Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Αntisocial



Η αλήθεια είναι πως είμαι αντικοινωνικός. Δεν έγινα τώρα, από μικρό παιδί ήμουν. Θυμάμαι μάλιστα, πως όταν ήμουν στο δημοτικό και όλα τα άλλα παιδάκια έπαιζαν μπάλα, εγώ προτιμούσα μια γωνία να τους παρακολουθώ και να τραγουδάω. Τι τραγουδούσα; Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, θάλασσα, θάλασσα τι μου ‘χεις κάνει, και άλλα άσματα της εποχής. Δεν τους γούσταρα και δεν με γούσταραν. Και οι δάσκαλοι, βέβαια, με φωνάζανε καπετάν φασαρίας. Μάλλον θα ήμουν αντιδραστικός σε κάθε μου κίνηση και δεν θα άφηνα κανέναν να μπει στον κόσμο μου. Ήμουν εγώ και το όνειρό μου, ένα παιδί που δεν θα μεγαλώσει ποτέ.

Αργότερα, στο γυμνάσιο που είχα άλλες ανησυχίες, όπως η μουσική και το πώς μπορεί ένας έφηβος να ανακαλύψει το σώμα του και τίποτε άλλο, συνήθιζα να ακούω άλλες μουσικές από αυτές που ήταν στη μόδα. Δηλαδή, κόντρα στους Mc Hammer, Vanilla ice, new kids on the block και Kylie Minogue, άκουγα, scorpions, iron maiden, nirvana και metallica. Και η αλήθεια είναι πως δεν άργησα να ανακαλύψω τους led Zeppelin, doors, Jimi Hendrix, Janis Joplin και άλλους. Και ήμουν ο μόνος που τα άκουγε αυτά. Πώς να κάνουμε παρέα με τα άλλα παιδιά; Αφού κράταγα λεφτά από το χαρτζιλίκι για τυρόπιτα στο σχολείο και περίμενα όλη την εβδομάδα να μαζευτούν, για να πάω να γράψω καινούρια κασέτα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς.

Και λίγο αργότερα, όχι πολύ, όταν σε κάποιο θρανίο, είδα γραμμένο το: «Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…» και από κάτω το όνομα «Κώστα Καρυωτάκης», εντυπωσιάστηκα τόσο, που έσπευσα  να πάω στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς και να ζητήσω το βιβλίο του. Παραξενεμένη η υπάλληλος, με ρώτησε αν μας είχε βάλει η καθηγήτριά μας να μελετήσουμε ποιήματα του Καρυωτάκη, κι εγώ της πέταξα στα μούτρα πως, όχι, για μένα το θέλω. Κοκάλωσε για λίγο, αλλά μου είπε πως μπορεί να το παραγγείλει. Και την επόμενη μέρα, πήγα να το παραλάβω. 2,600 δραχμές, ακριβό πολύ για την εποχή, 1993 κι εγώ 15 χρονών με τζιν πουκάμισο, τσουλούφι να πέφτει στα μάτια και οικονομίες από το χαρτζιλίκι για την τυρόπιτα. Τελικά, στα παιδικά μου χρόνια, δεν πρέπει να έφαγα ποτέ τυρόπιτα.

Τέλος πάντων, αυτά κάναν την αρχή κι έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τη μετέπειτα πορεία μου. Πάντα αντιδραστικός, μόνος, ασυμβίβαστος κι επαναστάτης χωρίς αιτία, τότε. Έπειτα, βρήκα και την αιτία αλλά… συνέχισα τα ίδια. (Τελικά, η αιτία, δεν είναι λόγος επανάστασης. Πρέπει να το έχεις μέσα σου).
Παρόλο που οι ρυτίδες και τα άσπρα γένια ζωγραφίζουν όμορφα την εικόνα μου, δεν παύω ούτε στιγμή να είμαι ένας έφηβος, ένα μικρό παιδί που ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο και που πιστεύει πως μπορεί να τα καταφέρει. Επιρρεπής στο όνειρο, στον έρωτα, στο αλκοόλ και τις ουσίες, γυρεύοντας πάντα για καταφύγιο το διέξοδο που μας προσφέρει η τέχνη,  έφτιαξα το δικό μου κόσμο, που εκεί δε χωράει κανείς. Η ποίηση και η ζωγραφική ήρθαν αργότερα σαν φυσικό αποτέλεσμα. Κάπως έπρεπε να βρω τρόπο έκφρασης και να αφήσω αυτό που επιθυμούσα, να φανεί προς τα έξω. Καθάρια ψυχή, χωρίς φκιασίδια και ωραιοποιήσεις. Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να το αντιληφθεί ο καθένας, αλλά εμένα, τι με νοιάζει; Αυτό που θέλω να κάνω, το κάνω, και από κει και πέρα, να πα να γαμηθείτε όλοι. Ω, μα είδες τώρα; Τι ωραία ευχή σας δίνω, αλλά, ούτε αυτό μπορείτε να αντιληφθείτε.

Δεν ξέρω γιατί γράφω όλα τα παραπάνω, μάλλον για να ικανοποιήσω τον ναρκισσισμό μου. Ή δεν έχει καμία σημασία το γιατί. Έτσι απλά. Άντε, τα λέμε πάλι. Εβίβες, σαλούτε, μπροστ!