Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Νόσος της Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Νόσος της Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Το μεγαλύτερο κενό του σύμπαντος

Είναι φορές στη ζωή μου που αισθάνομαι τόσο κενός
που ακόμα κι ένα “γεια σου τι κάνεις;”
μπορεί να γίνει μεγάλη υπόθεση για να ειπωθεί.
Είναι φορές που τα πάντα μου είναι κόπος,
ακόμα και η αναπνοή
Είναι φορές που το μόνο πράγμα που έχει σημασία
είναι το ότι τίποτα δεν έχει σημασία
Είναι φορές που η ζωή και ο θάνατος
μου είναι το ίδιο αδιάφορα
Είναι φορές που δεν αισθάνομαι τίποτα
απολύτως τίποτα
σα να’ χω από πριν πεθάνει
Είναι φορές…
πολλές φορές…
τόσες φορές…
θεέ μου
δε θυμάμαι
Πόσες φορές;
Πόσες φορές δεν έμεινα να αργοπεθαίνω σε ένα μουχλιασμένο δωμάτιο
χωρίς να κάνω τίποτα για μέρες… μήνες…
νιώθοντας μονάχα ένα μεγάλο κενό
να το τρέφω με τίποτα
κι αυτό να μεγαλώνει συνεχώς
να μεγαλώνει… να μεγαλώνει…
κι εγώ εκεί
στο τίποτα
να επιμένω
σαν να θέλω να φτιάξω το μεγαλύτερο κενό του σύμπαντος
και πάλι όμως…
Τίποτα!


Πίνακας της Βασιλικής
όπου κοσμεί και το εξώφυλλο 
της Νόσου... 


Υ.Γ. Παλαιότερο ποίημα, 2006-07. Συμπεριλήφθηκε στη συλλογή: Η Νόσος της Ποίησης 2009, από τις εκδόσεις ίαμβος.  Πια, υπάρχουν κάποια αντίτυπα στη ντουλάπα μου και δεν ξέρω αν υπάρχει ξεχασμένο σε κάνα βιβλιοπωλείο. Μπορείτε ωστόσο να το αναζητήσετε. Τον τρόπο, αν σας ενδιαφέρει, θα τον βρείτε. 
Αντιλαμβάνομαι ωστόσο το πρώιμο της γραφής μου και μου θυμίζει την πορεία αυτή μέχρι το σήμερα... 


Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Για τον Γιώργο Γαβαλά



Τον Γιώργο Γαβαλά τον είχα γνωρίσει τυχαία σε μια βόλτα στη Διονυσίου  Αρεοπαγίτου στο Θησείο. Καθόταν σε ένα παγκάκι με την κιθάρα του κι εμείς παίρναμε μπύρες κι αράζαμε μαζί του. Μου έκανε εντύπωση πως δεν έπινε αλκοόλ, καμιά σόδα ζητούσε όταν προσφερόμασταν να τον κεράσουμε. Μιλάγαμε και λέγαμε διάφορα, για τη μουσική και όχι μόνο. Πήρα τα cd του που τα πουλούσε, όπως έκανε με τις κασέτες και ο φίλος του ο Άσιμος. Είδα πως στο youtube δεν υπάρχει σχετική αναφορά, οπότε θα αναλάβω να ανεβάσω τη μουσική του με την πρώτη ευκαιρία.

Πριν λίγες μέρες έμαθα για το θάνατό του. Όταν το συνειδητοποίησα, ένοιωσα την απώλεια. Στην επόμενη βόλτα μου στο Θησείο, δεν θα είναι εκεί. Θα περάσω από το σημείο που άραζε να πιω τη μπύρα μου και να τον αποχαιρετήσω.

Τότε, θυμάμαι, είχα γράψει ένα κείμενο κι ένα ποίημα αφιερωμένα σε αυτόν. Αργότερα, το 2008, τα συμπεριέλαβα στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, “ H Νόσο της Ποίησης”, και του είχα χαρίσει ένα αντίτυπο με σχετική αφιέρωση. Μου έλεγε πως έγραφε κι εκείνος, αλλά δεν είχε προβεί ποτέ σε έκδοση. Δεν ξέρω που μπορεί να βρίσκονται τα γραπτά του, αλλά τουλάχιστον, έχω δείγμα της μουσικής του, το οποίο και θα μοιραστώ μαζί σας όταν έρθει ο καιρός. Προς το παρόν, θέλω να σας παρουσιάσω το διήγημα που έγραψα γι’ αυτόν. Καθώς όμως τα χρόνια περνούν και όλοι αλλάζουμε, όταν το κοίταξα, ένοιωσα την υποχρέωση να κάνω μερικές διορθώσεις, με προσοχή όμως, χωρίς να χαθεί το πρωταρχικό του κλίμα και ύφος.  

