα να το διαχειριστώ την τελευταία στιγμή και μετά να κάνω πως δεν τρέχει τίποτα… Με πήραν όμως όλοι χαμπάρι. Μετά σταμάτησα. Οκ, παίδες, δεν θα σας κάνω απόψε τη χάρη, ίσως μια άλλη φορά, τι λέτε; 

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Για τον Γιώργο Γαβαλά



Τον Γιώργο Γαβαλά τον είχα γνωρίσει τυχαία σε μια βόλτα στη Διονυσίου  Αρεοπαγίτου στο Θησείο. Καθόταν σε ένα παγκάκι με την κιθάρα του κι εμείς παίρναμε μπύρες κι αράζαμε μαζί του. Μου έκανε εντύπωση πως δεν έπινε αλκοόλ, καμιά σόδα ζητούσε όταν προσφερόμασταν να τον κεράσουμε. Μιλάγαμε και λέγαμε διάφορα, για τη μουσική και όχι μόνο. Πήρα τα cd του που τα πουλούσε, όπως έκανε με τις κασέτες και ο φίλος του ο Άσιμος. Είδα πως στο youtube δεν υπάρχει σχετική αναφορά, οπότε θα αναλάβω να ανεβάσω τη μουσική του με την πρώτη ευκαιρία.

Πριν λίγες μέρες έμαθα για το θάνατό του. Όταν το συνειδητοποίησα, ένοιωσα την απώλεια. Στην επόμενη βόλτα μου στο Θησείο, δεν θα είναι εκεί. Θα περάσω από το σημείο που άραζε να πιω τη μπύρα μου και να τον αποχαιρετήσω.

Τότε, θυμάμαι, είχα γράψει ένα κείμενο κι ένα ποίημα αφιερωμένα σε αυτόν. Αργότερα, το 2008, τα συμπεριέλαβα στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, “ H Νόσο της Ποίησης”, και του είχα χαρίσει ένα αντίτυπο με σχετική αφιέρωση. Μου έλεγε πως έγραφε κι εκείνος, αλλά δεν είχε προβεί ποτέ σε έκδοση. Δεν ξέρω που μπορεί να βρίσκονται τα γραπτά του, αλλά τουλάχιστον, έχω δείγμα της μουσικής του, το οποίο και θα μοιραστώ μαζί σας όταν έρθει ο καιρός. Προς το παρόν, θέλω να σας παρουσιάσω το διήγημα που έγραψα γι’ αυτόν. Καθώς όμως τα χρόνια περνούν και όλοι αλλάζουμε, όταν το κοίταξα, ένοιωσα την υποχρέωση να κάνω μερικές διορθώσεις, με προσοχή όμως, χωρίς να χαθεί το πρωταρχικό του κλίμα και ύφος.  

Επηρεασμένος τότε από τα πεζοποιήματα του Baudelaire, έγραψα το παρακάτω κείμενο σε ανάλογο ύφος.
Σήμερα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος και η γραφή μου έχει αλλάξει κατά πολύ. Αλλά αυτό είναι μια μνεία για τον Γιώργο Γαβαλά, έτσι όπως την είχα γράψει τότε, τον πλανόδιο αλήτη και μουσικό που έτυχε να κάνουμε παρέα κάποτε. Σας το παρουσιάζω με κάθε σεβασμό προς το άτομό του και ουσιαστικά, όπως το είχα βιώσει τότε.

Καλό ταξίδι Γιώργο, θα σε θυμόμαστε για αυτό που ήσουν. Ένας ελεύθερος άνθρωπος που δεν χώρεσε πότε σε πλαίσια και δεσμά, κι έτσι μια μέρα, πέταξε μακριά. 




