Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσιεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Οδηγίες προς ναυτιλλόμενους



Αν γουστάρεις την ποίηση, κάνε το! Αν μπορείς. Διαφορετικά, άφησέ το.
Δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν μπορεί ο καθένας.

Όταν ερωτευτείς, γράψε. Γράψε ακατάπαυστα. Ο έρωτας είναι η γέφυρα που θα σε φέρει μπροστά στην ποίηση. Έτσι θα καταλάβεις το μεγαλείο της.

Ό,τι γράφεις, δεν είναι απαραίτητα ποίηση. Είναι αυτό που αισθάνεσαι. Για να γίνει ποίηση, θέλει δουλειά ακόμη.

Πρέπει να υπερβείς τον εαυτό σου. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, θα σε φέρει πιο κοντά στην ποίηση.

Ποίηση δεν είναι το ημερολόγιο που κρατάς, ούτε οι διάχυτες σκέψεις σου.

Ποίηση είναι η ουσία, το απόσταγμα, και δεν χρειάζεται ποτέ πολλές λέξεις.
Τα πολλά είναι περιττά.

Η ποίηση δεν γράφεται κάθε μέρα, παρά μόνο, όταν και όποτε είσαι στην κατάσταση αυτή.

Ποίηση είναι κάτι πολύ πάνω από σένα που τη γράφεις, από τον καθένα. Δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια. Θέλει ιδιαίτερο χώρο και χρόνο για να γεννηθεί.

Διάβαζε πάντα τους μεγάλους, τους ωραίους ποιητές, και αν σε εμπνέουν, τότε ίσως να αφήσεις διστακτικά, λίγα από τα δικά σου κομμάτια ποίησης. Παρθενογένεση δεν υπάρχει.

Τα δικά σου κομμάτια είναι πάντα ωραία γιατί είναι δικά σου. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι ποίηση.
Μην τα παρατάς, είσαι σε καλό δρόμο.

Όταν καταφέρεις να κάνεις Ποίηση, εσύ πρώτος θα το καταλάβεις. Δεν γίνεται συνέχεια, είναι σπάνιο και σπουδαίο.

Η ποίηση δεν πρέπει ποτέ να είναι κλαψιάρικη και μίζερη. Δεν γίνεται.

Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος σου αν δεν τον κάνεις κοινό για όλους.

Τα επιτηδευμένα κομμάτια, δεν είναι ποίηση, αλλά μια προσπάθεια που δεν πρέπει να δημοσιεύεις.

Η ποίηση έρχεται από κάπου αλλού, έξω από σένα,  δεν γίνεται να τη χρησιμοποιείς σε ό,τι γράφεις.

Πρέπει να υποφέρεις και να είσαι λιτός. Πρέπει να κάνεις Ποίηση! Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη προσωπική σου δυστυχία.

Όταν δεν υποφέρεις, ζήσε, μην κάνεις ποίηση. Δεν μπορείς.

Όταν ευτυχείς, σημείωνε, μην τα νομίζεις όλα ποίηση. Ζήσε την ευτυχία σου κι άφησέ τη να σε φέρει στον όμορφο πόνο, ποτέ στη δυστυχία.

Η ποίηση πρέπει να είναι χλευαστική, κυνική και να εμπεριέχει χιούμορ. Αν δεν το κάνει, κάπου χάνει. Επίσης η Ποίηση πρέπει να εμπεριέχει φιλοσοφία και συμπυκνωμένες έννοιες χωρίς να χάνει την απλότητά της. 

Κάνε ποίηση μόνο όταν βγαίνει από μέσα σου ως κάτι που δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Η όποια προσπάθεια δεν ωφελεί. Θα είναι επιτηδευμένη και αυτό δεν το γούσταρε ποτέ κανείς. Ούτε εσύ.

Αν δεν έχεις τι να πεις, μη το λες. Δεν χρειάζεται. Θα καταλάβουν όλοι πως είναι ψέμα. Ή σάπιο και χάλια.

Άφησε τη ζωή και τη φύση και όσους επιλέγεις να συναναστρέφεσαι, να σε εμπνεύσουν.
Τα υπόλοιπα είναι χαζομάρες.