Επηρεασμένος τότε από τα πεζοποιήματα του Baudelaire, έγραψα το παρακάτω κείμενο σε ανάλογο ύφος.
Σήμερα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος και η γραφή μου έχει αλλάξει κατά πολύ. Αλλά αυτό είναι μια μνεία για τον Γιώργο Γαβαλά, έτσι όπως την είχα γράψει τότε, τον πλανόδιο αλήτη και μουσικό που έτυχε να κάνουμε παρέα κάποτε. Σας το παρουσιάζω με κάθε σεβασμό προς το άτομό του και ουσιαστικά, όπως το είχα βιώσει τότε.

Καλό ταξίδι Γιώργο, θα σε θυμόμαστε για αυτό που ήσουν. Ένας ελεύθερος άνθρωπος που δεν χώρεσε πότε σε πλαίσια και δεσμά, κι έτσι μια μέρα, πέταξε μακριά. 




Σε ένα παγκάκι κάτω από την ακρόπολη

                Τα χρυσαφιά χρώματα της δύσης που απλώνονται τόσο όμορφα τριγύρω, κατά μήκος αυτού του πλακόστρωτου δρόμου και κυριεύουν το βλέμμα οδηγώντας το, από τα δέντρα και τις πέτρες, τα παγκάκια και τα μπουλούκια των περαστικών – ψηλά πάνω στην ακρόπολη – κι ευθύς αμέσως, πίσω στο δρόμο και τα δέντρα και στα πέτρινα παγκάκια, για να καταλήξει και να σβήσει μπρος στο ακτινοβόλο, γεμάτο πανουργία και αθωότητα, γεμάτο ευαισθησία κι εξυπνάδα βλέμμα των παιδιών.

                Η πορεία μας, απροσδόκητα ανάλαφρη και η μαγεία των χρωμάτων του ουρανού διαχέονταν παντού γύρω, κάνοντας το κάθε τι, κάθε λεπτό που περνάει, να παίρνει κι άλλη απόχρωση, πάντα όμορφη – πάντα μαγική.

                Καθώς μια γλυκιά κούραση μας είχε καταβάλει, κανείς δεν αρνήθηκε να καθίσουμε για λίγο στο πέτρινο παγκάκι, που έτσι συνεπαρμένοι καθώς ήμασταν, λίγο έλειψε να σκοντάψουμε πάνω του. Δεν είχαμε καταλάβει το πόσο μας είχε απορροφήσει το τοπίο κι έτσι μείναμε εκεί, ώσπου τα μπλαβιά χρώματα της δύσης έδωσαν τη θέση τους στο  χρυσαφί φως της σελήνης.

                Το ηλεκτρικό φως, με τη σειρά του, φώτισε την ακρόπολη και άναψε κάθε φανάρι στο δρόμο. Κάποιος ζωγραφίζει τη στιγμή θέλοντας να την  αιχμαλωτίσει, κάποιος άλλος διαβάζει ένα βιβλίο με ποιήματα και ο μουσικός δίπλα μας ετοιμάζεται να παίξει το ρόλο μιας ολόκληρης ορχήστρας, σχεδιάζοντας το ηχόχρωμα της βραδιάς με τον δικό του τρόπο.

                Ο μουσικός, ένας άνθρωπος γραφικός, θα έλεγες άλλης εποχής. Ένα πουκάμισο παλιό – πολύχρωμο, ένα τζιν επίσης παλιό με κάποια μπαλώματα και ξέφτια στις άκρες, κάτι παπούτσια πάνινα κι ένα καπέλο «τζόκεϊ», πίσω από το οποίο περνούσε τα γκρίζα του μακριά μαλλιά. (Στην περιγραφή ίσως να ταίριαζε και μια μακριά γενειάδα, αλλά να με συμπαθάτε, δεν θα σας ευχαριστήσω). Κι όταν μιλήσαμε για τον Νικόλα (τον Άσιμο), μας είπε πως κάποτε παίζανε μαζί και τα σχέδια που κάνανε, μέχρι που ο Νικόλας πήρε την απόφαση να μας αφήσει.

                Έδειχνε γύρω στα 50 ή και νεότερος ακόμα κι έτσι όταν ρωτήσαμε για την ηλικία του μας είπε πως ήταν 71! Απίστευτο! Το ήξερα όμως καλά, το είχα ξαναδεί και σε άλλους καλλιτέχνες. Λες και η τέχνη τους, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους κρατούσε για πάντα νέους, δεν τους άφηνε να γεράσουν. Και ίσως έτσι να είναι. Ίσως η τέχνη, όταν πραγματικά την αγαπάς και όχι όταν ασχολείσαι απλά μαζί της, να σε ανταμείβει με μια αιώνια νεότητα, να κρατάει πάντα ζωντανό το παιδί μέσα σου, έτσι ώστε να σου επιτρέπει να καταπιάνεσαι και να πορεύεσαι με αυτή. Ίσως να μη σου χαρίσει ποτέ χρήματα ή έναν άνετο τρόπο ζωής, αλλά ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Αυτό που θα σου χαρίσει θα είναι κάτι ανάλογο με το «πορτραίτο του Dorian Gray» - η αιώνια νεότης.