Σε ένα παγκάκι κάτω από την ακρόπολη

                Τα χρυσαφιά χρώματα της δύσης που απλώνονται τόσο όμορφα τριγύρω, κατά μήκος αυτού του πλακόστρωτου δρόμου και κυριεύουν το βλέμμα οδηγώντας το, από τα δέντρα και τις πέτρες, τα παγκάκια και τα μπουλούκια των περαστικών – ψηλά πάνω στην ακρόπολη – κι ευθύς αμέσως, πίσω στο δρόμο και τα δέντρα και στα πέτρινα παγκάκια, για να καταλήξει και να σβήσει μπρος στο ακτινοβόλο, γεμάτο πανουργία και αθωότητα, γεμάτο ευαισθησία κι εξυπνάδα βλέμμα των παιδιών.

                Η πορεία μας, απροσδόκητα ανάλαφρη και η μαγεία των χρωμάτων του ουρανού διαχέονταν παντού γύρω, κάνοντας το κάθε τι, κάθε λεπτό που περνάει, να παίρνει κι άλλη απόχρωση, πάντα όμορφη – πάντα μαγική.

                Καθώς μια γλυκιά κούραση μας είχε καταβάλει, κανείς δεν αρνήθηκε να καθίσουμε για λίγο στο πέτρινο παγκάκι, που έτσι συνεπαρμένοι καθώς ήμασταν, λίγο έλειψε να σκοντάψουμε πάνω του. Δεν είχαμε καταλάβει το πόσο μας είχε απορροφήσει το τοπίο κι έτσι μείναμε εκεί, ώσπου τα μπλαβιά χρώματα της δύσης έδωσαν τη θέση τους στο  χρυσαφί φως της σελήνης.

                Το ηλεκτρικό φως, με τη σειρά του, φώτισε την ακρόπολη και άναψε κάθε φανάρι στο δρόμο. Κάποιος ζωγραφίζει τη στιγμή θέλοντας να την  αιχμαλωτίσει, κάποιος άλλος διαβάζει ένα βιβλίο με ποιήματα και ο μουσικός δίπλα μας ετοιμάζεται να παίξει το ρόλο μιας ολόκληρης ορχήστρας, σχεδιάζοντας το ηχόχρωμα της βραδιάς με τον δικό του τρόπο.

                Ο μουσικός, ένας άνθρωπος γραφικός, θα έλεγες άλλης εποχής. Ένα πουκάμισο παλιό – πολύχρωμο, ένα τζιν επίσης παλιό με κάποια μπαλώματα και ξέφτια στις άκρες, κάτι παπούτσια πάνινα κι ένα καπέλο «τζόκεϊ», πίσω από το οποίο περνούσε τα γκρίζα του μακριά μαλλιά. (Στην περιγραφή ίσως να ταίριαζε και μια μακριά γενειάδα, αλλά να με συμπαθάτε, δεν θα σας ευχαριστήσω). Κι όταν μιλήσαμε για τον Νικόλα (τον Άσιμο), μας είπε πως κάποτε παίζανε μαζί και τα σχέδια που κάνανε, μέχρι που ο Νικόλας πήρε την απόφαση να μας αφήσει.

                Έδειχνε γύρω στα 50 ή και νεότερος ακόμα κι έτσι όταν ρωτήσαμε για την ηλικία του μας είπε πως ήταν 71! Απίστευτο! Το ήξερα όμως καλά, το είχα ξαναδεί και σε άλλους καλλιτέχνες. Λες και η τέχνη τους, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους κρατούσε για πάντα νέους, δεν τους άφηνε να γεράσουν. Και ίσως έτσι να είναι. Ίσως η τέχνη, όταν πραγματικά την αγαπάς και όχι όταν ασχολείσαι απλά μαζί της, να σε ανταμείβει με μια αιώνια νεότητα, να κρατάει πάντα ζωντανό το παιδί μέσα σου, έτσι ώστε να σου επιτρέπει να καταπιάνεσαι και να πορεύεσαι με αυτή. Ίσως να μη σου χαρίσει ποτέ χρήματα ή έναν άνετο τρόπο ζωής, αλλά ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Αυτό που θα σου χαρίσει θα είναι κάτι ανάλογο με το «πορτραίτο του Dorian Gray» - η αιώνια νεότης.