Μη μένεις στις χαζομάρες γιατί θα γράφεις χαζά ποιήματα. (Τα ποιήματα όμως δεν είναι χαζά, άρα, μη γίνεις εσύ αυτός που θα τα εκφράσει)

Είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία που αν δεν το έχεις πραγματικά, δεν υπάρχει λόγος να το επιχειρείς. (παρά μόνο για προσωπική σου διασκέδαση)

Και προς θεού (κι ας είμαστε όλοι άθεοι), τις ποιητικές σου προσπάθειες, μην της εκδίδεις! Απλά χαλάς χρόνο, χρήμα, χαρτί και μελάνι, δίχως λόγο. Αν υπάρξει λόγος, θα το ξέρεις πρώτος εσύ, κι έπειτα όλοι οι άλλοι. Μην εκτίθεσαι αν δεν είσαι σε θέση να εκτεθείς.

Παρόλα αυτά, αν πιστεύεις πως είσαι ποιητής, δείξε σε όλους πως είσαι! Κι ας μη σε αναγνωρίσουν αρχικά. Εσύ θα τους δείξεις την ουσία σου, με όποιον τρόπο. Κι άφησε το έργο σου να κάνει τη δουλειά.

Διαφορετικός τρόπος δεν υπήρξε ποτέ. Και ούτε θα υπάρξει.

Η ουσία είναι μια: Αν είσαι, δείξε το σε όλους! Και όλοι θα το καταλάβουν.

Με το χρόνο τους…

Τι καύλα να έχεις πεθάνει και το έργο σου να ζει!







Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Μια άλλη μέρα



Σηκώθηκα κάποια στιγμή από το κρεβάτι, όχι πρωί βέβαια, ντύθηκα όπως πάντα και αποφάσισα να μην πιω καφέ. Ούτε πλύθηκα, αλλά σαφώς κατούρησα. Είχα τα μαλλιά μου ανάκατα και τις χαρακιές από το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου. Έβγαλα το περίστροφο από το συρτάρι – το οποίο μου είχε χαρίσει κάποιος και δεν το είχα χρησιμοποιήσει ποτέ πριν – πήρα όλα τα φυσίγγια που είχα και βγήκα να κάνω τον περίπατό μου. Το είχα γεμάτο και το κρατούσα στο χέρι ενώ τις υπόλοιπες σφαίρες τις είχα βολέψει στις τσέπες και το σώβρακό μου.

Βγαίνοντας λοιπόν από το σπίτι, βλέπω την κυρία τάδε που τη συμπαθούσαν όλοι, όπως κι εγώ άλλωστε. Έπλενε κάτι χαλιά στο πεζοδρόμιο και την απάλλαξα από τη θλιβερή ύπαρξή της. Θα πρέπει να με ευγνωμονεί τώρα, αλλά τι κρίμα που δεν υπάρχει για να το κάνει. Έπειτα κάποιοι από τη γειτονιά, βγήκαν να δουν τι συμβαίνει. Χαρίζοντας μια σφαίρα στο κεφάλι του καθενός, κανείς άλλος δεν έδειξε περιέργεια. Οι υπόλοιποι, μάλλον, ταράχτηκαν από την ένταση και προτίμησαν να παρακολουθούν πίσω από τις κουρτίνες. Ίσως, σοφά έπραξαν.

Συνέχισα το δρόμο μου και συνάντησα αυτόν τον συμπαθέστατο κύριο που έβγαζε βόλτα το σκυλάκι του. Φάνηκα γενναιόδωρος και χάρισα στον καθένα τους από μια σφαίρα. Βέβαια, λέρωσαν κάπως το δρόμο με αίματα και τα σχετικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι, θα τα καθάριζε ο δήμος την επόμενη. Έπειτα, μια κυρία που δεν τη γνώριζα κι ένα παλικάρι. Τους έστειλα να κάνουν παρέα μαζί με τους προηγούμενους. Δεν ήθελα να έχεις κανείς παράπονο.

Ο ήλιος έλαμπε και υπήρχε κίνηση. Δεν θέλησα να κάνω διακρίσεις κι έτσι, όποιος βρίσκονταν στο δρόμο μου, είχε την ίδια τύχη. Το όπλο άδειασε κι έτσι αναγκάστηκα να το ξαναγεμίσω. Ευτυχώς, είχα αρκετές σφαίρες, δεν ξέρω πόσες – ποιος μετράει άλλωστε; Αναζητούσα τη γαλήνη και θα την έβρισκα μαζί με όλους τους άλλους. Δεν υπήρξα ποτέ εγωιστής, πάντα ήθελα να μοιράζομαι πράγματα. Ένας μεγάλος αλτρουισμός με διακατείχε και ήθελα να τον εκφράσω. Το να κρατάς τα αισθήματά σου φυλακισμένα, είναι μεγάλο έγκλημα κι εγώ, κάθε άλλο παρά εγκληματίας ήμουν. Έτσι συνέχισα να προσφέρω τη γαλήνη και τη χαρά σε όποιον βρισκόταν γύρω μου. Αλίμονο, πώς θα μπορούσα να κάνω αλλιώς;