                Η μουσική του… μια ολόκληρη πανδαισία από ήχους, όλοι προερχόμενοι από ένα και μόνο άτομο – μια κινητή ορχήστρα. Δυο ντέφια περασμένα στα πόδια – αριστερό πόδι, άρση, δεξί πόδι, θέση – μια κλασική ιδιόμορφη κιθάρα με χορδές μεταλλικές (ακουστικής κιθάρας), μια ζώνη πολύχρωμη με καμπανάκια (για περισσότερους ήχους) και τα χέρια: αριστερό και δεξί, πέρα από το να αδράζουν τις χορδές και μελωδίες να σκορπούν, έπαιζαν παράλληλα το ρόλο των κρουστών χτυπώντας ρυθμικά την κιθάρα. Και βέβαια, πώς θα μπορούσα να παραλείψω ένα πραγματικά περίεργο πνευστό, το καζού, που το έκανε να ακούγεται σαν σαξόφωνο και μας μάγευε όλους.

                Άλλος ένας πλανόδιος μουσικός που την τέχνη του εκθέτει στους δρόμους, που αρνείται να εμπορευτεί, να ακολουθήσει το σύστημα. Καλλιτέχνες του δρόμου, ελεύθεροι άνθρωποι. Η τέχνη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

                Οι ώριμοι και «συνετοί» περαστικοί, σπάνια στέκονται να ακούσουν λίγο, να δώσουν σημασία. Δεν πειράζει όμως, καταλαβαίνουν και γοητεύονται μόνο όσοι έχουν την ευαισθησία, μόνο όσοι έχουν το ταλέντο να το κάνουν. Γιατί ταλέντο χρειάζεται, όχι μόνο για να κάνεις τέχνη, αλλά και για να μπορέσεις να την εκτιμήσεις. Τα περισσότερα παιδιά είναι προικισμένα απ’ αυτό το ταλέντο.

Έτσι, ένα κοριτσάκι γοητεύτηκε από τη μουσική του και δεν ήθελε να φύγει. Χόρευε σαν μούσα κάτω από τους αρχαίους ρυθμούς, φιλτραρισμένους από τη σημερινή ματιά του καλλιτέχνη και σκορπισμένους αρμονικά, ένα με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα κάτω από την ακρόπολη.  

                Οι γονείς του χαριτολογώντας και κάνοντας χάζι το κοριτσάκι τους, το άφησαν για λίγο να ακούσει και να λικνιστεί – έτσι όπως κάνουν τα παιδιά από ένστικτο στους ρυθμούς ενός κομματιού. Στη μικρή μούσα όμως, δεν έφτασε μόνο ένα κομμάτι. Ήθελε να μείνει εκεί, πείσμωνε και μάταια τη τραβούσαν οι γονείς της από το χέρι. Έτσι έμεινε και για δεύτερο κομμάτι κι έπειτα για τρίτο κι έπειτα… ο μπαμπάς της αγανακτισμένος την παίρνει γρήγορα στην αγκαλιά του και την απομακρύνει: «φτάνει! Σαν πολύ δεν σου κάναμε το χατίρι;»  και το κοριτσάκι, η μούσα που μας επισκέφτηκε, αποχώρησε δυσανασχετώντας και κλαίγοντας.

                Το όνομα του μουσικού ήταν Γιώργος Γαβαλάς. Γύρισε προς το μέρος μας και είπε: «ξέρεις πόσα παιδιά έρχονται και κάθονται να ακούσουν; Τα παιδιά καταλαβαίνουν αυτό που οι “μεγάλοι” έχουν πάψει προ πολλού. Όχι όλοι, μόνο αυτοί που έχουν σκοτώσει το παιδί μέσα τους. Όσο γι’ αυτούς που έχουν καταφέρει να το κρατήσουν ζωντανό, να, όλο κάπου εδώ τριγύρω κάθονται και κάνουμε παρέα.»

                Rock, jazz, ethnic αυτοσχεδιασμός και η μουσική είχε δέσει τόσο με το τοπίο, που μας έκανε να περάσουμε σε αλλοτινούς χρόνους – ηλεκτρισμένους με μια ενέργεια που σε ταξιδεύει και ύστερα χάνεις το δρόμο, δεν ξέρεις να επιστρέψεις, μένεις κάπου ενδιάμεσα. Κι όταν βρεις το δρόμο ή με κάποιο τρόπο τέλος πάντων επιστρέψεις, μια γλυκιά νοσταλγία μένει και προσπαθείς να ισορροπήσεις σε αυτό το ενδιάμεσα ή να πας γρήγορα σπίτι να κοιμηθείς, μη τυχόν και πέσεις απότομα στην πεζή πραγματικότητα κι έτσι, στο όνειρο όπως είχες μάθει, μην τρομάξεις, μην από το ξάφνιασμα πέσεις και τσακιστείς.