                Η μουσική του… μια ολόκληρη πανδαισία από ήχους, όλοι προερχόμενοι από ένα και μόνο άτομο – μια κινητή ορχήστρα. Δυο ντέφια περασμένα στα πόδια – αριστερό πόδι, άρση, δεξί πόδι, θέση – μια κλασική ιδιόμορφη κιθάρα με χορδές μεταλλικές (ακουστικής κιθάρας), μια ζώνη πολύχρωμη με καμπανάκια (για περισσότερους ήχους) και τα χέρια: αριστερό και δεξί, πέρα από το να αδράζουν τις χορδές και μελωδίες να σκορπούν, έπαιζαν παράλληλα το ρόλο των κρουστών χτυπώντας ρυθμικά την κιθάρα. Και βέβαια, πώς θα μπορούσα να παραλείψω ένα πραγματικά περίεργο πνευστό, το καζού, που το έκανε να ακούγεται σαν σαξόφωνο και μας μάγευε όλους.

                Άλλος ένας πλανόδιος μουσικός που την τέχνη του εκθέτει στους δρόμους, που αρνείται να εμπορευτεί, να ακολουθήσει το σύστημα. Καλλιτέχνες του δρόμου, ελεύθεροι άνθρωποι. Η τέχνη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

                Οι ώριμοι και «συνετοί» περαστικοί, σπάνια στέκονται να ακούσουν λίγο, να δώσουν σημασία. Δεν πειράζει όμως, καταλαβαίνουν και γοητεύονται μόνο όσοι έχουν την ευαισθησία, μόνο όσοι έχουν το ταλέντο να το κάνουν. Γιατί ταλέντο χρειάζεται, όχι μόνο για να κάνεις τέχνη, αλλά και για να μπορέσεις να την εκτιμήσεις. Τα περισσότερα παιδιά είναι προικισμένα απ’ αυτό το ταλέντο.

Έτσι, ένα κοριτσάκι γοητεύτηκε από τη μουσική του και δεν ήθελε να φύγει. Χόρευε σαν μούσα κάτω από τους αρχαίους ρυθμούς, φιλτραρισμένους από τη σημερινή ματιά του καλλιτέχνη και σκορπισμένους αρμονικά, ένα με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα κάτω από την ακρόπολη.  

                Οι γονείς του χαριτολογώντας και κάνοντας χάζι το κοριτσάκι τους, το άφησαν για λίγο να ακούσει και να λικνιστεί – έτσι όπως κάνουν τα παιδιά από ένστικτο στους ρυθμούς ενός κομματιού. Στη μικρή μούσα όμως, δεν έφτασε μόνο ένα κομμάτι. Ήθελε να μείνει εκεί, πείσμωνε και μάταια τη τραβούσαν οι γονείς της από το χέρι. Έτσι έμεινε και για δεύτερο κομμάτι κι έπειτα για τρίτο κι έπειτα… ο μπαμπάς της αγανακτισμένος την παίρνει γρήγορα στην αγκαλιά του και την απομακρύνει: «φτάνει! Σαν πολύ δεν σου κάναμε το χατίρι;»  και το κοριτσάκι, η μούσα που μας επισκέφτηκε, αποχώρησε δυσανασχετώντας και κλαίγοντας.

                Το όνομα του μουσικού ήταν Γιώργος Γαβαλάς. Γύρισε προς το μέρος μας και είπε: «ξέρεις πόσα παιδιά έρχονται και κάθονται να ακούσουν; Τα παιδιά καταλαβαίνουν αυτό που οι “μεγάλοι” έχουν πάψει προ πολλού. Όχι όλοι, μόνο αυτοί που έχουν σκοτώσει το παιδί μέσα τους. Όσο γι’ αυτούς που έχουν καταφέρει να το κρατήσουν ζωντανό, να, όλο κάπου εδώ τριγύρω κάθονται και κάνουμε παρέα.»

