Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Στο καφενείο του χωριού

Εκείνο το βράδυ δεν είχε κόσμο στο καφενείο και τα φώτα ήταν πολύ δυνατά – παρόλο που η ώρα ήταν περασμένη. Έπαιζε μάλιστα και μια μουσική λάτιν και μέσα βρίσκονταν ένας ενήλικας, δύο παιδιά και ο καφετζής. Είχε κρύο ακόμα, αλλά αφού χαιρέτισε και είδε την κατάσταση, προτίμησε να καθίσει έξω, μόνος του. Πήρε ρακή κι ελιές.

Υπήρχαν κάποια πολύχρωμα λαμπιόνια κρεμασμένα από τον τοίχο του καφενείου, σε έναν στύλο απέναντι. Καθώς δεν είχε τι άλλο να κάνει, άρχισε να τα μετράει. Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πράσινο. Εφτά. Κι από την άλλη μεριά το ίδιο, μόνο που υπήρχε ένα καμένο και χαλούσε τη συμμετρία. Απέναντί του, το φαράγγι και τα πλατάνια που φωτίζονταν από κάποιους χαμηλούς προβολείς. Έτσι, για να τονίζεται τα βράδια η ομορφιά του τοπίου ή για να μην πέσει κανένας μεθυσμένος στο ποτάμι... 

Είχε κρύο και υγρασία, αλλά δεν ήθελε να μπει μέσα. Το σκηνικό ήταν πολύ εύθυμο και δεν μπορούσε να εκφράσει τη θλίψη του. Ήθελε να πιει. Δεν είχε που αλλού να πάει…