                Προς το παρόν γνωρίζαμε πως εκεί να κρατηθούμε και να μη μας απασχολεί η επιστροφή, αλλά το ταξίδι, που πέρα από τη μαγεία του τοπίου, πέρα από την πανδαισία της Τέχνης, πέραν όλων των άλλων, το τροφοδοτούσαμε με άφθονη μπύρα, μπύρα και τσιγάρα στριφτά, και κερνούσαμε όποιον έστεκε εκεί για λίγο, να δει, να ακούσει, να μπει στην παρέα, να συντελέσει, να ενωθεί, να κοινωνήσει μαζί μας τη μουσική κάτω από την ακρόπολη,  τη συντροφιά,  την ψυχή μας – στην υγειά μας! Εβίβες! Salute!




Κάτω από την ακρόπολη

Όλη η τέχνη μαζεμένη σε ένα παγκάκι
κάτω από την ακρόπολη.
Ένας μουσικός – ορχήστρα μόνος του – jazz rock
μια ζωγράφος που αποτυπώνει τη στιγμή στο χαρτί
κι ένας άθλιος ρομαντικός που διαβάζει ποιήματα…

ώσπου ένα μικρό παιδί—
                                               ένα κοριτσάκι
γοητεύεται!
Νοιώθει όλη την τέχνη και μένει εκεί να χορεύει
Δεν μπορεί να ξεφύγει – δεν θέλει να απομακρυνθεί
όσο κι αν οι γονείς του το τραβάνε 
έχει ενθουσιαστεί – δεν θα φύγει
Είναι η ζωή – είναι το πάθος – είναι η μουσική
είναι η ποίηση  είναι όλα
ένα μικρό κορίτσι
να έχει γοητευτεί
να έχει γοητέψει τους πάντες
μούσα και Θεά κάτω από την ακρόπολη
αφημένη στις μελωδίες ενός πλανόδιου μουσικού
και μιας τέχνης, που μπροστά της
χάνει το νόημα της 




Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Εκτεθειμένος


Ο καλλιτέχνης εκθέτει την ψυχή του γυμνή,
απροστάτευτη, εκτεθειμένη  μπροστά σε όλους.
Ελεύθερη,
ανοιχτή σε κάθε χτύπημα
από κάθε άξεστο, ανυποψίαστο παρατηρητή
Ελεύθερη –  μοναδική – γυμνή –
όμορφη
  κουρελιασμένη 
                                  πληγωμένη 
έτοιμη να σπαραχθεί απ’ τον καθένα
                                                     ταπεινωμένη
                    μα άτρωτη συνάμα 
έτοιμη να επιτεθεί στον καθένα
γυμνή
              με δίχως χέρια να μαχαιρώσει 
με δίχως πόδια
                              όρθια να στηριχθεί 
καταδικασμένη στο όνειρο
                                                     στην τέχνη
σε μια ατελείωτη ζωή 
ψ υ χ ή
Μια ψυχή!
Πέρα από κάθε τι
Πέρα από όλα
και πάνω απ’ όλα
Τέχνη


Ο καλλιτέχνης εκθέτει την ψυχή του γυμνή

πίνακας της 
Νάντιας Παπαδοπούλου


Από την ποιητική συλλογή "Η Νόσος Της Ποίησης" 2009
Ποίημα γραμμένο κάποτε μες το 2007


Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Άτιτλο Ι

Δεν τον φοβάμαι το Θάνατο
Τη ζωή φοβάμαι, μη τυχόν
και δεν προλάβω να τη ζήσω
σε όλο της το μεγαλείο

(Από τη συλλογή: Η Νόσος Της Ποίησης, 2009)

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Δυο έμμετρα ποιήματα για τη νύχτα, τη θλίψη, τη μοναξιά




Αιχμάλωτος στο άπειρο

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
πώς το νου και την ψυχή μου καθορίζετε
πώς έρμαιο δούλο σας και αλλοτινό με κάνετε
και την ζωή μου κυβερνάτε καταγής

Τη λύτρωση απ’ το πνεύμα σας δεν θα μπορώ να έχω
κι όμοια όπως βγαίνει η νύχτα να συναντήσει την αυγή
όλο και πιο βαθιά στα δίχτυα σας αιχμάλωτο θα μ’ έχει
ανήμπορο ν’ αντισταθώ στην αστρική σας την ορμή