                Rock, jazz, ethnic αυτοσχεδιασμός και η μουσική είχε δέσει τόσο με το τοπίο, που μας έκανε να περάσουμε σε αλλοτινούς χρόνους – ηλεκτρισμένους με μια ενέργεια που σε ταξιδεύει και ύστερα χάνεις το δρόμο, δεν ξέρεις να επιστρέψεις, μένεις κάπου ενδιάμεσα. Κι όταν βρεις το δρόμο ή με κάποιο τρόπο τέλος πάντων επιστρέψεις, μια γλυκιά νοσταλγία μένει και προσπαθείς να ισορροπήσεις σε αυτό το ενδιάμεσα ή να πας γρήγορα σπίτι να κοιμηθείς, μη τυχόν και πέσεις απότομα στην πεζή πραγματικότητα κι έτσι, στο όνειρο όπως είχες μάθει, μην τρομάξεις, μην από το ξάφνιασμα πέσεις και τσακιστείς.

                Προς το παρόν γνωρίζαμε πως εκεί να κρατηθούμε και να μη μας απασχολεί η επιστροφή, αλλά το ταξίδι, που πέρα από τη μαγεία του τοπίου, πέρα από την πανδαισία της Τέχνης, πέραν όλων των άλλων, το τροφοδοτούσαμε με άφθονη μπύρα, μπύρα και τσιγάρα στριφτά, και κερνούσαμε όποιον έστεκε εκεί για λίγο, να δει, να ακούσει, να μπει στην παρέα, να συντελέσει, να ενωθεί, να κοινωνήσει μαζί μας τη μουσική κάτω από την ακρόπολη,  τη συντροφιά,  την ψυχή μας – στην υγειά μας! Εβίβες! Salute!




Κάτω από την ακρόπολη

Όλη η τέχνη μαζεμένη σε ένα παγκάκι
κάτω από την ακρόπολη.
Ένας μουσικός – ορχήστρα μόνος του – jazz rock
μια ζωγράφος που αποτυπώνει τη στιγμή στο χαρτί
κι ένας άθλιος ρομαντικός που διαβάζει ποιήματα…

ώσπου ένα μικρό παιδί—
                                               ένα κοριτσάκι
γοητεύεται!
Νοιώθει όλη την τέχνη και μένει εκεί να χορεύει
Δεν μπορεί να ξεφύγει – δεν θέλει να απομακρυνθεί
όσο κι αν οι γονείς του το τραβάνε από κει
έχει ενθουσιαστεί – δεν θα φύγει
Είναι η ζωή – είναι το πάθος – είναι η μουσική
είναι η ποίηση  είναι όλα
ένα μικρό κοριτσάκι
να έχει γοητευτεί
να έχει γοητέψει τους πάντες
μούσα και Θεά κάτω από την ακρόπολη
αφημένη στις μελωδίες ενός πλανόδιου μουσικού
και μιας τέχνης, που μπροστά της
χάνει το νόημα της 




Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Ξημέρωμα στο καφενείο με έναν φίλο ποιητή



Το ποίημα αυτό δεν είναι δικό μου. Ή καλύτερα, δεν είναι όλο δικό μου. Βρεθήκαμε με έναν φίλο ποιητή μετά από 10 χρόνια. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι σε κάποιο καφενείο, πίναμε ρακή και τα λέγαμε. Ωραία συζήτηση και όσο η μέθη τύλιγε τα κεφάλια μας, το πνεύμα απελευθερωνόταν κι έτσι διάχυτο όπως ήταν, αρχίσαμε να λέμε στίχους, να αυτοσχεδιάζουμε. Το καφενείο είχε κλείσει και είχαμε παραμείνει εκεί με τη ρακή και το νερό μας. Δεν θυμάμαι ποιος το ξεκίνησε, ούτε ποιους στίχους έγραψε αυτός και ποιους εγώ. Δεν έχει σημασία άλλωστε καθώς πρόκειται για μεθυσμένο αυτοσχεδιασμό και κοινή δουλειά. Όταν αισθανθήκαμε πως τελείωσε, σταματήσαμε. Ήταν έτοιμο. Έτσι, δεν χωράει καμία διόρθωση ή αλλαγή γιατί θα το καταστρέψει. Είναι το απομεινάρι που θα μας θυμίζει εκείνη τη βραδιά που μας βρήκε το ξημέρωμα συζητώντας, πίνοντας και γράφοντας στίχους. Είναι ωραίες κάτι τέτοιες συναντήσεις. Στο τέλος μου το έδωσε. Του λέω, πάρ’ το, δικό σου είναι. Όχι, πάρ’ το εσύ, μου είπε και μου το έδωσε. Την επόμενη μέρα κάθισα και το καθαρόγραψα κι εδώ σας το παρουσιάζω:

