Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Παρουσίαση βιβλίου στην Αθήνα

Σας καλώ στην παρουσίαση 
της νέας μου λογοτεχνικής δουλειάς
"Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" 
Την Πέμπτη 29/12/11 και ώρα: 8,30 μμ
στο Νouvelle Decadence Εμμ. Μπενάκη 87 
(πρώην Συχνότητες) 
στα Εξάρχεια. 
Τους παραλογισμούς και την απαγγελία μου 
θα συνοδέψει ο Γιάννης Ισαακίδης  με την κιθάρα του. 


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Αυτόνομες εταίρες




Τα πράγματα είναι απλά. Δεν χρειαζόμαστε εκδότες. Εκδίδουμε και μόνοι μας τους εαυτούς μας – που ούτως ή άλλως κάνουμε – και ελευθερωνόμαστε από τα δεσμά του «νταβατζή»  εκδότη. Γιατί δηλαδή να ζητάμε νταβατζή που θα πουλήσει την ψυχή μας, και να του δίνουμε όλο το υστέρημά μας για να προβεί σε έκδοση; Γιατί έχει επικρατήσει αυτό; Τι σκοπό και αποτέλεσμα έχει; Κανένα. Πόσο πουτάνες μπορούμε να είμαστε; (δεν είναι προτέρημα των θηλυκών μόνο αυτό). Τι ζητάμε; Γιατί το κάνουμε; Φιλοδοξία; Ματαιοδοξία; Σκατά. Τίποτα!

Με έπιασαν πάλι τα δαιμόνια μου και θα τα χώσω πάλι.

Την πρώτη φορά, έπεσα σε παγίδα. Βρέθηκε κάποιος να μου πει πως με δέχεται, κι εγώ εκεί, να τα δώσω όλα. Λεφτά, ψυχή, ό,τι είχα. Κι όταν μετά κατάλαβα την εκμετάλλευση, ήταν αργά. Είπα να τον εκδικηθώ και να ζητήσω αυτά που μου ανήκουν. Μάταια. Πέρα από το να σκοτωθούμε, δεν κατάφερα τίποτα. Κι αφού το έψαξα λίγο, είδα πως δεν μπορεί να έχει δικαιώματα στο έργο μου μετά την πενταετία. Έπειτα θα είμαι ελεύθερος να το κάνω ό,τι θέλω. Έμεινα σε αυτό και δεν ασχολήθηκα άλλο. Τρία ακόμα χρόνια, είπα, τρία χρόνια και τέλος. Υπομονή. Πάντα ονειροπόλος κι επιπόλαιος όμως, δεν έβαλα μυαλό.

Σκεφτόμουν για αυτοέκδοση. Λιγότερα λεφτά, αλλά πολλά βιβλία. Πώς να τα διαχειριστώ όλα αυτά; Τι να τα κάνω τόσα; «Λιγότερα δε γίνεται;» «Όχι.» Υπήρχαν βέβαια και οι ψηφιακές εκδόσεις, τυπώνεις όσα θες για 2 ευρώ περίπου το κομμάτι. (αφού ξεπουλιόμαστε, τι περιμένεις; Σεβασμό;). το υπολόγιζα σαν λύση.
Είχα αφήσει όμως το έργο μου σε κάποιους εκδότες και μια ωραία πρωία,  χτύπησε το τηλέφωνο. Θέλανε λέει, να συνεργαστούν μαζί μου. Μαλακίες. Πάλι κορόιδο έπεσα. Τους πίστεψα. Και τι να τα έκανα τόσα βιβλία; Δεν μπορούσα να τα διαχειριστώ. Αυτοί όμως, ως γνήσιοι έμποροι, δεν μπορεί, θα είχαν τον τρόπο να ξεπουλήσουν την ψυχή μου. (Μα το Δία, τι ματαιοδοξία;!) Συμφώνησα λοιπόν με νέο νταβατζή, με όνομα στην πιάτσα, όχι ό,τι κι ό,τι… Καλά να πάθω. Δε μου φταίει κανείς, εγώ φταίω.

Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν να εκθέσω την ψυχή μου δημόσια (παρουσίαση βιβλίου το λεν’ αυτοί), δεν είχα καμία στήριξη. Όλα μόνος μου. Όλα καλά με αυτό. Αλλά στη δεύτερη «παρουσίαση» στο χώρο του εκδότη, όχι μόνο δεν έχω στήριξη, αλλά ούτε καν συνεννόηση μαζί του (υψηλό πρόσωπο βλέπεις, σιγά μην ασχοληθεί μαζί μου, σιγά μη μου μιλήσει και στο τηλέφωνο…).
Έτσι λοιπόν, φίλοι και φίλες, πολύ αμφιβάλω αν θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση στην Αθήνα, Αγ. Ειρήνης (τόσο) στο Μοναστηράκι στις 29/12/11 και ώρα 8:00μμ, που θα έπρεπε να είναι έτοιμες οι προσκλήσεις, οι αφίσες και οι ενημερώσεις. Μια βδομάδα έμεινε και συνεννόηση καμία. Μόνο αδιαφορία και φθηνές δικαιολογίες από τη δασκαλεμένη γραμματέα του.  
Παίζουν όμως καταλήψεις, μπαρ και άλλοι χώροι που μπορούν να με δεχθούν για λίγο, και ίσως να κανονίσουμε κάτι έτσι, τελείως μεταξύ μας. Χωρίς νταβατζήδες και τα τοιαύτα. Δεν τους χρειαζόμαστε εξάλλου. Είμαστε αυτόνομες εταίρες. Πουλάμε την ψυχή μας και μόνοι μας ρε. Και ξέρεις κάτι; Δεν κοστολογείται η ψυχή, είναι ανεκτίμητη, κι έτσι την χαρίζουμε σε όποιον επιθυμεί να τη δεχθεί.


Υ.Γ. θα σας ειδοποιήσω μέσω αυτού του μπλογκ για το πότε και πού θα γίνει η επόμενη παρουσίαση. Κι αν υπάρξει σχετική ενημέρωση πως θα γίνει στο χώρο του εκδότη, να είστε έτοιμοι για…
Χεχεχε…
μιλάμε και
Εβίβες!


Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ένα έργο




Ένας φίλος κάθεται και κοιτάζει έναν από τους πίνακές μου.
-Εσύ το έκανες;
-Όχι εγώ. Ίσως ο εαυτός μου σε κάποια άλλη φάση…
Τώρα, δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.
Το κοιτάω όπως κι εσύ
και σίγουρα, δεν μπορώ να το επαναλάβω.
Ίσως να μην είναι καν δικό μου.
Ωραίο δεν είναι; 

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από την παρουσίαση στο Ρέθυμνο 10/12/11



Απειλή / Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία


Καθολική απαγόρευση του καπνίσματος / Λυρισμός 




Μικρό απόσπασμα από την παρουσίαση στο Ρέθυμνο. Είχα τρομερό άγχος και προσπάθησα να το αποβάλλω πίνοντας, καπνίζοντας και ερμηνεύοντας τα ποιήματα. Δεν ξέρω τι κατάφερα, αλλά μπορείτε να δείτε και να ακούσετε (μπορείτε;). Το ξέρω πως η ανάλυση του βίντεο είναι χάλια και ο ήχος ακόμα χειρότερος, αλλά με βολεύει καθώς θα πείτε "μάλλον καλά θα ήταν, δεν μπόρεσα να δω και να ακούσω τίποτα".
χμ...
εντάξει, να σοβαρευτούμε λιγάκι.
Γιατί;
οκ, ας μη σοβαρευτούμε.
Δηλαδή, εγώ όχι. Εσείς, κάντε ό,τι θέτε.
Εβίβες!


Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Παρουσίαση βιβλίου στο Ρέθυμνο



Αυτό το Σάββατο λοιπόν 10/12, θα παρουσιάσω τη νέα μου λογοτεχνική δουλειά
στο μπαρ θόλος στο Ρέθυμνο.
Θα υπάρξει και δεύτερη παρουσίαση στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, στο χώρο των εκδόσεων "Γαβριηλίδης" στις  28/12. θα σας ειδοποιήσω σχετικά.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

3 ποιήματα για τον μικρό Αλέξη...