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
για μια στιγμή αφήστε με τη λύτρωση να έχω
κι έπειτα πάλι πάρτε με, νου, σώμα και ψυχή
και τη χαρά, αν είν’ η θέλησις, ποτέ ας μη την έχω.


~~~*~~~

Νύχτα!

Και πως ν’ αλλάξουμε τώρα που είμαστε
μαύρα πουλιά της νύχτας;
Μονάχα όταν έρχεται, έτσι ήρεμα γλυκά
κι όπως απλώνει, σαν δάχτυλα, το μελανό της φως
κι όλη την πλάση γύρω μας, τόσο απαλά σκεπάσει,

Εμείς,

ανήμποροι να αντισταθούμε,
από τις γλυκές της μελωδίες γαντζωνόμαστε
από το βελούδινο το μαύρο που την ψυχή μας γαληνεύει
και τις σειρήνες της ακολουθούμε τυφλά
δίχως να ξέρουμε που μας παν, και δίχως να ρωτάμε

Και το τσιγάρο στρίβουμε, χρυσός καπνός μας πάει
κι όπως η μέθη απ’ το ποτό, τα όνειρα μας πιάνει
αιχμάλωτοι γυρίζουμε και την ακολουθούμε
και ειν’ το όνειρο χρυσό κι ο πόνος αλαφραίνει
και η ψυχή αναδύεται, ψηλά και φτερουγίζει
ανάλαφρη σαν πούπουλο, καθόλου δεν βαραίνει
το σώμα μας που κείτεται και σέρνεται στο δρόμο.

Οι συνετοί κι οι άνθρωποι τον δρόμο τους τραβούνε
κι όταν απ’ τη γαλήνη της, η νύχτα μας μεθάει
αυτοί δεν βλέπουν, κρύβονται κοιμούνται και φοβούνται
και τα χρυσά τα δώρα της μόνο για μας κρατάει


Τις όμορφες τις μούσες της και τις νεράιδες της
το πρώτο φως σαν έρχεται, τις χάνουμε, όλο φεύγουν.

Ω, την αυγή ας ήτανε να μην την ξαναδούμε
αυτή που παίρνει μακριά τις μούσες, το βελούδο
κι όπως το φως της έρχεται, κι απάνω μας βαραίνει
καθώς η ψυχή σωριάζεται ξανά πάνω στο σώμα

εμείς τότε πεθαίνουμε, και για να αναστηθούμε
τη νύχτα θα προσμένουμε
Ξανά να δύσει ο ήλιος


Από τη "Νόσο της Ποίησης" 2009. 

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Μηδέν



Πούτσες μπλε και ροζ μουνάκια
συνουσιάζονται διαρκώς
μέρα και νύχτα
χωρίς διακοπή
μόνο με ηδονή.
Κι εγώ ο άθλιος
μα και ωραίος εραστής σου
γυρεύω λίγη  αγάπη
ή θάνατο
να σώσω τη βιασμένη μου ψυχή
ζώντας με την αιώνια πληγή ανοιχτή στον ήλιο
και περιμένοντας λύτρωση
από το πουθενά

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Πάω ρε...


Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω ρε
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Ρε μαλάκα…
Κάτσε!
Πάω
Κάτσε ρε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε ν’ ακούσουμε το CD
Πάω
Κάτσε
Πάω
Κάτσε
Πάω
Έχουμε κι άλλη μπύρα
Έχουμε;
Θα βρούμε
Κάτσε
Κάνε τσιγάρο
Πάω
Άναψε
Πιες
Γειά μας
Κι αύριο;
Στ’ αρχίδια μου
Γεια μας ρε
Γεια μας…
ρε μαλάκα πάω να τη κάνω
Σκάσε
ρε μαλάκα πάω να τη κάνω
Σκάσε
Γεια μας
Γεια
Έχουμε και ρακή
Κι αύριο;
Γεια μας
Γεια μας
Όλα είναι εδώ, όλα είναι τίποτα
Κάτσε και πιες μαζί μου, αυτό είναι το υπέρτατο νόημα της ζωής
Τι ψυχεδελική που είναι η Γώγου ρε…
Κανείς δε θα γλιτώσει…
Γι’ αυτό σου λέω ρε, Γειά μας Γειά μας Γειά μας ρε
Κι αν έρθουν οι μπάτσοι;
Γεια μας
Κι αν μας τσακώσουν;
Θα τους δώσουμε να πιούν
Μα είναι φλώροι
Στ’ αρχίδια μας
Και βάλε να πιούμε..
Κι ας πεθαίνουμε ξανά και ξανά και ξανά
