Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκόρπιες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκόρπιες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Συνάντηση με τον Γιώργη Παπάζογλου

Ο Γιώργης ο Παπάζογλου, ρεμπέτης, ζωγράφος, γλύπτης, 
καλλιτέχνης, ποιητής 
ένας άνθρωπος που κουβαλάει την ιστορία ενός αιώνα (95 χρονών) 
πόλεμοι, εξορίες, διωγμοί 
ένας άνθρωπος που θαυμάζω, σοφός από την εμπειρία της ζωής 
έξω καρδιά, ψυχή, Άνθρωπος 
ένας άνθρωπος που πάντα ήθελα να συναντήσω 
και που σήμερα κατάφερα να τον εβρώ. 
Με καλοδέχτηκε σπίτι του και μου άνοιξε την καρδιά του. 
Είχα πάει με το μπαγλαμαδάκι μου μαζί, 
έπαιξα, έπαιξε... 
μου έδειξε τις αγιογραφίες του, τους πίνακες και τα γλυπτά του 
μου απήγγειλε το ποίημα του Αή Στράτη και το ποίημα της Κοκκινιάς (2η φώτο.) 
Μου είπε ιστορίες από τη Σμύρνη και για τον πατέρα του τον Βαγγέλη Παπάζογλου, 
για την μητέρα του που τραγουδούσε υπέροχα και που τόσο τον έχει επηρεάσει, την Αγγέλα, 
και μου τραγούδησε μέσα από την καρδιά του 
κι έπειτα να μου δείξει την λεμονιά του, ένα δέντρο που είχε κρατήσει σπόρο από την μητέρα του, 
ένα δέντρο που ήταν ψηλό πολύ και γεμάτο άνθη... 
μου έδειξε και τα υπόλοιπα φυτά του. 
Αλλά κυριότερα, μου έδειξε την ψυχή του και μου είπε πως σύντομα θα τα ξαναπούμε 
Η συγκίνηση είναι μικρή λέξη για να περιγράψει το συναίσθημα που νιώθω...









Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Αν περάσεις από την πλατεία, μπαίνεις σε άλλη διάσταση


Αν περάσεις από την πλατεία, μπαίνεις σε άλλη διάσταση.
Το δέντρο και η ενέργεια του,
Ο περιπτεράς που πήρα τις μπύρες, ήθελε να μου ακουμπήσει τα ρέστα στο χέρι.
Τα πήρα.
Δεν έπλυνα ποτέ τα χέρια, άνοιξα την μια μπύρα και έπινα περπατώντας στα στενά.
Δεν μπορούσα να πάθω τίποτα, ήμουν αόρατος.

Μια πόλη νεκρή. Κρύψου στο κλουβί σου.
Αλλά μη!
Μπορείς να πιάσεις ένα δέντρο.

Πριν περάσω στην πλατεία,
μπήκα σε ένα στενό και είδα ένα δέντρο.
Το δέντρο μου μίλησε και είπε, άγγιξε με και θα δεις.
Και σταμάτησα και το άγγιξα, έπιασα τον κορμό του με το χέρι μου,
και τότε έγινε κάτι μαγικό:
Μου πέρασε τέτοια ενέργεια, δύναμη και αυτοπεποίθηση, που δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν.
Κι έμεινα εκεί συνεχίζοντας να αγγίζω το δέντρο κι αυτό να μου δίνει την ενέργειά του.
Και η δύναμή του, περνούσε από μέσα μου
κι αισθανόμουν γίγαντας πια!
Κι έπειτα, αφού γέμισα τόσο, αποφάσισα να φύγω.
Αλλά στη σειρά υπήρχαν 4 – 5 δέντρα ακόμα.
Τα χαιρέτησα όλα με μια χειραψία.

Συνέχισα να περπατάω στα στενά με τον ωχρό φωτισμό του δρόμου
και τις νεραντζιές, τις ελιές, τις λεμονιές και τα άλλα δέντρα στα γύρω πεζοδρόμια,
και μπροστά να απλώνεται το στενό με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα
και το πορτοκαλί φως από τους γύρω λαμπτήρες, που χρωματίζουν τη νύχτα
και που σε παρασύρει και ταξιδεύεις,
στο αέναο που απλώνεται μπροστά σου

Και κάπου εκεί, δυο στενά πριν φτάσω σπίτι, συνειδητοποίησα το εξής:
Σταμάτα. Από δω και πέρα περνάς σε άλλη διάσταση.
Είναι μια κατάσταση που δεν αντιλαμβάνεσαι πάντα, αλλά υπάρχει.
Γνωρίζεις με μαθηματικές κινήσεις το κάθε τι:
πόσα βήματα θα κάνεις, πού θα φτάσεις,
πώς θα ανοίξεις και θα μπεις μέσα,
πως θα αφήσεις τα πράματά σου
και πως θα βγάλεις τα παπούτσια σου.
Και σταματάς.

Μπαίνεις στη δίνη μιας επανάληψης που γίνεται κάθε μέρα,
και σταματάς.

Μόλις περάσεις την πλατεία, μπαίνεις σε άλλη διάσταση.
Και σταματάς.

Και βλέπεις ξεκάθαρα το χώρισμα της μιας διάστασης από την άλλη.
Και αποφασίζεις να το περάσεις και πάλι.
Αλλά έχεις βγει έξω
κι έχεις γίνει ο παρατηρητής του εαυτού σου
του κόσμου
και του σύμπαντος…







Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Δεύτερη σκέψη χωρίς κανέναν έλεγχο

Άνοιξα το παράθυρο, το δωμάτιο είχε βρωμήσει από τα τσιγάρα. Έπρεπε να καθαρίσει ο αέρας, άνοιξα και τις κουρτίνες κι έκλεισα το φως. Άδειασα το τασάκι, έβαλα καθαρό. Στάθηκα να ακούσω το περιβάλλον, το ηχοτοπίο έξω από το παράθυρό μου. Ορατότητα περιορισμένη στην απέναντι πολυκατοικία. Κάποια κουδουνάκια χτυπούσαν από γειτονικό μπαλκόνι, ένα κλιματιστικό έκανε τη βοή του, ο αέρας θρόιζε τα φύλλα στα κλαδιά των δέντρων, και καθαρό οξυγόνο μπήκε στο δωμάτιο.  Άρχισε να μπαίνει κρύο, Απρίλης κι ακόμα χειμώνας. Θα έρθει η άνοιξη. Σύντομα, για όλους.
Η νύχτα σήμερα είναι νεκρή, ας της κάνουμε την κηδεία να έρθει το ξημέρωμα. 

