Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η συνάντηση


Μπήκα στο καφενείο για να κρυφτώ
Κάθισα σε ένα τραπεζάκι
Στις δύο θέσεις απέναντί μου
ήρθαν και κάθισαν ο Μίλτος και ο Τάσος
Έβρεχε

Ο Τάσος έλεγε πως
οι θαμώνες του καφενείου
γελούσαν σαν αποκοιμιόταν στην καρέκλα
αλλά τι να έκανε που οι νεκροί κάθονται άγρυπνοι 
και πρέπει να κοιμηθούμε και για κείνους

Ο Μίλτος έλεγε για έναν νεκρό κόσμο 
και για κάποια τέρατα που χαρτόπαιζαν
και πως η κυρία σκατό και καρπούζι
μιλούσε πάλι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη 
το μαχαίρι της και να αρχίσει να σφάζει

Εγώ τους έβαζα ρακή στα ποτήρια
και τους καθησύχαζα
Δεν βρέχει πια στο δωμάτιο
Ας σπάσουμε τις κορνίζες
με  τα νεκρά μας πορτραίτα
Η σελήνη μας περιμένει
Έχουμε καιρό ακόμα
Ας πιούμε 





Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Επιρρεπής

Ήμουν πάντα επιρρεπής στον έρωτα, στο αλκοόλ και στις ομορφιές της ζωής. Και στην κάνναβη και στις ατέλειωτες κουβέντες περί φιλοσοφίας, τέχνης και ζωής, με συνδαιτυμόνες γύρω από ένα τραπέζι και να αφήνουμε τον οίνο, τη ρακή ή τη φούντα – ή και τα 3 μαζί – να μας μεθούν και να κοινωνούμε τη σκέψη μας και η σκέψη να εξελίσσεται και η κουβέντα να εξελίσσεται και να ψάχνουμε το νόημα της ζωής, το νόημα του σύμπαντος, το νόημα όλων και να το αγγίζουμε κάθε φορά όντας σε μια κατάσταση υπερδιέγερσης και ευφυΐας και να αποδομούμε τον κόσμο, τα ήθη και τα έθιμα και να ανακαλύπτουμε τη ζωή και το σύμπαν γύρω μας, την ίδια την οντότητά μας κάτω από μια άλλη διάσταση, πολύ πιο κοντά στην πραγματική, την ουσιαστική. Η ολότητα του σύμπαντος γύρω από ένα τραπέζι με τσικουδιές και μεζέ. Και η συζήτηση να μας έχει συνεπάρει και να συμπληρώνει ή να διορθώνει ο ένας τον άλλο και να επαναπροσδιορίζουμε και να αναθεωρούμε, μαθαίνοντας πάντα κάτι παραπάνω και να προβληματιζόμαστε έχοντας πάντα μια ευφορία και το καφενείο να κλείνει κι εμείς να παραμένουμε εκεί να συζητάμε, να αγορεύουμε, να φιλοσοφούμε και να τους ζητάμε ένα ακόμα καραφάκι ρακή και να κλείσουν και πως εμείς θα παραμείνουμε ως το πρωί εκεί και όντως να το κάνουμε και να απολαμβάνουμε τη νύχτα κι έπειτα το πρωί με το που δούμε το ηλιοβασίλεμα, να αποφασίζουμε πως πρέπει να πάμε να ξεκουράσουμε το πνεύμα και το σώμα μας και να αποχωρούμε ο καθένας για το σπίτι του με μια αίσθηση του ανεκπλήρωτου, πως θα υπάρξει συνέχεια και πως πάντα έτσι θα κάνουμε όποτε μας δοθεί η ευκαιρία μέχρι να τα καταφέρουμε και ποτέ ως τώρα να μην τα έχουμε καταφέρει και να το προσδοκούμε και να συνεχίζουμε με κάθε ευκαιρία.



Θα μπορούσαν να μας χαρακτηρίσουν αλκοολικούς, αλλά οι ουσίες, είναι μονάχα το μέσο για να κοινωνήσουμε το πνεύμα μας ή απλά για να γουστάρουμε, χωρίς να ζητάμε απαραίτητα απαντήσεις σε αναπάντητα ερωτήματα. Ή, πιο απλά, να ζητάμε τη ρακή για να μας φέρει σε αυτή την κατάσταση και να περάσουμε και πάλι ωραία. Κι εντάξει, όλο αυτό δεν είναι η δικαιολογία για τον αλκοολισμό μας, αλλά το πνεύμα θέλει τροφή πέρα από τα διαβάσματα και την ενασχόληση με την τέχνη και αυτός είναι ο μόνος τρόπος, ακόμα και αν καταλήξουμε αλκοολικοί. Αλλά ποτέ δεν θα καταλήξουμε αλκοολικοί. Κι αυτό γιατί αυτοσκοπός είναι η φιλοσοφία και η έκσταση του πνεύματος και όχι το ίδιο το αλκοόλ ως ουσία. Όχι πάντα…  