Ένοιωσα, όμως, οι σφαίρες να λιγοστεύουν στις τσέπες μου και γέμισα για τελευταία ίσως φορά, το περίστροφο. Κάποιες σειρήνες που είχαν κατακλύσει το ηχοτοπίο και ο μεγάλος όχλος συνάμα, ενοχλούσαν τη πολυπόθητη γαλήνη που ήθελα νοιώσω – αλλά και να προσφέρω. Έτσι, κάποια ανθρωπάκια με γαλάζιες στολές – εμφανώς τρομοκρατημένα – βρέθηκαν μπροστά μου μαζί με τα ασπρογάλανα οχήματά τους, να μου κόβουν το δρόμο. Κατάλαβα πως λόγω καταπίεσης, αυτοί με είχαν περισσότερη ανάγκη, κι έτσι αποφάσισα να μην τους αφήσω αδικημένους και να σπαταλήσω όσες σφαίρες μου είχαν απομείνει σε αυτούς. Βέβαια, φαίνεται, πως κι αυτοί, από αλληλεγγύη, είχαν τα δικά τους όπλα τα οποία και έστρεφαν εναντίον μου, μάλλον για τον ίδιο σκοπό: Τη χαρά για την επερχόμενη γαλήνη με τον μοναδικό τρόπο που αυτή μπορεί να επιτευχθεί.

Πέτυχα κάποιους απ’ αυτούς κι εν μέρει, κατάφερα το σκοπό μου, αλλά ήταν περισσότεροι και είχαν πλεονέκτημα, κι έτσι, βρέθηκα κι εγώ επιτέλους να κατακτώ αυτό που πρόσφερα σε όλους αυτούς τους συντρόφους, συνδαιτυμόνες, συμπολίτες κλπ. Την υπέρτατη γαλήνη της ανυπαρξίας που τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι είχαν επικαλεστεί και διδάξει, ο καθένας ξεχωριστά ανά τους αιώνες, για τη λύτρωση και την ευδαιμονία του σκεπτόμενου ανθρώπου. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο, το αιμόφυρτο και διάτρητο από τις σφαίρες πτώμα μου, να ήταν, όχι μόνο η απάντηση, αλλά και η κατάκτηση της Σοφίας αυτής.

Ο σκοπός όλων είχε επιτευχθεί κι εγώ, όπως και όλοι οι σύντροφοι και τα στρουμφάκια που βρέθηκαν μπροστά μου εκείνη την ωραία ημέρα, καταφέραμε να κερδίσουμε το απροσδόκητο: Το αίμα μας να βάψει την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια της άθλιας αυτής πόλης σαν αφηρημένη εξπρεσιονιστική τέχνη ή σαν μαυροκόκκινο λάβαρο που παράτησαν στο δρόμο κάτι παραιτημένοι πια επαναστάτες, προσφέροντάς μας το υπέρτατο και πολυπόθητο αγαθό της γαλήνης και της ουτοπίας, σε έναν μάταιο κόσμο.

Αργότερα, κάποιοι είπαν για έναν μανιακό δολοφόνο και πολλά θύματα, χωρίς να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια στάση ενάντια στο παράλογο της ζωής και πως ο θήτης δεν ήταν τίποτε παραπάνω από έναν απελπισμένο αυτόχειρα που ήθελε να σώσει, όσο το δυνατό περισσότερους. Μόνο που αυτός, την αυτοχειρία του, την έθεσε σε άλλους, παίρνοντας φυσικά και όσους εκτιμούσε, μαζί του. Αλίμονο, μαζί με αυτούς και κάποιους που δεν εκτιμούσε, αλλά αυτοί ανήκουν πραγματικά στο ανθρώπινο είδος;



Αναδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "εκδόσεις το κόλο" 

Όπως επίσης και στο Μονόκλ. 
Δείτε εδώ 




Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Hotel Alyzia


Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα στο κέντρο της Αθήνας κι έπρεπε να βρουν κάπου να μείνουν. Γύριζαν από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο αλλά, όλα ήταν πλήρη. Μετά από πολύ ταλαιπωρία, κατάφεραν να βρουν ένα, το πιο φθηνό ίσως της περιοχής – με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Αφού υπήρξε διαθέσιμο δωμάτιο να τους στεγάσει για εκείνο το βράδυ, δεν σκέφτηκαν τίποτε άλλο και το έκλεισαν αμέσως. Άλλωστε, αυτά τα μέρη, αντλούν μια παράξενη γοητεία σε ανθρώπους σαν αυτούς.