Έχει ακόμα.
Οι ερωμένες μου με αγαπούν και είναι όλες εδώ τώρα. Καμία όμως δεν μπορώ να αγγίξω. Εξαϋλώνονται
Τα φώτα του δρόμου είναι πάντα ωχρά, όπως τα γουστάρω, κι έτσι κάνουν το φως το βραδινό, όμορφο και αλλόκοσμο όπως είναι. Τα σχέδια που κάνει ο χαμηλός φωτισμός, οι σκιές και τα φαντάσματα που βγαίνουν μόνο βράδυ, και στοιχειώνουν το τοπίο, και τα στοιχειά είναι τόσο φιλικά μαζί σου, ίσως γιατί είσαι κι εσύ ένα στοιχειό και μπορεί να μην το γνωρίζεις ακόμα. Αλλά συνεχίζεις να παρατηρείς, να νιώθεις... 

Έπρεπε όμως να κλείσω το παράθυρο, να ανάψω το φως και τη σόμπα. Κι έπρεπε τα μάτια να συνέλθουν στη νέα πραγματικότητα. Και να δουν πάλι το γραφείο, τον υπολογιστή και τα σκορπισμένα βιβλία εδώ κι εκεί, και το τασάκι με το τσιγάρο που ντουμανιάζει το δωμάτιο, και το καραφάκι με τη ρακή πιο δίπλα, και τα δάχτυλά μου πάνω στο πληκτρολόγιο να γράφω αυτά.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως τα κατάφερα και στη νέα συνθήκη, αλλά δεν έχω ιδέα.
Τι θα πει συνθήκη, καταφέρνω…
Είναι 5 η ώρα, αλλά το ξημέρωμα αργεί

Τι ζητάει ένας σκυφτός πάνω από το γραφείο;




Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Πρώτη σκέψη χωρίς δεύτερο έλεγχο


Περπατώντας στα στενά, είδα δυο φίλους να προχωράνε και να συζητάνε. Ο ένας από τους δυο, έλεγε: ανέβηκα στην ταράτσα να δω τη θέα. Τι θέα; Βλέπεις τις άλλες ταράτσες.

Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα στο άστυ. Ζούμε αποκομμένοι από τη φύση και αυτό έχει άμεση σχέση με την ψυχολογία και τον τρόπο που κινούμαστε μέσα στη συνθήκη αυτή. Ο βασικός λόγος της κατάθλιψης όλων των πολιτών.

Οι άνθρωποι στη φύση, μπορεί να είναι τρελοί ή αντικοινωνικοί, αλλά δεν πάσχει κανείς τους από κατάθλιψη, καθώς ο ορίζοντας, η θάλασσα και οι βουνοκορφές, ανοίγουν το μυαλό και την ψυχή και συμβάλλουν στη διάθεση αρχικά, κι έπειτα στη σοφία του ατόμου.{βλέπε ευδαιμονία}

Ο σοφός δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει πολλά βιβλία, αρκεί να διαβάζει τη φύση, τους ανθρώπους και τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι μπορούν να υπάρχουν ηλίθιοι μορφωμένοι και αγράμματοι σοφοί.  
Η πληροφορία και η εξειδίκευση, δεν σου προσδίδουν σοφία, παρά μονάχα η ουσιαστική γνώση της ζωής και του όλου – του εαυτού σου μέσα στο σύμπαν. Αυτό προϋποθέτει σεβασμό στην ίδια την ύπαρξη και το περιβάλλον που τη φιλοξενεί. Ο άνθρωπος οφείλει να ζει και να φιλοσοφεί κοντά στη φύση και σε μικρές κοινωνίες ανθρώπων. Έτσι μονάχα έχει επαφή με το περιβάλλον και με όλα τα ζωντανά που το περιβάλλουν.

Κι όπως έλεγε ο άλλος ο Αντισθένης, ο παλιός, όχι εγώ: “Ο ευδαίμων άνθρωπος είναι αυτεξούσιος και αυτάρκης. Η αληθινή αρετή δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Ο σοφός δεν έχει ανάγκη από νόμους, αλλά στηρίζεται στην κρίση του. Οι νόμοι είναι για τους πολλούς και τους μέτριους και όχι για τους εκλεκτούς. Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι συμβατικοί και τεχνητοί και καταπιέζουν την ελευθερία. Ο άνθρωπος πρέπει να επαναξιολογεί τις κοινωνικές αξίες και θεσμούς και να απορρίπτει πολλά ως άχρηστα.”

Έτσι λοιπόν, δεν είναι δυνατό ο σοφός άνθρωπος (homo sapiens), να υπακούει σε νόμους και να γράφει χαρτάκια κι sms στην πολιτεία για να του δώσει την άδεια να πάρει λίγο καθαρό αέρα και να κάνει τη βόλτα του. Το κράτος και μεγάλη μερίδα των πολιτών, είναι παράλογοι και δρουν παράλογα. Ο σοφός είναι πλάνητας,  περιφέρεται ολόγυρα για να έχει συλλογική θέα, και δεν υπολογίζει από νόμους γιατί έχει τους δικούς του. Ξέρει να λειτουργεί σύμφωνα με τη φύση.

Σήμερα γύρναγα στα στενά καθώς χθες στην πλατεία ήρθανε μπάτσοι και σήκωσαν όσους βρίσκονταν εκεί να τους στείλουν σπίτι τους. Ήταν όλοι μακριά ο ένας από τον άλλο. Απαγορεύεται το οξυγόνο, ο ήλιος, η βόλτα, η σκέψη, τα πάντα. Επιτρέπεται μόνο να υπακούς τυφλά! Σκατά στην παγκόσμια χούντα.
Θα σας παρατήσω όλους και θα μείνω σε σπηλιά.

Αλλά ας κλείσω με λίγο ακόμα Αντισθένη κυνικό: “ Ο κυνικός δεν χρειάζεται καν προσωπικό χώρο και λειτουργεί δημόσια. Το να κρύβεται κανείς είναι ένα είδος φόβου. Οι θρησκείες είναι αποτελέσματα ανθρώπινης συνήθειας. Τη ζωή δεν πρέπει να την παίρνουμε στα σοβαρά. Έχει αξία μόνο ως διαδρομή παρά ως το παν. Είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια ανάμεσα σε φιλικές και εχθρικές καταστάσεις. Ο θάνατος είναι ένα πέρασμα εκτός του έμβιου κόσμου και παντελώς αδιάφορος. Οι νεκροί δεν υποφέρουν και οι ζωντανοί για να μην υποφέρουν, πρέπει να καταργήσουν το φόβο του θανάτου. Για να είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος και ελεύθερος, πρέπει να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να πεθάνει.”