Σύντροφοι, συνδαιτυμόνες, συμπότες ή συμποσιαστές; Ίσως όλα μαζί με έμφαση στα δυο τελευταία. Εξάλλου, όλα τα παραπάνω είναι μια αρχαία παράδοση που τη συνεχίζουμε, όχι γιατί τη μάθαμε, αλλά γιατί την ανακαλύψαμε στην πράξη. Μόνο που στις μέρες μας, έχουν αλλάξει οι ερμηνείες και οι έννοιες και οι περισσότεροι παρανοούν και παρεξηγούν τη στάση μας. Ευτυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό πέρα από το να αδιαφορούμε και να αμφισβητούμε τη γνώμη των πολλών. Η μάζα καταστρέφει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα γενικώς. Αν στεκόμασταν εκεί, θα ήταν η καταστροφή μας. Σεβόμαστε όμως την οντότητά μας – καθώς και την οντότητα όλων – κι έτσι δεν μπαίνουμε σε αυτή τη διαδικασία. Ας ζήσει ο καθένας την προσωπική του κόλαση και τον προσωπικό του παράδεισο. Μάθαμε να ζούμε σύμφωνα με τη φύση και να τη σεβόμαστε. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν κόντρα στην ολότητα του σύμπαντος και κάτι τέτοιο δεν το θέλουμε.

Και ποιοι είσαστε εσείς, θα ρωτούσε κάποιος. Οι αλκοολικοί του καφενείου. Κάποιες μικρές ασημαντότητες και τίποτε άλλο. Ή θα μπορούσες να πεις, αυτοί που δεν συμβιβάζονται με την κοινωνία σας και αντιδρούν με το δικό τους τρόπο. Όχι αναρχικοί, αλλά άναρχοι. Ή απλά, άνθρωποι που αποζητούν την ελευθερία τους και τη μέθη που θα τους οδηγήσει εκεί. Κι αυτή η μέθη, δεν έχει να κάνει απαραίτητα με ουσίες, αλλά με έρωτα για τη ζωή, τη φύση την ίδια, την ελευθερία. Έστω κι αν αυτή βρίσκεται ξεκομμένη από το κοινωνικό σύνολο… τι να κάνουμε;

Περιθώριο = περί + θεωρώ. Αλητεία = άλωμαι, περιπλανώμαι. 
Άνθρωποι που δεν χωρούν στα στενά πλαίσια όποιας ιδεολογίας. «Κάθε δέσμευση είναι ολιγωρία, άμα θες δεσμά, φάε ιδεολογία» όπως έλεγε και ο Νικόλας. Δεν είναι τυχαίο που οι κυνικοί και οι επικούρειοι μας εκφράζουν περισσότερο. Και ο Νικόλας, σαφώς και ήταν ένας από τους σύγχρονους κυνικούς φιλοσόφους. 

Δεν ξέρω γιατί βάζω το εμείς σε αυτό το κείμενο, αλλά θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι μόνος. Ενίοτε συμβαίνει αλλά τώρα χάσαμε τον ειρμό, οπότε, καληνύχτα! 



Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο τρελός

Είμαι τρελός, αυτό είναι γεγονός, και η παράνοιά μου όλο και μεγαλώνει. Ο κόσμος γύρω μου σαφώς και με θεωρεί παράφρονα, οι περισσότεροι φοβούνται να με κάνουν παρέα, τους δικαιολογώ. Πώς να αντιμετωπίσεις κάποιον που όταν πέφτει και του σπάει το ποτήρι της ρακής, το πετάει να σπάσει περισσότερο αδιαφορώντας για όλους και για όλα – και μετά να πάει να το πιάσει, να φανεί πως δεν είναι τόσο εκτός ελέγχου – μα φυσικά και είναι, και να το μαζεύουν άλλοι, και να πάει να πάρει ένα ακόμα σφηνάκι για να συνεχίσει τη ρακοποσία.
Τελικά, τα κατάφερα και ξέφυγα για λίγο και έξω, σαν να ήμουν σπίτι μου, και … δεν τα έσπασα όλα. Συγκρατήθηκα. Θα μπορούσα να το κάνω. Αλλά, εντάξει, είμαι απλά ένας αλκοολικός ποιητής που δεν ελέγχει τον εαυτό του. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι να με φοβούνται. Κι ας μην έχουν διαβάσει ούτε στίχο μου. Είναι αλλιώς το βιβλίο και αλλιώς να έχεις τον τρελό μπροστά σου.

Έμπειρος όμως στην τρέλα, μπόρεσα να το διαχειριστώ την τελευταία στιγμή και μετά να κάνω πως δεν τρέχει τίποτα… Με πήραν όμως όλοι χαμπάρι. Μετά σταμάτησα. Οκ, παίδες, δεν θα σας κάνω απόψε τη χάρη, ίσως μια άλλη φορά, τι λέτε;