Αυτή ήταν μια νεαρή ηθοποιός κι αυτός ένας ρέμπελος ποιητής, σαφώς μεγαλύτερός της. Πήραν το κλειδί από τη ρεσεψιόν κι άρχισαν να ανεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα για τον τρίτο όροφο. Ανελκυστήρας, φυσικά και δεν υπήρχε και ούτε κάποιο σκοινί για να σκαρφαλώσουν – αστειάκι που τους έκανε ο ρεσεψιονίστ. Δεν είχαν πολλά πράγματα, μια μικρή βαλίτσα κι ένα σακίδιο πλάτης. Πέρασε αυτή μπροστά, λαμπερή κι αεράτη όπως πάντα, με ένα κοντό φορεματάκι να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός ακολουθούσε από πίσω απολαμβάνοντας το θέαμα. Σε κάθε βήμα, η σκάλα έτριζε – το κτήριο ήταν παλιό, του 70 χωρίς καμία μετατροπή από τότε και τους μετέφερε σε μια άλλη εποχή. Οι κρότοι των βημάτων και το τρίξιμο της ξύλινης σκάλας, έδιναν έναν ιδιαίτερο τόνο στο χώρο και τη νύχτα. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος όροφος. Φως στο διάδρομο του τρίτου δεν υπήρχε. Άναψε τότε τον αναπτήρα του για να βρει την κλειδαρότρυπα, ξεκλείδωσε την πόρτα και πέρασαν στο δωμάτιο.

Ευτυχώς, εκεί υπήρχε φως. Υπήρχε επίσης ένα ημίδιπλο κρεβάτι με ένα σεντόνι από κάτω κι ένα μαξιλάρι χωρίς μαξιλαροθήκη. Ο τοίχος δίπλα στο κρεβάτι είχε λεκέδες από αίμα – ίσως από σκοτωμένα κουνούπια ή από κάποιο φονικό που δεν έμαθε ποτέ κανείς και ο δολοφόνος τα καθάρισε λίγο πρόχειρα. Είχε όμως κουζινάκι, νεροχύτη, κάποια ποτήρια, ένα τραπεζάκι και 2 καρέκλες, μια τουαλέτα με διαρροή στο καζανάκι και σπασμένο καπάκι λεκάνης. Υπήρχαν και 2 ντουλάπες. Η μια είχε ένα χρησιμοποιημένο βρώμικο σεντόνι και η άλλη κάποιες κουβέρτες πεταμένες χύμα μέσα, καθώς κι ένα ακόμη μαξιλάρι. Υπήρχαν και 2 παράθυρα με μπετούγια και πατζούρια με αναδιπλωμένα φύλλα παλιού τύπου. Όλα έμοιαζαν υπέροχα. Θα ζητούσαν μονάχα 2 μαξιλαροθήκες και θα ήταν εντάξει. Άφησαν τα πράγματά τους και βγήκαν από το δωμάτιο. Η πόρτα δίπλα, οδηγούσε στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Πέρασαν να εξερευνήσουν. Στην ταράτσα υπήρχαν 2 τραπεζάκια και κάποιες καρέκλες. Θέα είχαν τις αντικρινές πολυκατοικίες κι έναν ουρανό. Θα τα χρησιμοποιούσαν μετά την έξοδό τους. Τώρα όμως, έπρεπε να φύγουν και να βρουν ένα ωραίο σημείο να ησυχάσουν και να πιουν στο γεγονός πως κατάφεραν επιτέλους να βρουν ένα σημείο για να περάσουν το βράδυ.  Άρχισαν λοιπόν, να κατεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα. Αυτή μπροστά κι αυτός ακολουθούσε. Του άρεσε να χαζεύει τα γοφιά και τις γάμπες της. Της άρεσε να ξέρει πως την παρακολουθεί και τον προκαλούσε με κάθε της κίνηση. Χωρίς να το γνωρίζουν, γέμιζαν με μια απροσδόκητη ομορφιά το χώρο.