6/12/08, Εξάρχεια

Στον μικρό Αλέξη

Πάντα έτσι κάνανε…
Πυροβολούσαν συνειδήσεις
ευαίσθητες ψυχές
ρομαντικούς ανθρώπους
κι έπειτα την ίδια την ελευθερία.
Δεν ήθελε πολύ, όλοι το περίμεναν από καιρό…
Ώσπου η σφαίρα της “εξουσίας” χτυπάει στο ψαχνό.
16 χρονών παιδί, ΝΕΚΡΟ!
Αυτό ήταν
Ξεπέρασαν κάθε όριο.
ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΧΤΟΎΜΕ ΑΛΛΟ!
Βία γεννάει η βία
Ας πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας
Η πόλη είναι η ελευθερία μας
Δεν είμαστε αιχμάλωτοι
Κι έτσι όπως την κατάντησαν, καλύτερα καμένη!
Δεν θα αφήσουμε τίποτα όρθιο!
Δεν θα αφήσουμε τις ζωές μας στα χέρια τους!
Πίσω από την όμορφη φωτιά της πόλης που καίγεται,
μια ακτίνα ελευθερίας ανατέλλει.
Κι όλες οι πόλεις μαζί, φωνάζουν:
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΦΕΤΟΣ ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ
ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ!
Κι αν είμαστε όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε!
Θα δεις…

Η επανάσταση
                             χαμογελάει στη γωνία…

Αυτό ήταν μόνο η αρχή!


Σάββατο 16/12/08










29/12/08
Σήμερα πέρασα από τα Εξάρχεια.
Από το σημείο που δολοφόνησαν τον Αλέξη.
Είχα ξαναβρεθεί εκεί αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά…
Ήταν η Γιαγιά του… έκλαιγε.
Σπάραζε: ο εγγονός μου είναι! Τι έκανε το παλικάρι μου… γιατί;…
ΓΙΑΤΙ;
Έπαιρνε τη φωτογραφία του, την αγκάλιαζε, τη φίλαγε… κι έκλαιγε ξανά.
ΓΙΑΤΊ;
Ένα ρίγος με διαπέρασε. Δεν μπορούσα να πω κουβέντα.
Θλίψη, θλίψη  αλλά και οργή…
ΓΙΑΤΙ;
15 χρονών παιδί… γιατί;
Ποιος να της απαντήσει;
Δεν είχα συναντήσει κάποιον δικό του πιο πριν… ήταν συγκλονιστικό.
Εχθές ο Καλτεζάς, σήμερα ο Αλέξης, αύριο, ποιος;
Εγώ;
Εσύ;
Ποιος;
Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Με πλάκωσε βαριά η ατμόσφαιρα… κατάπια τη γλώσσα μου.
Και τι να έλεγα μπροστά στη γιαγιάκα;
Δεν θα το αφήσουμε έτσι;
Ό,τι και να κάνουμε, δεν γυρνάει πίσω.
Έκανα  το τσιγάρο μου και αποχώρησα σιωπηλά.
Η οργή μου μεγάλωσε!
Εγώ ο ίδιος,
προσωπικά
θα βάλω φωτιά σε κάθε γουρούνι μπάτσο, σε κάθε βουλή!
Τι θα μου κάνουν;
Θα σκοτώσουν κι εμένα;
Στα αρχίδια μου!
Τώρα είμαστε πολλοί! Πιο πολλοί από ποτέ!
Να μην τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί!
Κι όσο μεγαλώνει ο πόνος, μεγαλώνει το μίσος!
Τώρα μας φοβούνται! Γι’ αυτό μεγαλώνουν την καταστολή.
Τώρα μπορούμε να νικήσουμε! δεν πρέπει να σταματήσουμε τώρα!
Τώρα θα τα καταφέρουμε γιατί είμαστε όλοι μαζί!
Ακόμα κι αν χρειαστεί να κάψουμε όλη τη πόλη
και να τη φτιάξουμε από την αρχή!
Θα το κάνουμε!

Σφαίρα με τη σφαίρα, το μίσος μεγαλώνει…




Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της!
Την πόλη αυτή
που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της “εξουσίας”
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της!
Φωτιά
            και βροχή
                              και ποίηση
                                                 και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!