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Ταξιδιώτες στο άπειρο


Είμαστε όλοι ταξιδιώτες στον χρόνο - ο οποίος είναι σχετικός. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως ζωή, ως πέρασμα από την μια στιγμή στην άλλη, είναι η τέταρτη διάσταση του χώρου, όπου υπάρχουμε μέσα του. Το παρελθόν, συνεχώς και μεγαλώνει στιγμή με τη στιγμή ενώ το μέλλον, βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά και δεν το βιώνουμε ποτέ γιατί ζούμε μονάχα στο παρόν.
Τώρα, στο σύμπαν, παρελθόν, παρόν και μέλλον, συνυπάρχουν κι εμείς, ως κομμάτια αναπόσπαστα του σύμπαντος, ζούμε παράλληλα και στα 3 αυτά σημεία του χρόνου - ενός χρόνου που διαστέλλεται, συστέλλεται, υπάρχει και δεν υπάρχει - διατηρώντας, ωστόσο, τη ψευδαίσθηση του παρόντος. 

Είμαστε ταξιδιώτες του απείρου μέσα στην τέταρτη διάσταση του χωροχρονικού συνεχούς. Όσο αδιανόητο κι αν φαίνεται, αυτό ισχύει επιστημονικά, φιλοσοφικά καθώς και στη ζωή μας την ίδια  είναι αλήθεια  

Η πραγματικότητα είναι πολλές φορές, πολύ πιο εντυπωσιακή από τη φαντασία και η φαντασία είναι ο μόνος τρόπος να αντιληφθούμε την πραγματικότητα.



Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Το μαύρο μπουφάν

(ή ένας αστικός μύθος)

Αυτή η ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβη πριν πολλά χρόνια, τον καιρό της εφηβείας. Κι όσο απίστευτη κι αν σας φανεί, ήταν κάτι που πραγματικά συνέβη, δίχως να μπορέσω να δώσω μια λογική εξήγηση, ούτε τότε, ούτε πολλά χρόνια αργότερα. Είναι η λογική λοιπόν το κατάλληλο εργαλείο ή –καμιά φορά–  συμβαίνουν πράγματα που αδυνατούμε να εξηγήσουμε και που όμως, ζώντας τα, νιώθουμε πως είναι αδιαμφισβήτητα; Δεν υπήρξε απάντηση ποτέ, κι έτσι, δέχτηκα αυτό το γεγονός, ως κάτι που με επηρέασε για πάντα. Έτσι λοιπόν, θα αρχίσω να σας ιστορώ και, ίσως, να μπορέσετε να με καταλάβετε. 

Ήμουνα τότε 16 με 17 χρονών, και κάποια συμμαθήτριά μου, θα έκανε ένα πάρτυ με αφορμή τα γενέθλιά της. Ήταν καλεσμένη όλη η παρέα και σίγουρα θα περνούσαμε ωραία. Δεν είχα λοιπόν λόγο να αρνηθώ την πρόσκληση. Και κάτι τέτοιες συγκεντρώσεις, είναι πάντα ευκαιρία να φλερτάρουμε, να πιούμε και να έρθουμε πιο κοντά. Και ίσως να συμβεί το πολυπόθητο αγαθό, να γνωρίσουμε κάποια κοπέλα και να τα φτιάξουμε – όπως λέγαμε τότε. Έτσι λοιπόν, φόρεσα τα καλά μου ρούχα, ένα ελαφρύ μπουφάν – γιατί είχε ψύχρα – πήρα την καλή μου διάθεση και πήγα στο πάρτυ. Εκεί η κατάσταση ήταν όπως έπρεπε να ήταν. Εύθυμοι άνθρωποι, αλκοόλ, μουσική, κουβέντα, φλερτ, χορός. Χαιρέτησα τους φίλους και βρήκα τη θέση μου ανάμεσά τους. Άρχισα λοιπόν να παίζω το ρόλο μου.

Τότε ήταν που την αντίκρισα πρώτη φορά. Μια πολύ όμορφη κοπέλα, κάπως περίεργα χλωμή -  που καθόταν σε μια γωνιά και δεν μίλαγε με άλλους. Την πλησίασα και αρχίσαμε να συζητάμε. Μου κέρδισε το ενδιαφέρον κι έμεινα μαζί της όσο διήρκεσε το πάρτυ. Με είχε ενθουσιάσει και ένιωθα πως ήταν αμοιβαίο. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά και μια κάτασπρη επιδερμίδα, κάπως μυστήρια αλλά πανέμορφη συνάμα. Με είχε συνεπάρει και εξάντλησα όλη τη γοητεία μου για να την κερδίσω. Μάλλον τα είχα καταφέρει κι έτσι, όταν πέρασε η ώρα κι έπρεπε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, μου ζήτησε να τη συνοδεύσω. Δέχτηκα δίχως άλλο, χαιρετίσαμε και φύγαμε.

Προχωρούσαμε μαζί στο δρόμο και συζητάγαμε ενώ πιανόμασταν χέρι χέρι. Είχε ψύχρα κι άρχισε να κρυώνει. Τότε ήταν που της πρόσφερα το μπουφάν μου και την έπιασα από τη μέση. Ήμουν απίστευτα γοητευμένος και απολάμβανα την κάθε στιγμή. Αλλά, νεαροί καθώς ήμασταν και οι δυο σε μια παλαιότερη εποχή, δεν έπρεπε να δώσουμε δικαίωμα, να μας δουν μαζί. Φτάνοντας κοντά στο σπίτι της, μου ζήτησε να κρατήσει το μπουφάν και να περάσω να το πάρω την επόμενη μέρα. Μου έδειξε την πόρτα που έμενε και μου είπε να μην πλησιάσω άλλο. Ήταν στο απέναντι στενό. Της υποσχέθηκα πως θα περάσω την επόμενη μέρα να ζητήσω το μπουφάν μου και με την ευκαιρία, να την ξαναδώ. Δώσαμε ένα φιλί και αποχωριστήκαμε. Γύρισα στο σπίτι μου τόσο ευτυχισμένος! Επιτέλους, είχα βρει μια κοπέλα να μου ταιριάζει και θα την έβλεπα και την επόμενη μέρα. Έπεσα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα με μια αίσθηση αγαλλίασης να με πλημμυρίζει. 

Την επόμενη μέρα σηκώθηκα με το ίδια συναίσθημα. Ήταν τόσο απλό λοιπόν – κι όσο σκεφτόμουν πως θα περάσω από το σπίτι της με αφορμή το μπουφάν για να την ξαναδώ, ίδρωνα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Τα είχα καταφέρει λοιπόν, είχα ερωτευτεί.