Μετά από λίγες ώρες, επέστρεψαν πιωμένοι από την έξοδό τους, κρατώντας μια σακούλα με μπύρες για να συνεχίσουν στην ταράτσα. Ανέβηκαν τη σκάλα κατά τον ίδιο τρόπο. Αυτή τη φορά, το μέρος αυτό τους φάνηκε αναπάντεχα οικείο. Ίσως, σε κάποια προηγούμενη ζωή να είχαν ζήσει εκεί. Ίσως, αυτοί να το έφτιαξαν ή ακόμα καλύτερα, να είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς τους δύο. Έφτασαν στο δωμάτιο κι αυτός άνοιξε την πόρτα χωρίς να χρειαστεί αναπτήρα για φως. Άφησαν τις υπόλοιπες μπύρες στον πάγκο, πήραν δύο και βγήκαν να τις πιουν στην ταράτσα κοιτώντας τα άθλια κτήρια της περιοχής. Τα κτήρια υψώνονταν μπροστά τους σαν κλουβιά, ενώ κάτω, έβλεπαν τους λερούς ασήμαντους δρόμους με το χλωμό φωτισμό των δημόσιων λαμπτήρων να τους περιγράφει. Ήταν αργά κι επικρατούσε σχετική ησυχία. Είχε ησυχάσει η μέρα και η ζέστη, κι έτσι, η νύχτα τους χάριζε μια ανεπαίσθητη δροσούλα – που όμως ήταν λυτρωτική. Κάθισαν δίπλα ο ένας στον άλλο. Εκεί υπήρχε μια γλάστρα με χώμα - χωρίς φυτό – και αποφάσισαν να τη χρησιμοποιήσουν για να σβήνουν τα τσιγάρα τους. Άφησαν τις μπύρες κάτω κι άπλωσαν τα πόδια τους στα κάγκελα της ταράτσας. Αυτός, ζαλισμένος καθώς ήταν, άρχισε να μιλάει:

«Δες όλα αυτά τα κλουβιά που κρύβουν οι άνθρωποι τις ψυχές τους, τη μιζέρια που τους περικλείει και όλα αυτά τα άθλια κτίσματα που υψώνονται μπροστά μας. Κοίταξε το δρόμο κάτω κι αυτό το ωχρό φως που περιγράφει τόσο όμορφα το τοπίο. Είναι παράξενο που όλη αυτή η αθλιότητα έχει να προσδώσει κάτι όμορφο, όχι για όλους, αλλά μονάχα γι’ αυτούς που είναι σε θέση να το δουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν κι εμείς τους κοιτάμε από ψηλά, λες και δεν είμαστε όμοιοί τους. Ίδιοι είμαστε όλοι, αλλά τουλάχιστον, εμείς μπορούμε και βλέπουμε – και δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να δουν. Δεν είμαστε καλύτεροι, αλλά κάνουμε τις επιλογές μας, κι αυτό που επιλέγουμε, είναι η ζωή! Με κάθε κόστος και το πληρώνουμε καθημερινά. Ω! δεν ξέρω, μάλλον έχω μεθύσει και δεν ξέρω τι λέω, αλλά εδώ, περνάμε τόσο όμορφα, κι αυτό είναι ένα ποίημα για σένα!»

Τον κοίταξε και του είπε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτσι και πόσο τυχεροί είναι που έχουν ο ένας τον άλλο και που μπορούν να βρήσκουν την ομορφιά οπουδήποτε κι αν υπάρχει. Σήκωσε την μπύρα της να κάνουν μια πρόποση. Ήπιαν και συνέχισαν τη βραδιά τους συζητώντας ώσπου, άκουσαν μια γυναικεία φωνή από το διπλανό δωμάτιο, εμφανώς ενοχλημένη να λέει: «Άσε με! Δε θέλω!» κι έπειτα κάποια χτυπήματα και κρότους, και αυτή ανησύχησε. Αυτός της είπε πως είναι συνηθισμένο, και πως, αν δεν ακούσουν τίποτα τραβηγμένο, δεν χρειάζεται να επέμβουν. Συνέχισαν την κουβέντα τους και η φωνή αυτή ακούστηκε ξανά, πιο ενοχλημένη κι έπειτα κάποια χτυπήματα πιο δυνατά. «Μα, τι κάνει, τη δέρνει;» ρώτησε αυτή κι αυτός απάντησε «Δεν ξέρω, ας τους αφήσουμε λίγο να δούμε πώς θα εξελιχθεί.» Έπειτα επικράτησε ησυχία για λίγο και μετά ξανά: «Άσε με σου λέω! Δε θέλω!» και ακουγόταν μόνο η φωνή της γυναίκας, ο άντρας φαίνεται μιλούσε χαμηλά ή δεν μιλούσε καθόλου και ξέσπαγε στα αντικείμενα. Μα, ναι, έτσι πρέπει να ήταν καθώς τα χτυπήματα δεν συνοδεύονταν από γυναικεία φωνή.

