Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Οι φυγάδες


Αυτό που συνέβη με την επιστροφή μου, κι ακόμα δεν έχω μιλήσει με κανέναν, δεν έχω ιδέα τι, αλλά αυτό που συνέβη, ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Σε μια άλλη διάσταση ίσως, αλλά ήταν.
Και όλα ξεκίνησαν από το φευγιό μου. Είπα να παίξω ένα παιχνίδι, να αστειευτώ, να παραπληροφορήσω ή να τρολάρω καλύτερα. Κι έτσι έκατσα κι έφτιαξα ένα σενάριο που μου βγήκε τελείως αυθόρμητα ως αληθινό. Το γεγονός όμως που το πίστεψαν όλοι, με ξεπερνάει και με κάνει να αναρωτιέμαι. Το έκανα βέβαια έτσι ώστε να είναι πιστευτό και αυτό βοήθησε πως βασίστηκα σε αληθινά γεγονότα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για να καταλάβεις, αφού αυτό αφορά κι εσένα.

Δεν έκρυψα ποτέ τον έρωτά μου για σένα, ναι, αυτόν τον “πλατωνικό” έρωτα. Τον ενθουσιασμό και όλο το συναίσθημα και το κοινώνησα σε όλους τους φίλους και γνωστούς: δείτε με πόσο ευτυχισμένος είμαι, μάθετε όλοι για τον έρωτά μου! Γίνεται μέτοχοι, ζήστε το μέσα από μένα, πιστέψτε το. Σαν παιχνίδι στην αρχή, αλλά κι έπειτα. Κι έτσι το έδαφος ήταν ήδη προετοιμασμένο.  Ήταν μια όμορφη κατάσταση που με βοήθησε μέσα μου και που την έκανα φανερή σε όλους. Μα για να δούνε την ευτυχία μου φυσικά, και να τους δείξω πως η δυστυχία είναι κάτι που το φέρουμε μέσα μας και πρέπει να αποβληθεί. Και ίσως έναν τρόπο για την κατάσταση της ευδαιμονίας. Όλα είχαν γίνει έτσι όπως έπρεπε, χωρίς κανένα σχέδιο ή άλλο τρόπο. Έτσι διατήρησα μια ιδανική – ουτοπική εικόνα. Είπα λοιπόν να παίξω με αυτή.

Πηγαίνοντας λοιπόν Κρήτη, όπου θα με φιλοξενούσε μια φίλη που είναι στην ομάδα του κυνικού υπερρεαλισμού, σκέφτηκα να πειράξω τα άλλα μέλη της ομάδας, όντας χωρίς τηλέφωνο και πρόσβαση στο ίντερνετ, και να παίξω τον αγνοούμενο. Γνωρίζοντας από το παρελθόν μου οι φίλοι τις “εμπειρίες ενός πνιγμένου” (βιβλίου μου το 2011, βασισμένο την τελευταία επιστολή του Κ. Καρυωτάκη που έλεγε στο υστερόγραφο πως, όποιος γνωρίζει κολύμπι, να μην επιχειρήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα) - ήταν εύκολο να πιστέψουν ένα τέτοιο σενάριο. Γράφω συχνά ως νεκρός στα διηγήματά μου. φοβήθηκαν λοιπόν μήπως και έκανα πράξη αυτή τη φαντασίωση του αυτόχειρα.

Έτσι λοιπόν, είπα στη φίλη μου τη Βίκυ (που με περίμενε στην Κρήτη), να παίξει το παιχνίδι μου και να με βοηθήσει. Της είπα να γράψει στην ομάδα του κυν. υπ. πως, ενώ με περίμενε δεν έφτασα ποτέ! Κι αυτό από μόνο του, ήταν αρκετό.
Έτσι, βάλαμε άπαντες σε ανησυχία και όλοι οι φίλοι και γνωστοί, έπαιρναν τηλέφωνο να δούνε αν ζω, αλλά το τηλέφωνο ήταν κλειστό. Κινητοποιήθηκαν για να με βρουν, αλλά κανένα σημάδι δεν είχαν. Υπήρξα για λίγο νεκρός παίζοντας το παιχνίδι μου. Κι αφού αυτό κράτησε κάποιες ώρες και είδα πως τα πράγματα σοβαρεύουν αρκετά, είπα να δώσω μια λύση, αλλά όχι έτσι ανώδυνα. Σκαρφίστηκα λοιπόν το εξής: “Να πείτε σε όλους πως έκλεψα τη Δεσποινίδα Δρένια και πως πήγαμε να παντρευτούμε σε κάποιο ξωκλήσι κάτω από τον Ψηλορείτη και πως τώρα είμαστε κυνηγημένοι και φυγάδες και μας ψάχνουν να μας βρουν, αλλά δεν μπορούν γιατί μας φυγαδεύουν στα βουνά τσι Κρήτης! ”.

Και ναι, το πίστεψαν όλοι, και άλλοι μας έδιναν συγχαρητήρια και να ζήσουμε, ενώ άλλοι βάζανε μπροστά αναστολές και μικροαστισμούς, πως δεν είναι αυτό σωστό κλπ. Πολύ γέλιο! Αλλά μόνο εγώ με τη Βίκυ γελάγαμε που ξέραμε την αλήθεια. Οι άλλοι είχανε πιστέψει πως όντως, έτσι συνέβη.  Ναι δεσποινίδα Δρένια, τώρα πια είσαστε κυρία Δρένια ενός τρελού ποιητή και φυγάδες οι δυο μας για να ζήσουμε τον έρωτά μας στην Κρήτη!

Πώς έγινε όλο αυτό, ούτε που κατάλαβα. Λίγη πλάκα θέλαμε να κάνουμε, και να τώρα. Άντε να εξηγήσω σε όλους πως όλο αυτό ήταν μια πλάκα, ένα καλόγουστο ή κακόγουστο αστείο, που όλοι όμως πίστεψαν! Τελικά, λες να ήταν αλήθεια;  Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, σίγουρα. Πώς είναι δυνατό αλλιώς, ένα τέτοιο ψέμα, να γίνει τόσο πιστευτό απ’ όλους όσους με γνωρίζουν;

Το λοιπόν, αν σε ρωτήσουν ποτέ, πες ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι. Και προς θεού ή άλλου δαίμονα, μην πεις ποτέ την αλήθεια. Δεν θα την πιστέψει κανείς.