Αφού έρχεται το απόγευμα, το παίρνω απόφαση να πάω να τη βρω. Η αγωνία μου ήταν μεγάλη αλλά και η επιθυμία επίσης. Πήρα το δρόμο για το σπίτι της. Φτάνοντας έξω από την πόρτα της, στάθηκα να το σκεφτώ λιγάκι. Πήρα την απόφαση και χτύπησα το κουδούνι. Ανοίγει η μάνα της, τη χαιρετάω και ζητάω την Αναστασία. Η μάνα της με κοιτάει αμήχανα και παγερά. Της λέω για το μπουφάν και ό,τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Μου λέει πως είμαι παράλογος και πως αυτό δεν συνέβη ποτέ. Εγώ επιμένω. Τότε ήταν που μου είπε πως η Αναστασία είχε πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια και να σταματήσω αυτή την ενοχλητική φάρσα. Πάγωσα. Δεν την πίστεψα και ζητούσα εξηγήσεις. Τότε ήταν που μου είπε το εξής: "αν δεν με πιστεύεις, πήγαινε στο τρίτο νεκροταφείο στον τάδε διάδρομο και θα δεις τον τάφο της", κλείνοντάς μου την πόρτα κατάμουτρα.


Δεν πίστεψα τίποτα, απλά δεν θα ήθελε να έχει σχέσεις η κόρη της και φαντάστηκε όλη αυτή την ιστορία. Αλλά μέσα μου υπέφερα και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Θα μπορούσε να με έχει διώξει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, αυτό όμως, ήταν μακάβριο.  Πήρα τους δρόμους και περπατούσα άσκοπα. Είχε συννεφιά χωρίς να βρέχει. Αποφάσισα να πάω στο νεκροταφείο να κοιτάξω, δεν ξέρω γιατί, δεν είχα καμιά ελπίδα. Η κοπέλα που είχα ερωτευτεί δεν ήθελε να με ξαναδεί ή έστω οι γονείς της δεν την άφηναν. Συνέχισα να περπατώ ώσπου βρέθηκα στο νεκροταφείο και ακολούθησα τις οδηγίες για τον τάφο που μου είχε πει η μάνα της. Βρήκα τον τάφο και με έκπληξη βλέπω το όνομά της πάνω στην ταφόπλακα. Και η ημερομηνία θανάτου της, ήταν όντως πεθαμένη εδώ και 5 χρόνια. Και πάνω στον τάφο της, αυτό που αντίκρισα, μου έκοψε τα πόδια, μου στέρεψε την ανάσα, με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρος. Ήταν απλωμένο εκεί το δικό μου μπουφάν, αυτό που της είχα δώσει το προηγούμενο βράδυ. 



Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Οι φυγάδες


Αυτό που συνέβη με την επιστροφή μου, κι ακόμα δεν έχω μιλήσει με κανέναν, δεν έχω ιδέα τι, αλλά αυτό που συνέβη, ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Σε μια άλλη διάσταση ίσως, αλλά ήταν.
Και όλα ξεκίνησαν από το φευγιό μου. Είπα να παίξω ένα παιχνίδι, να αστειευτώ, να παραπληροφορήσω ή να τρολάρω καλύτερα. Κι έτσι έκατσα κι έφτιαξα ένα σενάριο που μου βγήκε τελείως αυθόρμητα ως αληθινό. Το γεγονός όμως που το πίστεψαν όλοι, με ξεπερνάει και με κάνει να αναρωτιέμαι. Το έκανα βέβαια έτσι ώστε να είναι πιστευτό και αυτό βοήθησε πως βασίστηκα σε αληθινά γεγονότα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για να καταλάβεις, αφού αυτό αφορά κι εσένα.

Δεν έκρυψα ποτέ τον έρωτά μου για σένα, ναι, αυτόν τον “πλατωνικό” έρωτα. Τον ενθουσιασμό και όλο το συναίσθημα και το κοινώνησα σε όλους τους φίλους και γνωστούς: δείτε με πόσο ευτυχισμένος είμαι, μάθετε όλοι για τον έρωτά μου! Γίνεται μέτοχοι, ζήστε το μέσα από μένα, πιστέψτε το. Σαν παιχνίδι στην αρχή, αλλά κι έπειτα. Κι έτσι το έδαφος ήταν ήδη προετοιμασμένο.  Ήταν μια όμορφη κατάσταση που με βοήθησε μέσα μου και που την έκανα φανερή σε όλους. Μα για να δούνε την ευτυχία μου φυσικά, και να τους δείξω πως η δυστυχία είναι κάτι που το φέρουμε μέσα μας και πρέπει να αποβληθεί. Και ίσως έναν τρόπο για την κατάσταση της ευδαιμονίας. Όλα είχαν γίνει έτσι όπως έπρεπε, χωρίς κανένα σχέδιο ή άλλο τρόπο. Έτσι διατήρησα μια ιδανική – ουτοπική εικόνα. Είπα λοιπόν να παίξω με αυτή.

Πηγαίνοντας λοιπόν Κρήτη, όπου θα με φιλοξενούσε μια φίλη που είναι στην ομάδα του κυνικού υπερρεαλισμού, σκέφτηκα να πειράξω τα άλλα μέλη της ομάδας, όντας χωρίς τηλέφωνο και πρόσβαση στο ίντερνετ, και να παίξω τον αγνοούμενο. Γνωρίζοντας από το παρελθόν μου οι φίλοι τις “εμπειρίες ενός πνιγμένου” (βιβλίου μου το 2011, βασισμένο την τελευταία επιστολή του Κ. Καρυωτάκη που έλεγε στο υστερόγραφο πως, όποιος γνωρίζει κολύμπι, να μην επιχειρήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα) - ήταν εύκολο να πιστέψουν ένα τέτοιο σενάριο. Γράφω συχνά ως νεκρός στα διηγήματά μου. φοβήθηκαν λοιπόν μήπως και έκανα πράξη αυτή τη φαντασίωση του αυτόχειρα.

Έτσι λοιπόν, είπα στη φίλη μου τη Βίκυ (που με περίμενε στην Κρήτη), να παίξει το παιχνίδι μου και να με βοηθήσει. Της είπα να γράψει στην ομάδα του κυν. υπ. πως, ενώ με περίμενε δεν έφτασα ποτέ! Κι αυτό από μόνο του, ήταν αρκετό.
Έτσι, βάλαμε άπαντες σε ανησυχία και όλοι οι φίλοι και γνωστοί, έπαιρναν τηλέφωνο να δούνε αν ζω, αλλά το τηλέφωνο ήταν κλειστό. Κινητοποιήθηκαν για να με βρουν, αλλά κανένα σημάδι δεν είχαν. Υπήρξα για λίγο νεκρός παίζοντας το παιχνίδι μου. Κι αφού αυτό κράτησε κάποιες ώρες και είδα πως τα πράγματα σοβαρεύουν αρκετά, είπα να δώσω μια λύση, αλλά όχι έτσι ανώδυνα. Σκαρφίστηκα λοιπόν το εξής: “Να πείτε σε όλους πως έκλεψα τη Δεσποινίδα Δρένια και πως πήγαμε να παντρευτούμε σε κάποιο ξωκλήσι κάτω από τον Ψηλορείτη και πως τώρα είμαστε κυνηγημένοι και φυγάδες και μας ψάχνουν να μας βρουν, αλλά δεν μπορούν γιατί μας φυγαδεύουν στα βουνά τσι Κρήτης! ”.