Έτσι, οι ερωτευμένοι εραστές, δεν έδωσαν άλλη σημασία στο ζευγάρι που δεν τα έβρισκε στο διπλανό δωμάτιο και συνέχισαν να κάνουν αυτό που έκαναν, συζητώντας, φιλοσοφώντας, πίνοντας κι ανταλλάσοντας φιλιά και χάδια, κάτω από τον σκυθρωπό θερινό ουρανό της Αθήνας με θέα τις άθλιες πολυκατοικίες και τον χλωμό φωτισμό του δρόμου, βλέποντας τα πάντα από ψηλά, ίσως πολύ πιο ψηλά από την ταράτσα του ξενοδοχείου που πίστευαν πως βρίσκονταν και συνέχισαν να ομορφαίνουν το τοπίο, τη βραδιά και κάθε τι άλλο που τους περιέκλειε… ή καλύτερα, κάθε τι άλλο που περιέκλειαν αυτοί. Γιατί, όπως γνωρίζουμε καλά, τους εραστές δεν τους περικλείει τίποτε άλλο πέρα από τον έρωτά τους.


Δεν είχε περάσει ώρα όταν αισθάνθηκαν πως δεν είναι πια οι μόνοι θαμώνες της ταράτσας. Και μάλιστα ακούγοντας επίμονα έναν αναπτήρα που δεν ανάβει, να κάνει προσπάθειες ξανά και ξανά. Προφανώς, ο τύπος από το διπλανό δωμάτιο, είχε βγει να κάνει τσιγάρο. Κάθισε λίγο παραπέρα και ρώτησε για φωτιά. Τότε, ο ποιητής άφησε για λίγο μόνη την ερωμένη του και πήγε στον μυστήριο τύπο να του προσφέρει. «Ευχαριστώ φίλε» του είπε εκείνος, «και με συγχωρείς που είμαι γυμνός» κάνοντας μια κίνηση να κρύψει τα απόκρυφά του, «αλλά αν σου βρίσκεται καμία μπύρα, θα το εκτιμούσα πολύ». «Μην ανησυχείς» του απάντησε ο ποιητής, «θα σε φτιάξω αμέσως» και πήγε στο δωμάτιο να πάρει άλλες δύο μπύρες. Μια για τον ίδιο και μια για τον παράξενο επισκέπτη. Επέστρεψε και του προσέφερε τη μία, και τότε αυτός ο μυστήριος γυμνός τύπος, έπιασε το χέρι του ποιητή και το φίλησε από ευγνωμοσύνη. Κατάλαβαν ο ένας τον άλλο κι αυτό ήταν αρκετό. Έπειτα ο ποιητής επέστρεψε στην όμορφη ηθοποιό και ερωμένη του και άφησαν τον απογοητευμένο γυμνό εραστή στην ησυχία του. Εκείνος, ήπιε την μπύρα του και κάπνισε το τσιγάρο του, αλλά δεν ησύχασε. Ήθελε να τους προσεγγίσει ξανά και απευθύνθηκε σε αυτούς από το σημείο που βρισκόταν, αλλά οι εραστές έμοιαζε να μην ακούνε. Είχαν τη δικιά τους κουβέντα και τίποτα δεν μπορούσε να τους αποσπάσει.

Εκείνη, κοιτώντας κάτω το δρόμο από την ταράτσα κι αντιλαμβάνοντας το ύψος, τον ρώτησε: «Όποτε κοιτάς από ψηλά, δεν σκέφτεσαι πως θα ήταν να πέφτεις;» Κι αυτός απάντησε, «Πάντα! Αυτή είναι η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο μυαλό. Έπειτα, καταλαβαίνω πως δεν είναι ακόμα η στιγμή, κι έτσι, το  αναβάλλω ως ιδανικός αυτόχειρας. Αλίμονο σε αυτούς που δεν σκέφτονται έτσι. Αλλά εμείς, νιώθουμε το ίδιο. Ίσως γι’ αυτό να επιλέξαμε να είμαστε μαζί. Αγαπάμε πολύ τη ζωή, κι ο θάνατος… είναι κάτι αναπόφευκτο. Όλοι θα πεθάνουμε, δεν χρειάζεται να τον προσδοκούμε, ούτε να τον προκαλούμε. Εξάλλου ο θάνατος, είναι η ανυπαρξία. Ας ζήσουμε λίγο ακόμα πριν περάσουμε σε αυτή. Ας ερωτευτούμε λίγο ακόμα τη ζωή…»  