Είμαστε οι μόνοι ζωντανοί
Κι όλοι οι άλλοι ζόμπι…




(γραμμένο παρέα με το Μήτσο, 
μια βραδιά πίνοντας και συζητώντας)

Προσβολή της δημοσίας αιδούς




Δεν μπορώ να καταλάβω.
Ποιος ο λόγος; Προσβολή της δημοσίας αιδούς; Τι θα πει αυτό;
Η γύμνια μου δεν είναι προσβολή για κανέναν.
Αντιθέτως. Θα έλεγα πως ομορφαίνει τη φύση. Η γύμνια μου είναι ποίηση στην ποίηση της φύσης.
Και πραγματικά πιστεύω πως όλοι έτσι θα έπρεπε να κάνουν.
Να τρέχουν όλοι γυμνοί κατά μήκος της παραλίας, να βολτάρουν γυμνοί—ένα με τη φύση—σε δάση, να κάνουν έρωτα σε πλατείες, σε δημόσια πάρκα, σε κεντρικούς δρόμους και σε πορείες.
Γιατί να μην κάνουμε όλοι μια μεγάλη πορεία στη βουλή κάνοντας έρωτα   και βάζοντας φωτιά σε αυτό το άχαρο κτήριο για να μας ζεστάνει…
Και σε κάθε βουλή, όπου υπάρχει κράτος κι εξουσία, να βάλουμε μια μεγάλη φωτιά και να στήσουμε έναν τρελλό χορό γύρω γύρω, όλοι, έναν χορό, τρελλό ερωτικό χορό δίχως σύνορα, δίχως όρια, δίχως κανέναν περιορισμό.
Γιατί όχι; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν, γιατί δεν μπορούν να ζήσουν την ελευθερία τους;
Τι μικροαστοί που είναι οι άνθρωποι, τι κακομοίρηδες, τι δούλοι…
Θέλουν πάντα έναν δικτάτορα να τους εξουσιάζει, να τους υπονομεύει κάθε είδος ελευθερίας, να τους δίνει ένα μαστίγιο κι αυτοί να αυτομαστιγώνονται, να σκύβουν και να φιλάνε τα σκατά του ελπίζοντας πως θα τους δοθεί έτσι λίγη εξουσία να την ασκήσουν σε άλλους δούλους, δούλοι ΔΟΎΛΟΙ ΔΟΎΛΟΙ!!!!
Κι αν έτσι νομίζετε πως θα γλιτώσετε από μένα, φυλακίστε με.
Γελασμένοι είστε!
Ό,τι και να κάνετε, τη δική μου ελευθερία δεν την περιορίζετε!
Εγώ είμαι ελεύθερος ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ! και δεν μπορούν να με περιορίσουν ούτε άνθρωποι, ούτε οι μικροαστικές τους συνήθειες, ούτε τα ρούχα τους, ούτε οι νόμοι τους. Κανένας νόμος!
Θα είμαι εδώ και θα σας γίνομαι βάρος ασήκωτο, κόμπος στο λαιμό σας και θα σας πνίγω λίγο λίγο μέχρι να μείνουν μόνο οι ελεύθεροι, οι άνθρωποι, όσοι κι αν είναι, αλλά μόνο οι άνθρωποι.
Δεν τη γλιτώνετε από μένα ρε, ό,τι και να κάνετε, δεν την γλιτώνετε!







Όταν θα γίνει…



Κι όμως,
όταν θα γίνει,
να σας δω όλους εσάς  μικρά και άθλια ανθρωπάκια,
πού θα πάτε να κρυφτείτε να μη δέχεστε τα μαχαίρια
που καρφώνονται ακατάπαυστα πάνω σας,
πώς θα αποφύγετε;
Θέλοντας και μη, αιχμάλωτοι εκεί θα είστε
σε κάτι που ποτέ δεν καταλάβατε,
σε κάτι που ποτέ δεν θα καταλάβετε
Θα παραδοθείτε
και η Τέχνη
Αυτή!
θα φροντίσει να σας αποτελειώσει.

Τώρα,
τον τρόπο,
ας αφήσουμε να τον επιλέξει Αυτή
αφού όμως πρώτα,
Αυτή!
εγώ θα την έχω επιλέξει

Το μόνο σίγουρο
Δεν έχετε καμία διέξοδο διαφυγής
Κανένα τρόπο να αποφύγετε

Κι αν ποτέ αναρωτηθείτε:
“κι αν δεν γίνει;”…
“κι αν γίνει;”…
“μα, αν γίνει…”
να είστε σίγουροι πως ο φόβος σας
δεν φοβάται μήπως και δεν τον φοβηθείτε

Αυτός ο άθλιος γεράκος…



Εγώ, το θάνατο, τον είδα στη γωνία.