Και ναι, το πίστεψαν όλοι, και άλλοι μας έδιναν συγχαρητήρια και να ζήσουμε, ενώ άλλοι βάζανε μπροστά αναστολές και μικροαστισμούς, πως δεν είναι αυτό σωστό κλπ. Πολύ γέλιο! Αλλά μόνο εγώ με τη Βίκυ γελάγαμε που ξέραμε την αλήθεια. Οι άλλοι είχανε πιστέψει πως όντως, έτσι συνέβη.  Ναι δεσποινίδα Δρένια, τώρα πια είσαστε κυρία Δρένια ενός τρελού ποιητή και φυγάδες οι δυο μας για να ζήσουμε τον έρωτά μας στην Κρήτη!

Πώς έγινε όλο αυτό, ούτε που κατάλαβα. Λίγη πλάκα θέλαμε να κάνουμε, και να τώρα. Άντε να εξηγήσω σε όλους πως όλο αυτό ήταν μια πλάκα, ένα καλόγουστο ή κακόγουστο αστείο, που όλοι όμως πίστεψαν! Τελικά, λες να ήταν αλήθεια;  Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, σίγουρα. Πώς είναι δυνατό αλλιώς, ένα τέτοιο ψέμα, να γίνει τόσο πιστευτό απ’ όλους όσους με γνωρίζουν;

Το λοιπόν, αν σε ρωτήσουν ποτέ, πες ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι. Και προς θεού ή άλλου δαίμονα, μην πεις ποτέ την αλήθεια. Δεν θα την πιστέψει κανείς.

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Δυο σελήνες



Έχουμε βρεθεί με έναν φίλο, σε μια πλατεία, όπου μετά από τη ρακοποσία μας, αποφασίζουμε να συνεχίσουμε με μπύρα. Και συνεχίζουμε με μπύρα και μιλάμε και είχε σελήνη, μεγάλη, και τη βλέπαμε και μας έβλεπε κι αυτή. Και ίσως, για να μας κοροϊδέψει, φεύγει από κει που είναι και δημιουργείται μια νέα, εντελώς όμοια, στο πλάι της. Και τη βλέπω μόνο εγώ, και το λέω στο φίλο, αλλά αυτός με διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν δυο, αλλά μία. Μα εγώ βλέπω δύο και του τις δείχνω, και φαίνεται να με καταλαβαίνει, αλλά δεν μπορεί να τις δει. Τις δυο σελήνες.

Κι έτσι κάθομαι και του περιγράφω τι βλέπω, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι μονά. Τίποτε άλλο δεν είναι διπλό πέρα από τη σελήνη που έτσι τη βλέπω μόνο εγώ. Και δεν μπορεί να τη δει ο φίλος. Και το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να το εξηγήσει κανείς, αλλά συμβαίνει. Κι αφού το βλέπω, είναι η δική μου αλήθεια. Και αρχίζω να του περιγράφω πως η μια σελήνη ξεκόλλησε από την άλλη και πως γίναν δύο και πόσο μαγικό είναι αυτό – κι αυτός δεν κάνει τίποτε άλλο από το να με παροτρύνει να το γράψω και να το κάνω ποίημα. Μα δεν μπορώ, κι εξαντλημένος καθώς είμαι, πέφτω σε έναν ύπνο δίχως όνειρα, γνωρίζοντας ωστόσο πως, ό,τι είδα, ήταν αληθινό.



Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Οδηγίες προς ναυτιλλόμενους



Αν γουστάρεις την ποίηση, κάνε το! Αν μπορείς. Διαφορετικά, άφησέ το.
Δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν μπορεί ο καθένας.

Όταν ερωτευτείς, γράψε. Γράψε ακατάπαυστα. Ο έρωτας είναι η γέφυρα που θα σε φέρει μπροστά στην ποίηση. Έτσι θα καταλάβεις το μεγαλείο της.

Ό,τι γράφεις, δεν είναι απαραίτητα ποίηση. Είναι αυτό που αισθάνεσαι. Για να γίνει ποίηση, θέλει δουλειά ακόμη.

Πρέπει να υπερβείς τον εαυτό σου. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, θα σε φέρει πιο κοντά στην ποίηση.

Ποίηση δεν είναι το ημερολόγιο που κρατάς, ούτε οι διάχυτες σκέψεις σου.

Ποίηση είναι η ουσία, το απόσταγμα, και δεν χρειάζεται ποτέ πολλές λέξεις.
Τα πολλά είναι περιττά.

Η ποίηση δεν γράφεται κάθε μέρα, παρά μόνο, όταν και όποτε είσαι στην κατάσταση αυτή.

Ποίηση είναι κάτι πολύ πάνω από σένα που τη γράφεις, από τον καθένα. Δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια. Θέλει ιδιαίτερο χώρο και χρόνο για να γεννηθεί.

Διάβαζε πάντα τους μεγάλους, τους ωραίους ποιητές, και αν σε εμπνέουν, τότε ίσως να αφήσεις διστακτικά, λίγα από τα δικά σου κομμάτια ποίησης. Παρθενογένεση δεν υπάρχει.

Τα δικά σου κομμάτια είναι πάντα ωραία γιατί είναι δικά σου. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι ποίηση.
Μην τα παρατάς, είσαι σε καλό δρόμο.

Όταν καταφέρεις να κάνεις Ποίηση, εσύ πρώτος θα το καταλάβεις. Δεν γίνεται συνέχεια, είναι σπάνιο και σπουδαίο.

Η ποίηση δεν πρέπει ποτέ να είναι κλαψιάρικη και μίζερη. Δεν γίνεται.

Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος σου αν δεν τον κάνεις κοινό για όλους.

Τα επιτηδευμένα κομμάτια, δεν είναι ποίηση, αλλά μια προσπάθεια που δεν πρέπει να δημοσιεύεις.

Η ποίηση έρχεται από κάπου αλλού, έξω από σένα,  δεν γίνεται να τη χρησιμοποιείς σε ό,τι γράφεις.

Πρέπει να υποφέρεις και να είσαι λιτός. Πρέπει να κάνεις Ποίηση! Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη προσωπική σου δυστυχία.