Ξημέρωμα στο καφενείο με έναν φίλο ποιητή

Καταραμένη μούσα της ζωής
σειρήνα των πόθων
η μέρα που ξημερώνει
η γυναίκα που μόλις έφυγε
και η ρακή που μένει στο τραπέζι
υποκατάστατο της χαμένης νιότης
το καφενείο έκλεισε
τα τραπέζια μαζεύτηκαν
εκτός από ένα
το δικό μου
αφέθηκα ελεύθερος να ζήσω το ξημέρωμα
την αυγή
μόνος, αλλά όχι μονάχος
σαν τον καπνό του τσιγάρου που χορεύει
και η ανυποψίαστη γυναίκα που ήρθε απέναντί μου
δόλιο κάλεσμα
δικό μου
και που με έκανε να νιώσω
την ομορφιά της ζωής
μου ξέφυγε από το χέρι
χαμένος καθώς ήμουν

Ζαχαρίας Α. – Χρήστος Ζάχος








Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ψευδαισθήσεις


Χάνω το κέντρο
Ακροβατώ μεταξύ υπαρκτού και φανταστικού
δεν μπορώ να πω με σιγουριά
Αντιλαμβάνομαι μια άλλη πραγματικότητα
δύσκολο να εξηγηθεί
ξεπερνάει τα πλαίσια λογικής και φαντασίας
με κάνει να ανακαλύπτω κόσμους άλλους
δεν είναι τίποτε παραπάνω όμως
από τους πραγματικούς

Ζούμε όλοι σε μια ψευδαίσθηση
και κάπου εκεί
ενδιάμεσα ή πλαγίως
στο βάθος ή καθέτως
πηγάζει η τέχνη

Κι η ζωή











Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Ένας καθημερινός θάνατος


Οι ποιητές έχουν σταματήσει να πηγαίνουν σε μπαρ
Προτιμούν τα ήσυχα συνοικιακά καφενεία
όπου μπορούν να κρύβονται και να αισθάνονται ασφαλείς
Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες σκιές εκεί
όμως δεν τους ενοχλούν
Ίσως και να τους εμπνέουν
Εργαλείο απαραίτητο για τη δουλειά τους
κι ένα καραφάκι ρακή
ένα πιατάκι με μεζέ – δεν το έχουν καν αγγίξει
και μια λευκή κόλλα που τους χλευάζει
Τι βάσανο
δεν γεμίζει
πέτα τη στα σκουπίδια
απόψε θα πιούμε μόνο



Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Ενημέρωση

Η πρώτη μου ποιητική συλλογή "Η νόσος της ποίησης" που είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις ίαμβος, απ' όσο γνωρίζω, είναι εξαντλημένη. Αν βρείτε κάνα βιβλίο ξεχασμένο σε κάνα ράφι βιβλιοπωλείου, μπορείτε να το πάρετε, κλέψετε ή να κάνετε ότι θέλετε.
Τη δεύτερη λογοτεχνική δουλειά μου με ποιήματα και πεζά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης "Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου", μπορείτε να τη βρείτε ακόμα, να την παραγγείλετε ή να την κατεβάσετε δωρεάν από εδώ:http://www.gavrielidesbooks.gr/showebook.aspx?vid=1289
Όσο για την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά "Χ-έγερση υποσυνειδήτου", μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ χαμηλή τιμή από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων (Καλλιδρομείου 30 Εξάρχεια) καθώς και κάποια αντίτυπα από τις προηγούμενες δουλειές μου.https://ekdoseisynadelfwn.wordpress.com/…/%CF%87-%CE%AD%CE…/

Ωστόσο, η νέα μου δουλειά δεν έχει πάρει το δρόμο του τυπογραφείου καθώς ακόμα τη δουλεύω. Θα ενημερωθείτε σχετικά από δω.
Μπορείτε όμως να ακούσετε και να κατεβάσετε ελεύθερα το cd που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση..." από τη σελίδα μου στο soundclound εδώ 
Μένουμε σε επαφή. Καλή ανάγνωση και καλά να περάσετε!
Εβίβες σε όλους!

