Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Δυο σελήνες



Έχουμε βρεθεί με έναν φίλο, σε μια πλατεία, και μετά από τα πιόματά μας, αποφασίζουμε να συνεχίσουμε με μπύρα. Και συνεχίζουμε με μπύρα και μιλάμε και είχε σελήνη, μεγάλη, και τη βλέπαμε και μας βλέπει κι αυτή. Και ίσως για να μας κοροϊδέψει, φεύγει από κει που είναι και δημιουργείται μια νέα, εντελώς όμοια, στο πλάι της. Και τη βλέπω μόνο εγώ, και το λέω στο φίλο, αλλά αυτός με διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχουν δυο, αλλά μία. Μα εγώ βλέπω δύο και του τις δείχνω, και φαίνεται να με καταλαβαίνει, αλλά δεν μπορεί να τις δει. Τις δυο σελήνες.

Κι έτσι κάθομαι και του περιγράφω τι βλέπω, αλλά τα υπόλοιπα είναι μονάδες. Τίποτε άλλο δεν είναι διπλό πέρα από τη σελήνη που έτσι τη βλέπω μόνο εγώ. Και δεν μπορεί να τη δει ο φίλος. Και το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να το εξηγήσει κανείς, αλλά συμβαίνει. Κι αφού το βλέπω, είναι η δική μου αλήθεια. Και αρχίζω να του περιγράφω πως η μια σελήνη ξεκόλλησε από την άλλη και πως γίναν δύο και πόσο μαγικό είναι αυτό – κι αυτός δεν κάνει τίποτε άλλο από το να με παροτρύνει να το γράψω όλο αυτό και να το κάνω ποίημα, μα εγώ δεν μπορώ, κι εξαντλημένος καθώς είμαι, πέφτω σε έναν ύπνο δίχως όνειρα, γνωρίζοντας ωστόσο πως, ό,τι είδα, ήταν αληθινό.