Όταν δεν υποφέρεις, ζήσε, μην κάνεις ποίηση. Δεν μπορείς.

Όταν ευτυχείς, σημείωνε, μην τα νομίζεις όλα ποίηση. Ζήσε την ευτυχία σου κι άφησέ τη να σε φέρει στον όμορφο πόνο, ποτέ στη δυστυχία.

Η ποίηση πρέπει να είναι χλευαστική, κυνική και να εμπεριέχει χιούμορ. Αν δεν το κάνει, κάπου χάνει. Επίσης η Ποίηση πρέπει να εμπεριέχει φιλοσοφία και συμπυκνωμένες έννοιες χωρίς να χάνει την απλότητά της. 

Κάνε ποίηση μόνο όταν βγαίνει από μέσα σου ως κάτι που δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Η όποια προσπάθεια δεν ωφελεί. Θα είναι επιτηδευμένη και αυτό δεν το γούσταρε ποτέ κανείς. Ούτε εσύ.

Αν δεν έχεις τι να πεις, μη το λες. Δεν χρειάζεται. Θα καταλάβουν όλοι πως είναι ψέμα. Ή σάπιο και χάλια.

Άφησε τη ζωή και τη φύση και όσους επιλέγεις να συναναστρέφεσαι, να σε εμπνεύσουν.
Τα υπόλοιπα είναι χαζομάρες.

Μη μένεις στις χαζομάρες γιατί θα γράφεις χαζά ποιήματα. (Τα ποιήματα όμως δεν είναι χαζά, άρα, μη γίνεις εσύ αυτός που θα τα εκφράσει)

Είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία που αν δεν το έχεις πραγματικά, δεν υπάρχει λόγος να το επιχειρείς. (παρά μόνο για προσωπική σου διασκέδαση)

Και προς θεού (κι ας είμαστε όλοι άθεοι), τις ποιητικές σου προσπάθειες, μην της εκδίδεις! Απλά χαλάς χρόνο, χρήμα, χαρτί και μελάνι, δίχως λόγο. Αν υπάρξει λόγος, θα το ξέρεις πρώτος εσύ, κι έπειτα όλοι οι άλλοι. Μην εκτίθεσαι αν δεν είσαι σε θέση να εκτεθείς.

Παρόλα αυτά, αν πιστεύεις πως είσαι ποιητής, δείξε σε όλους πως είσαι! Κι ας μη σε αναγνωρίσουν αρχικά. Εσύ θα τους δείξεις την ουσία σου, με όποιον τρόπο. Κι άφησε το έργο σου να κάνει τη δουλειά.

Διαφορετικός τρόπος δεν υπήρξε ποτέ. Και ούτε θα υπάρξει.

Η ουσία είναι μια: Αν είσαι, δείξε το σε όλους! Και όλοι θα το καταλάβουν.

Με το χρόνο τους…

Τι καύλα να έχεις πεθάνει και το έργο σου να ζει!







Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Περί φιλοσοφίας και άλλων δεινών


Η φιλοσοφία εξετάζει αυτό που οι πολλοί θεωρούν αυτονόητο και θέτει ερωτήματα έτσι ώστε, μέσω του συλλογισμού και της διανόησης, να ανακαλύψει την αλήθεια που κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι.

Επίσης, δεν μπλέκει τα πράγματα με περισπούδαστες και πολύπλοκες έννοιες με σκοπό τον εντυπωσιασμό, αλλά ξεκαθαρίζει και σου δείχνει πως τα πάντα, είναι πολύ πιο απλά απ' όσο μπορεί ένας κοινός νους να φανταστεί.

Μη φοβάστε τη λέξη φιλόσοφος, δεν δαγκώνει. Ο καθένας που παράγει φιλοσοφική σκέψη, είναι φιλόσοφος - όχι σοφός. Και φιλοσοφία οφείλουμε όλοι να κάνουμε από την παιδική μας ηλικία μέχρι και το τέλος της ζωής.

Είναι πολύ εύκολο, μένοντας μακριά από τη φιλοσοφική σκέψη, να καταντήσεις ένας μαλάκας ή ένας επικίνδυνος ηλίθιος, όπως η πλειοψηφία κάθε εποχής.

Όταν ο σοφός αδυνατεί να αντιμετωπίσει την ηλιθιότητα της κοινωνίας, φεύγει μακριά από αυτή για να κατακτήσει, έστω και μόνος του, το μέγιστο αγαθό όλων των φιλοσοφικών τάσεων ανά τον κόσμο: την Ευδαιμονία.


Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Ηχορρύπανση, μια κυνική θέση


Μια κυνική θέση


Το ηχοτοπίο της πόλης παραμένει ανθυγιεινό από τη συνεχή ηχορρύπανση κι έτσι, τα αυτιά βουίζουν διαρκώς. Βασικές πηγές ηχορρύπανσης είναι κυρίως τα φτιαγμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια με πειραγμένες εξατμίσεις, έτσι ώστε ο θόρυβος της μηχανής να δεκαπλασιάζεται προκαλώντας στον κάγκουρα μικροαστό ανεγκέφαλο καβαλάρη, την ψευδαίσθηση πως τρέχει γρήγορα και πως όλοι θαυμάζουν την ηλιθιότητά του και θέλουν να του μοιάσουν. Καθώς όμως, για το σύμπαν μπορεί να μη γνωρίζουμε, αλλά για την ανθρώπινη ηλιθιότητα – όπως μας έχει βεβαιώσει και ο θείος Αλβέρτος – είναι άπειρη, κι έτσι ανίατη και τρομερά επικίνδυνη για όλους.

Άλλες πηγές ηχορρύπανσης είναι τα εργοτάξια, οι σειρήνες, οι συναργεμοί, οι ανούσιες κραυγές καθώς και οι μουσικές προτιμήσεις των προαναφερθέντων ανεγκέφαλων, όταν αυτές ακούγονται στη διαπασών από διπλανά διαμερίσματα ή/και αυτοκίνητα ντισκοτέκ, που πέρα από κώφωση και καταστροφή εγκεφαλικών κυττάρων, προκαλούν απέχθεια, αηδία και διαφόρων ειδών ψυχωτικές νευρώσεις, σε αυτούς τους ίδιους που τις προκαλούν, αλλά και σε αυτούς που δέχονται την παράνοια τούτη ως κάτι φυσικό και αναμενόμενο που χαρακτηρίζει το ηχοτοπίο των πολιτισμένων αστών. Υπό αυτή την έννοια, ο πολιτισμός του σύγχρονου μικροαστού αποτελεί μια φρικαλέα αθλιότητα και πρέπει να καταστραφεί παντελώς, δίχως να μείνει ούτε το παραμικρό δείγμα που να θυμίζει αυτή την κατάντια.