 Οι εραστές είχαν μείνει μόνοι τους στην ταράτσα του ξενοδοχείου, βλέποντας τη μέρα να χαράζει κι ακούγοντας το πρωινό κελάηδημα των πουλιών… δεν είχε ξυπνήσει ακόμα η πόλη. Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, αποφάσισαν να πάνε να ξεκουραστούν.
Επέστρεψαν στο δωμάτιο και ξάπλωσαν στο κρεβάτι που δίπλα ήταν ο τοίχος με τα αίματα. «Κράτα με μακριά από αυτόν τον τοίχο, τον σιχαίνομαι» του είπε εκείνη κι εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του, στη μέση του κρεβατιού και βυθίστηκαν αμέσως σε έναν ύπνο δίχως όνειρα. Ήτανε και οι δυο εξαντλημένοι.


Μετά από τρεις ώρες, ξύπνησαν και οι δυο από τη ζέστη και τη φασαρία του δρόμου. Ήταν στην ίδια ακριβώς θέση που είχαν αποκοιμηθεί. Η πόλη είχε ξυπνήσει. Έκαναν έρωτα, όπως συνήθιζαν κάθε φορά που ξυπνούσαν κι έπειτα κάθισαν λίγο ακόμα στο κρεβάτι. Μετά σηκώθηκαν, κατούρησαν, πλύθηκαν κι ετοίμασαν τα πράγματά τους για να φύγουν. Η μέρα τους περίμενε, δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν.  Κατέβηκαν την ίδια ξύλινη σκάλα όπως είχαν μάθει να κάνουν. Αυτή μπροστά να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός να ακολουθεί από πίσω απολαμβάνοντας το υπέροχο αυτό θέαμα που ήξερε πως συμβαίνει γι’ αυτόν και μόνο. Γέμισαν το χώρο με έναν ακατάβλητο ερωτισμό  – όπως κάθε φορά –  παρέδωσαν τα κλειδιά του δωματίου στη ρεσεψιόν και αποχώρισαν.

Το άθλιο αυτό ξενοδοχείο, θα έμενε για πάντα στις καρδιές τους. Εξάλλου, ή αυτοί το είχαν δημιουργήσει, ή είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς και μόνο.






Αναδημοσιεύτηκε στο μπλογκ "παράκοσμος" 
Δείτε εδώ



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες τις συνείδησης και η παρουσίαση της Χ-έγερσης υποσυνειδήτου





(...)Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα; (...)

Ολόκληρο το κείμενο το διαβάζετε εδώ 
Ευχαριστώ το art-io για τη φιλοξενία και τη στήριξη

Τα λέμε την Παρασκευή 24/2/17 στην Καλλικατζούρα, στη Νίκαια, (Γρ. Λαμπράκη & Ατταλείας 289α στις 8μμ). . 

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Τσιγαράκι κανείς;