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Η τέχνη της ζωής

Πλάκα έχει ο υπερρεαλισμός. Αλλά προτιμώ τον εξπρεσιονισμό. Ιδιαίτερα τον αφηρημένο. Για τη γραφή μιλάω. Στη ζωγραφική, προτιμώ τον ιμπρεσιονισμό, με αφαιρετικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Ο ρεαλισμός είναι εξαιρετικά βαρετός. Στην ουσία, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η τέχνη της ζωής.
Η ζωή είναι τέχνη. Υπέρτατη. Μην την κάνεις βαρετή, άθλια, ρουτίνα. Θα την επωμιστείς έτσι. Κάνε την ωραία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Ας βάλουμε τα δυνατά μας λοιπόν. Τα πάντα είναι στο χέρι μας. Και στο πόδι μας. Και όπου αλλού θες. Άσε με τώρα καθώς πρέπει να ξαπλώσω στο ταβάνι. Δεν υπάρχουν γύψινοι μαίανδροι που στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους. Αλλά ίσως και να είναι. Ταπεινή τέχνη δίχως ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου; θα πρέπει τώρα να έρθω κοντά σου. Κατακορύφως.
(Όποιος δεν καταλαβαίνει τον υπερρεαλισμό του Καρυωτάκη, πώς να μπορέσει να καταλάβει τον δικό μου αφηρημένο εξπρεσιονισμό).
Η ζωή είναι ποίηση. Αν δεν είναι, θα πρέπει να γίνει. Έτσι απλά. Τίποτε άλλο. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Μυγάκια μπεκρήδες



Υπάρχουν κάποια μικροσκοπικά μυγάκια μπεκρήδες. Είναι αυτά που αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους βουτώντας στο ποτό σου. Είναι επίμονα, δεν τα παίρνεις χαμπάρι, και πάντα, αφού πάρουν αυτό που θέλουν, πεθαίνουν μέσα σε αυτό. Όπου υπάρχει αλκοόλ, υπάρχουν και αυτά. Βουτιά θανάτου στο ποτήρι σου. Και όταν πας να πιεις την επόμενη γουλιά, αν δεν τα προσέξεις, τα πίνεις κι αυτά μαζί. Όταν τα προσέξεις όμως, βάζεις το δάχτυλό σου και τα μαζεύεις από το ποτήρι σου. Αν και πεθαμένα, δεν φαίνονται δυσαρεστημένα.
Και να, τώρα που γράφω για όλα αυτά, άλλο ένα αποφάσισε να πεθάνει στο ποτήρι μου. Γαμημένοι μπεκρήδες, φύγετε από δω! Μη μου πίνετε το ποτό! Βάζω το δάχτυλο να το αφαιρέσω και πίνω.

Τελικά αυτά τα γαμημένα μυγάκια μπεκρήδες, μοιάζουν πολύ με τους ποιητές. Ή μήπως είναι οι ψυχές των ποιητών που μας συντροφεύουν; Δεν ξέρω, γι’ αυτό και τα απομακρύνω – νεκρά – από το ποτό μου. Δεν θα ήθελα να πιω τους ποιητές μου. Ή μήπως κάνω λάθος και τελικά, αυτός είναι ο σκοπός. Να κοινωνήσω την ουσία τους με αυτόν τον τρόπο. Χμ.. τώρα που το λέμε, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Την επόμενη φορά δεν θα αφαιρέσω την ψυχή του ποιητή από το ποτήρι μου.  Θα την πιώ! Τι σκατά; Τα ίδια κουμάσια είμαστε. Εβίβες λοιπόν!