Αντίθετα, ο άνθρωπος στη φύση, μπορεί να ζήσει σε ένα αρμονικό περιβάλλον όπου οι εικόνες και το ηχοτοπίο τον ηρεμούν ψυχικά και σωματικά, και ως εκ τούτου, μπορεί να διαλογίζεται, να σκέφτεται και να φιλοσοφεί, κάνοντας πράξη αυτό που είναι φτιαγμένος να κάνει ως νοήμον ζώο και κομμάτι της φύσης που είναι, και όχι παραφωνία αυτής. Η παραφωνία είναι κόντρα στην αισθητική και την αρμονία και τίποτα στη φύση και το σύμπαν ολάκερο δεν αποτελεί παραφωνία. Η παραφωνία είναι αλλιώς το φάλτσο και το φάλτσο δεν το αντέχει κανείς – είτε γνωρίζει από μουσική, είτε όχι. Η παραφωνία λοιπόν, καθώς και η ηλιθιότητα, είναι ουσιαστικά η ουσία και το αίτιο που προκαλεί όλη την ηχορρύπανση και την παράνοια του σύγχρονου ανεπτυγμένου πολιτισμού μας.

Ζώντας σε έναν παράφρονα και υστερικό κόσμο, ακόμα και ο πιο ισχυρός νους, δεν έχει ελπίδα καμιά και θα καταστραφεί. Ο μόνος τρόπος να σωθεί πνευματικά και ψυχικά κάποιος, είναι να φύγει μακριά από την κοινωνία των ανθρώπων και να διαβιώσει στο όμορφο περιβάλλον του περιθωρίου και της φύσης. Περιθώριο = περί + θεωρώ, περιπλανώμαι για να έχω συνολική θέα, άποψη, αντίληψη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, χωρίς όμως να γίνομαι μέτοχος αυτού. Απέχω γιατί είμαι αλήτης και κυνικός, απέχω γιατί μπορώ να σκέφτομαι και να μην ανέχομαι, απέχω για να σώσω τον εαυτό μου.  
Αντισθένης




Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Το μήκος του χρόνου


Οι αποστάσεις στο σύμπαν, δεν μετριούνται σε μονάδες μήκους, αλλά χρόνου. Λέμε: αυτός ο πλανήτης απέχει από τη γη τόσα έτη φωτός. Αλλά κι εδώ στη γη, το ίδιο συμβαίνει. Όταν θέλουμε να προσδιορίσουμε απόσταση, λέμε: 5 λεπτά με το αμάξι, περίπου 15-20 λεπτά με τα πόδια. Ή το κλασικό σε όλους μας λαϊκό ρητό: ένα τσιγάρο δρόμος! (εδώ η απόσταση μετριέται με καπνό και συγκεκριμένα τσιγάρο που κάνει να το καπνίσει ένας καπνιστής περίπου 5-7 λεπτά.  Άρα, πάλι έχουμε να κάνουμε με το χρόνο)
Νομίζω πως είναι καιρός να πετάξουμε τα μέτρα, μας είναι παντελώς άχρηστα!

Τώρα σε αντιδιαστολή, ο χρόνος δεν είναι σταθερά, είναι ανθρώπινη επινόηση και είναι ψευδαίσθηση. Άρα, ο χρόνος δεν υπάρχει, οπότε, ούτε και οι αποστάσεις.
Ας πετάξουμε και τα ρολόγια μας λοιπόν και ας ταξιδέψουμε ελεύθεροι στο προσωπικό του σύμπαν ο καθένας.
Τι; Το σύμπαν δεν είναι ένα;;;…..




Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Τα χρώματα των εποχών



Η εικόνα που έχουμε από έναν παρελθόντα χωροχρόνο, έχει να κάνει, πέρα από τις εμπειρίες μας σε σχέση με αυτό, και η ποιότητα της τεχνολογίας της εκάστοτε εποχής ή η έλλειψη αυτής. Ο βουβός κινηματογράφος, οι πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, έπειτα μια σέπια εποχή γύρω στα 70, και πιο μετά, ο καλτ φακός του 80 και 90. Οι φωτογραφίες των παππούδων μας, των γονιών μας, αλλά και οι δικιές μας σε νεαρή ηλικία, αποδίδουν το χρώμα, το ύφος, τα ήθη, και το συναίσθημα της εποχής, με μια καλλιτεχνική γραφικότητα.

Πριν από την τεχνολογία, (φωτογραφία, βίντεο κλπ), υπήρχε η ζωγραφική που έπαιζε αυτό το ρόλο, και αναλόγως την εποχή, διέφερε. Και η ζωγραφική ως τέχνη, μας δείχνει την εικόνα παρελθόντων χρόνων. Καθώς και όλες οι τέχνες, ποίηση, θέατρο, μουσική… κάνουν ακριβώς το ίδιο. Καταγράφουν μια εποχή, μια στιγμή, μια συνθήκη ή οτιδήποτε άλλο, μέσα από την ματιά του καλλιτέχνη και των μέσων που χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει αυτή την εικόνα. Λάδια σε καμβά; Θέατρο, μουσική – τραγούδι, αίσθηση. Αίσθηση και αντίληψη της εποχής και καταγραφή της με την όποια τέχνη.

Μα, μην ξεχνάμε την αρχιτεκτονική. Μας ταξιδεύει σε άλλες εποχές. Γιατί; Γιατί τότε έγινε και κουβαλάει μαζί της, όλα τα στοιχεία και την αισθητική του παρελθόντος, κι αυτό θαυμάζουμε, κι αυτό μπορεί να είναι επίκαιρο ή πιο διαχρονικό από ποτέ. Η καταγραφή της ζωής, του έρωτα, του θανάτου, των ηθών και των εθίμων, το σπάσιμο αυτών, την επανάσταση ή οτιδήποτε άλλο, μέσω της τέχνης, με τεχνολογία ή χωρίς, με τα μέσα κάθε εποχής. Και η απεικόνιση αυτής, της κάθε εποχής με κάθε μέσο.