Αυτές οι εικόνες σπλατεριάς στα τσιγάρα, πραγματικά μας έχουν βοηθήσει. Θα ήθελα λοιπόν να ευχαριστήσω το υπουργείο υγείας και την Ε.Ε. καθώς όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί – κι εγώ με τη σειρά μου – κόψαμε τις σπλάτερ καπνοσακούλες και πήραμε καπνοθήκες της αρεσκείας μας. Επίσης, θα ήθελα να προτρέψω το υπουργείο να συνεχίσει το θεάρεστο έργο του και να εφαρμόσει το ίδιο σε όλα τα προϊόντα. Αλκοόλ, τρόφιμα, σοκολάτες, γαριδάκια, καφέδες κλπ. Να βάλει εικόνες στα αλκοολούχα από διαμελισμένα πτώματα στην εθνική από αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, νεκρούς από τσαμπουκάδες, αναίσθητους να τους κάνουν ενέσεις καφεΐνης και ό,τι άλλο βάζει ο νους. Επίσης στα γλυκά, ανθρώπους με διαβήτη κι άλλες ασθένειες που να έχουν ακρωτηριασμένα άκρα κλπ. Στα λαχανικά μπορεί να βάλει υποσιτισμένους ανθρώπους να λιμοκτονούν και στα κρέατα, ανθρώπους υπέρβαρους που κάναν εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς, πέτρες στα νεφρά, χολές και διάφορα άλλα ωραία. Α, ναι, να βάλουν και στις καραμέλες των παιδιών με τα δηλητήρια τις χρωστικές και τις υπερβολικές ποσότητες ζάχαρης, παιδάκια να πεθαίνουν από αντίστοιχα προβλήματα. Εδώ λέω να μη γίνω περιγραφικός, αν και θα έπρεπε. Θα πρέπει φυσικά να γεμίσουν και τους δρόμους με τεράστιες διαφημίσεις με προφυλακτικά στις εθνικές οδούς και οπουδήποτε αλλού, που να δείχνουν όλες τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και τις συνέπειές τους, από κονδυλώματα, σύφιλη, βλεννόρροια, έιτζ κλπ. Και γενικά, ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ας το χρησιμοποιήσει λοιπόν το αγαπημένο μας υπουργείο υγείας και η Ε.Ε. έτσι ώστε να μας προστατέψει επιτέλους απ’ όλους αυτούς τους κινδύνους και να μας κάνει υποχόνδρια, αποστειρωμένα, άβουλα, φοβισμένα ανθρωπάκια που χαίρουν άκρας υγείας! Μα πραγματικά, το πόσο νοιάζονται για μας, δεν έχει προηγούμενο. Ας τους δείξουμε λοιπόν κι εμείς έμπρακτα το πόσο το εκτιμούμε αυτό και πόσο τους αγαπάμε, καίγοντας ένα υπουργείο την ημέρα – ή για να μη κουραζόμαστε – καίγοντας όλα τα υπουργεία και τη βουλή με τσιγάρα πολλά και μαρούλια, σοκολάτες και κρεατικά αν προτιμάτε σε μια μέρα και να ζήσουμε ελεύθεροι, δίχως νόμους, κράτη και περιορισμούς της προσωπικής μας ελευθερίας από άλλους μαλάκες που τρομοκρατούν, επενδύουν κι εμπορεύονται την ανάγκη όλων για ζωή. Άντε γαμηθείτε ρε μαλάκες ρε, άντε γαμηθείτε!


Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Εκδόσεις το Κόλο" https://kolobooks.wordpress.com/2017/01/22/splatter/ στις 22/1/17. Ευχαριστώ τον Γιώργο Μικάλεφ για τη φιλοξενία. 

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Ηλεκτρική ξυλόσομπα υγραερίου


Το σώμα αυτό ζεσταίνει το ταβάνι
Εμείς κρυώνουμε στο πάτωμα
Το ψυγείο μουρμουρίζει ενώ το ρολόι
με ένα εκκωφαντικό τικ τακ
παίρνει σταθερά κάτι από τον χρόνο μας
Σπαταλιόμαστε  υπομένοντας
αλλά παραμένουμε ήσυχοι καθώς
αύριο το πρωί
θα βάλουμε φωτιά και θα κάψουμε
το σώμα, το ταβάνι, το ψυγείο, το ρολόι
και το χρόνο μαζί

Έπειτα θα βρεθούμε ελεύθεροι
στην απεραντοσύνη του σύμπαντος
δίχως τίποτα
Όπως πάντα





Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

2 ποιήματά μου δημοσιευμένα στο bibliotheque

Ο φίλος ποιητής Γιάννης Ζελιαναίος με ενημέρωσε πως στην ενότητα straw dogs του biblotheque, έχει δημοσιεύσει κάποιο από τα ποιήματά μου - από αυτά που είχαν δημοσιευτεί και στον πρώτο τεύχος του περιοδικού. Μπαίνοντας να το δω, ανακάλυψα πως υπάρχει κι άλλη μια δημοσίευση στις 9/6/15 με το τίτλο "Ο θάνατος του Ποιητή".
Το πρώτο μπορείτε να το βρείτε εδώ
και το δεύτερο, εδώ

Υπάρχει βέβαια και κάποιο άλλο με το όνομά μου, αλλά δεν είναι δικό μου. Πρόκειται για τον συνονόματο ποιητή Χρήστο Ζάχο από την Κέρκυρα. Ίσως λοιπόν, να πρέπει να υιοθετήσω το Χρήστος Αντισθένης Ζάχος στα βιβλία που εκδίδω, έτσι ώστε να μπορείτε να ξεχωρίζετε ποιος είναι ποιος.
Όπως και να 'χει, το ποίημα του συνονόματου στο bibliotheque, μπορείτε να το βρείτε εδώ.

artworks : Waldemar Strempler