Στην αρχή σχεδίαζα να του φάω το λαρύγγι… 
μετά όμως, βλέποντας τον, τι αξιοθρήνητος που ήταν;…
Καμπούρης, εκεί, γεράκος
 με το δρεπάνι στην πλάτη
πόσο βαρύ του φαινόταν;…
και αυτή η άθλια μαύρη του μπέρτα… 
χειρότερα κι από ζητιάνος
ή κακόγουστος μασκαράς.
Δεν έδωσα σημασία
Προσπάθησα δηλαδή
Μετά δεν κρατήθηκα, έβαλα τα γέλια.
Και γέλαγα δυνατά.
Και μετά δεν μπορούσα να σταματήσω.
Το κατάλαβε.
Ντράπηκε, φαίνεται, πολύ.
Έστριψε στη γωνία και ούτε που τον ξαναείδα.
Τον κακομοίρη, πρέπει να με μίσησε πολύ γι’ αυτό.
Πάρα πολύ!
Πρέπει να καραδοκεί πίσω μου από τότε,
σε κάθε βήμα.
Το ξέρω.
Γι’ αυτό κι εγώ…
πρέπει
να
προσέχω
πάντα
στις
γωνίες…

Εξάγνιση




“Οι σκέψεις τα ποιήματα
βάρος περιττό”
Κ. Καρυωτάκης

Θέλω να καπνίσω!
να καπνίσω..
να καπνίσω…
σαν ένα παιδί που αγνοεί το θάνατο
και που μπροστά του ο θάνατος υποτάσσεται στη ζωή,
που μόνος του αξία ύπαρξης καμία δεν έχει
και αυτόχειρας γίνεται
από την ματαιότητα του να σωθεί.

Σαν το παιδί που κλέβει από το πακέτο του πατέρα
ένα τσιγάρο
και βγαίνει στην αλάνα—και κρυφά
δείχνει πόσο άντρας έγινε στους φίλους του
ενώ προσπαθεί να κρύψει τη ζάλη του
“έλα! Γίνε κι εσύ άντρας όπως εγώ…”

Θέλω να πιω τόσο
που η μέθη, η πρώτη ερωμένη μου να γίνει
αυτή που δεν θα με ξεχάσει ποτέ
αυτή που θα με κάνει να λησμονήσω 
τους έρωτες τους πρώτους
και η ψυχή κρεμάμενη από ένα μπουκάλι
στο σώμα μου φτερά να βάλει
και να πετάξω πέρα από κάθε ορίζοντα
πέρα από κάθε ουρανό
πέρα από κάθε θλιμμένο δειλινό
πέρα από κάθε μοναχικό βράδυ
σκυμμένος πάνω από ένα άθλιο χαρτί
που την ψυχή μου επάνω του με αίμα χάραζα…

και μια όμορφη κόρη
να έρθει και από την κατάρα της ποίησης να με σώσει
να με ερωτευθεί—να γιάνει την ψυχή μου
και τα δώρα του σώματος—τις ηδονές του πάθους
δίχως φόβο κανέναν, απλόχερα να μου χαρίσει.
Να αφεθώ στην αγκάλη της
και μπρος στον έρωτα
την ματαιότητα της τέχνης να ζήσω.

Και τότε να δω—να καταλάβω την ηλικία μου
μετά από τόσους αιώνες απέραντου πόνου
πόσο χρονών έγινα;
15 μονάχα!
Ένα ξέγνοιαστο παιδί
που παίζει, χτυπά κι ερωτεύεται
κι η ποίηση…
σημασία καμία δεν έχει. 

Έκσταση




Έκσταση – μόνο τότε μπορώ να δημιουργήσω
μόνο όταν βρίσκομαι κάτω από έκσταση.
Μόνο τότε μπορώ να αντέξω όλα αυτά τα βλέμματα 
που καρφώνονται έτσι πάνω μου.
Μόνο τότε μπορώ να πω λόγια μεθυστικά
—άγρια—όμορφα—ρομαντικά—θλιμμένα…
Μόνο κάτω από έκσταση.
Μόνο έτσι αυτά τα λόγια θα τρυπήσουν τ’ αυτιά, 
τις καρδιές, τις ψυχές σας
Μόνο κάτω από έκσταση.
Έκσταση από έρωτα
από μουσική
από ποίηση
από τέχνη
Έκσταση από έναν πίνακα ζωγραφικής
που όλη του η δημιουργία 
όπως κι αυτό που απεικονίζει
δεν είναι άλλο από έκσταση
Έκσταση συναισθημάτων—ψυχής—ονείρου—έκσταση
Έκσταση από ποτό—γυναίκες—έρωτα—ποίηση
Έκσταση κάτω από τον ήλιο
τη βροχή
τη νύχτα
το φεγγάρι
και όλη τη ζωή που αψηφά τον θάνατο
τον κλέβει στα χαρτιά
και κάνει έρωτα
ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ
τον κλωτσάει στον κώλο
νικήτρια πάντα
και νικημένη
μόνο από ΕΚΣΤΑΣΗ!

Η τρύπια κάλτσα

Van Gogh


Η κάλτσα μου τρύπια και μαύρη
όμοιο χρώμα με τη θλίψη και τη μοναξιά
όμοια τρύπα με το αδιέξοδο της ψυχής
και το άπειρο
και ο κάλος στη φτέρνα μου
έτσι όπως ξεπροβάλει
σαν μασκοφόρος μοιάζει—αναρχικός—
Να πάρει μια αλυσίδα θέλει
με χοντρούς, ασήκωτους κρίκους
και να κατεβάσει τα τζάμια της γυάλινης φυλακής
που κρύβουν οι άνθρωποι την ψυχή τους
μη τυχών και τους αγγίξει κανείς
μη τυχών και βρούν να αγαπήσουν κάτι
Και να τους αφήσει
όλους όμως—ΌΛΟΥΣ!—
ελεύθερους, εκτεθειμένους, απροστάτευτους
μπροστά στον έρωτα, τη ζωή, τον πόνο, την αγάπη
τη θλίψη, τον θάνατο, τον ουρανό και τον ήλιο
ελεύθερους, εκτεθειμένους
σε όλα τα στοιχεία της φύσης
σε όλους τους ανθρώπους…

Λευκοί ξεραμένοι λεκέδες στη φόρμα μου
στίγματα πάθους και κομμάτια μιας υγρής ψυχής
ανάγκης, μοναξιάς, απόγνωσης
και ξανά πάθους και ασυγκράτητης αδυναμίας
Λύτρωσης
λύτρωσης εικονικής
λύτρωσης δευτερολέπτων
όσο διαρκεί μια στιγμιαία χαρά,
μια επιπόλαιη χαρά,
να:
όσο διαρκεί η ψεύτικη ευτυχία που σας προσφέρουν
προϊόντα των σούπερ μάρκετ και των διαφημίσεων.
Καταναλωτικά υποπροϊόντα συντήρησης
συντήρησης μιας γυάλινης φυλακισμένης ψυχής

Δεν έχω ανάγκη τίποτα
και το προστατευτικό τζάμι της ψυχής μου,
το έχω σπάσει προ πολλού
Μόνο μουσική και ποίηση
-μου φτάνει-
Είμαι ζωντανός!
Πεθαίνω κάθε μέρα
και ανασταίνομαι ξανά
κάθε μέρα.
Έχω τη δύναμη
Μπορώ.

Σε αγαπάω όπως πάντα.
Όπως δεν έπαψα ποτέ να σ’ αγαπώ…

Η αράχνη


ώρες ώρες πάλι
έρχεται συσσωρευμένη μια απίστευτη θλίψη
και γαντζώνεται σαν αράχνη στο στήθος
κάνει εκεί τη φωλιά της
πιάνει την ψυχή για θήραμα της
και τρέφεται από αυτή
λίγο λίγο
έτσι ώστε να μην πεθαίνει
και ασταμάτητα να ψυχορραγεί
ανήμπορη να αντιδράσει
αιχμάλωτη στον ιστό της
και στα αιχμηρά της δόντια
Την αισθάνομαι με σωματικό πόνο
το στήθος μουδιάζει και σφίγγει το στομάχι
με κρατάει εκεί—δέσμιο της
και η αναπνοή μου λιγοστεύει
το σώμα λυγάει και σωριάζεται χάμω
συνεχίζοντας να ζει και να την υποφέρει
 
Όταν την συνηθίσω
και την κάνω φίλη—καλοδεχούμενη—
όταν μάθω να πονώ χωρίς σημασία καμία να δίνω
όταν μάθω να ανέχομαι την ύπαρξη της
και με πνεύμα περιφρόνησης την αγνοήσω
τότε απομακρύνεται.
Δεν πάει μακριά όμως
παραμονεύει κάπου εκεί—σε μια γωνία—
κρύβεται μα εγώ την βλέπω
Kι όταν με πετύχει ξέγνοιαστο
και δει πως κάποια επιπόλαιη χαρά
πάει να με πλησιάσει
όταν δει πως φεύγω επικίνδυνα μακριά της
Επιστρέφει!
και  κρατάει ένα μεγάλο μαχαίρι
ή πολλά μαχαίρια μαζί
και με καρφώνει στο στομάχι
με διπλώνει στα δύο
με σωριάζει κάτω
απίστευτα ΚΑΤΩ…
και κάνει πάλι τη φωλιά της
στο στήθος, στη ψυχή
αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις και όλη μου την ύπαρξη

Την έχω μάθει πια
Θα εγκατασταθεί εδώ για όσο θελήσει
κι έπειτα θα φύγει πάλι
για να επιστρέψει
ξανά και ξανά…