Έτσι λοιπόν τυχαίνει να θυμόμαστε το 60 ως ασπρόμαυρη εποχή, το 70 ως σέπια, το 80 και 90 ως μετάλλαξη κι εξέλιξη αυτών, για να φτάσουμε στις μέρες μας και στην ψηφιακή εποχή που βλέπει αλλιώς την τέχνη, τον άνθρωπο, τα ζώα, τη φύση, τον πλανήτη. Η συνειδητοποίηση αυτής της συνθήκης, δεν μας καθιστά απαραίτητα πιο σοφούς, αλλά μας κάνει μάρτυρες. Μάρτυρες αυτής ακριβώς της συνθήκης.  Και τότε μπορούμε να γνωρίζουμε, να κρίνουμε και να δεχτούμε παθητικά ή - αν θέλουμε - να διαμορφώσουμε την εποχή που έτυχε να ζούμε, σε όποιο μήκος κύματος, σε όποιο σημείο του πλανήτη, σε όποια κατάσταση. Η τέχνη ουσιαστικά, είναι η ίδια μας η ζωή – και υπεύθυνοι εμείς αν κάνουμε καλά το έργο μας ή όχι.
Ας φτιάξουμε όμορφα λοιπόν τα χρώματα και τα σχέδια στον καμβά της ζωής μας. Είμαστε οι δημιουργοί. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε και να πράξουμε σύμφωνα με όση σοφία έχουμε μαζέψει. Και σκοπός μας να είναι, να μαζέψουμε όση σοφία μπορούμε, και να δούμε, αν και πόσο μπορούμε να πλησιάσουμε την ευδαιμονία.

Είναι τρομαχτικό βάρος να έχουμε όλη την ευθύνη εμείς, και είναι υπέροχο να τα καταφέρνουμε. Γι’ αυτό αξίζει να προσπαθούμε. Ο θάνατος υπήρξε πάντα μια βεβαιότητα. Το στοίχημα ήταν πάντα το ίδιο: μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου ή όχι; Ζήσε τη! Και κάνε την ωραία, κάνε την ποίηση, τραγούδι, μουσική. Δεύτερη ευκαιρία δεν είχε ποτέ κανείς. Εκτός από τον Λάζαρο, αλλά κι αυτό, ήταν παραμύθι.

Κι όπως έλεγε και η φίλη μας η Κατερίνα:

Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή
και τη Ζωή πράξη

Και τότε, ίσως αφήσουμε κι εμείς, με τον τρόπο του ο καθένας, την απόχρωση της εποχής, της ζωής, του εαυτού μας.

Αφήνουμε το στίγμα μας πάντα, είτε γνωρίζοντάς το, είτε όχι. Ας γίνει ωραία λοιπόν. Είναι στο χέρι μας και μόνο.

                Περιέγραψε λοιπόν, τι χρώμα έχει η εποχή, η ζωή σου, το περιβάλλον που υπάρχεις. Κι αν δεν το κάνεις εσύ, ποιος περιμένεις να το κάνει;





Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Η σχετικότητα μιας αόριστης πραγματικότητας

Ο θάνατος μιας απροσδόκητης πραγματικότητας, παρέμεινε ως είχε. Η συνειδητοποίηση αυτή μας έκανε να πειστούμε, μας φανέρωσε την αλήθεια. Η αλήθεια βέβαια, δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από τη λήθη με το στερητικό Α στην αρχή. Δεν μπορεί να ξεχαστεί και αυτή είναι η ουσία. Αλλά και η πλάνη της αλήθειας, είναι ίσως η ψευδαίσθηση της δική μας οπτικής. Αυτή είναι η αιώνια διαφορά και η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων μέσω της υποκειμενικής τους αντίληψης. Μα η ίδια η θνησιμότητα, μας δείχνει το δρόμο. Έτσι επιμένουμε να κάνουμε τραμπάλα σε ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών κι αιωρούμαστε πάντα, λίγο πιο πάνω από τη γη, λίγο πιο κάτω από τα σύννεφα. Και ζούμε παράλληλα, εντός, εκτός και επί τα αυτά, χωρίς να τρακάρει ποτέ κανείς κανέναν. Είμαστε καταδικασμένοι εκ γενετής να μένουμε πεισματικά στο προσωπικό μας σύμπαν. Κανείς δεν γνωρίζει, ίσως ούτε εμείς, τον τρόπο με τον οποίο τα καταφέρνουμε ακόμη, (ή μη). Κι έπειτα αυτό: τι αξία θα είχε η ζωή αν δεν υπήρχε ο θάνατος.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Ο πίνακας “Χ – έγερση υποσυνειδήτου”



Ήταν, ουσιαστικά, ο πρώτος πίνακας που επιχείρησα να κάνω. Είχα πάρει λάδια, καμβά, πινέλα, όλα τα υλικά. Τα άφησα στο σαλόνι και περίμενα να μου μιλήσουν. Και το έκαναν. Έτσι, μια μέρα, πήρα τον καμβά και άρχισα να του βάζω μαύρο από το σωληνάριο και να το απλώνω με ένα πινέλο φαρδύ, χωρίς νέφτι ή τίποτε άλλο. Τον έφτιαξα όλον μαύρο. Περίμενα να στεγνώσει μάταια.

Μετά από δυο μέρες, αποφάσισα να το επιχειρήσω. Δεν ήξερα να χρησιμοποιώ τα πινέλα, δεν ήξερα να ζωγραφίζω. Είχα πάρει κάτι σπάτουλες. Είπα να δοκιμάσω αυτές πρώτα. Κι έπειτα, τα χρώματα… τι χρώματα θα χρησιμοποιήσω; Μαύρο είναι, άρα, κόκκινο και κίτρινο. Αυτά μόνο.

Έπιασα τη σπάτουλα και πήρα το κίτρινο, το οποίο άπλωσα με γρήγορες κινήσεις. Έπειτα το κόκκινο, και μετά το μαύρο ξανά, και μετά πάλι κίτρινο και κόκκινο. Και πήγαινα μακριά και το κοιτούσα. Επέστρεφα κι έβαζα κι από μια πινελιά. Κι έπειτα μου άρεσε και είπα να σταματήσω και πως, ως εδώ είναι. Είπα να τον υπογράψω όταν κατάλαβα πως δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα πινέλα γιατί έχει τόση πολύ μπογιά απάνω, που γίνεται λάσπη. Έγραψα λοιπόν δειλά δειλά τα αρχικά μου κάτω δεξιά στον πίνακα, με πλατιά γράμματα που όμως προσπάθησαν πολύ να γίνουν λεπτά.

Ήταν το πρώτο μου έργο. Το αγάπησα. Δεν μπόρεσα να ξεφύγω ποτέ απ’ αυτό. Εξάλλου, δεν έχει ακόμα στεγνώσει. Και τώρα, μετά από 10 χρόνια που τον πιάνω στα χέρια μου, τα χρώματα κολλάνε ακόμα. Δεν εξηγείται… αυτός ο πίνακας δεν θα στεγνώσει ποτέ!
Και είναι ζωντανός, και παραμένει ζωντανός όσο παραμένω κι εγώ. Όσο κρατήσει μέχρι να περάσουμε και οι δύο στη ανυπαρξία. Ή τουλάχιστον, ο ένας από τους δυο.