Αθήνα 5/12/09, παραμονή


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη



(Υπήρχε στο παλιό μπλογκ και σκέφτηκα να το δημοσιεύσω ξανά...)

Φίλε Κώστα,

Σε ονομάζω φίλο, όχι γιατί έτυχε να γνωριστούμε – άλλωστε ζήσαμε σε διαφορετικές εποχές – αλλά, πώς μπορείς να ονομάσεις κάποιον που έχεις μεγαλώσει μαζί του από δεκατεσσάρων και συνεχίζεις να τον αγαπάς και να τον συμβουλεύεσαι; Έστω, με αυτή την άτυπη φιλία που ενώνει έναν νέο αναγνώστη με έναν παλιό ποιητή. Όμως εγώ, δεν ήμουν άλλος ένας μελετητής του έργου σου, αλλά ένας άνθρωπος που έζησε την περιπέτεια κάθε ποιήματός σου, τις λέξεις, τις έννοιες, τους πόθους και τα πάθη, στο πετσί και στην ψυχή του. Καθρεπτιζόμουν πάνω σε κάθε σου ποίημα κι έβλεπα τον εαυτό μου μέσα. Σε γνώρισα νωρίς και μέρα με τη μέρα σε γνωρίζω ακόμα περισσότερο. Σαν να με ακολουθεί η σκιά σου σε κάθε βήμα, σαν να βρίσκεσαι πλάι μου για να με καθοδηγείς και να με προστατεύεις.

Ίσως να είναι και το άλλο. Άθελά μου, μαθήτεψα μαζί σου και άρχισα να σκαρώνω αδέξια κι ανορθόγραφα στιχάκια επηρεασμένος από τον οίστρο που μου προκαλούσες, θέλοντας να εκφράσω τις δικές μου ανησυχίες, το δικό μου «εγώ». Ίσως και κάτι πέρα απ’ αυτά, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει πως σε αισθάνομαι φίλο και δεν μπορώ να βρω άλλον χαρακτηρισμό πέρα απ’ αυτόν. Ας μου επιτραπεί λοιπόν η έκφραση: φίλε Κώστα Καρυωτάκη.


Ήταν τότε που μου ζητήθηκε να γράψω για έναν φόβο μου κι ένα όνειρο στα πλαίσια μιας εργασία. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ κι έτσι στην αρχή δυσκολεύτηκα να απαντήσω. Μπαίνοντας όμως στη διαδικασία αυτή, έγραψα απερίσκεπτα: δεν έχω φόβους… μόνο μη τυχόν και κάποια μέρα χάσω τα βιβλία με τα ποιήματα ή τη μουσική μου, ή μη πάθει κάτι κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο, ή μη χάσω τα λογικά μου. Αυτό! Μη χάσω τα λογικά μου. Ας μείνουμε σε αυτό. Δεν θα το άντεχα. Κι αν ήξερα πως θα συμβεί, ίσως τότε για να το αποτρέψω, να έδινα ένα τέλος στο ταξίδι της ζωής.


Γνωρίζω τη μελαγχολία σου (αλλά ποιος ποιητής δεν είναι μελαγχολικός;), γνωρίζω το βίο σου – όσο μπορώ να γνωρίζω από τα βιβλία στα οποία έχει καταγραφεί – γνωρίζω και την περιπέτεια της υγείας σου. Αλλά αυτό που δεν γνώριζα ως τώρα, είναι τα τρία στάδια της ωχρά σπειροχαίτης. Δεν θα μείνω στα δυο πρώτα, άλλωστε όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να βρει πληροφορίες και να τα μελετήσει. Το τρίτο στάδιο όμως… «Το τρίτο και τελευταίο στάδιο της σύφιλης αναπτύσσεται δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα και είναι φοβερό και αδυσώπητο. Ο άρρωστος μπορεί να πάθει σοβαρές καρδιοπάθειες, να τρελαθεί, να τυφλωθεί, και να υποστεί βλάβες σε όλα τα όργανα του σώματός του». Ξέρω πως είδες τον φίλο σου και ποιητή Ρώμο Φιλύρα να χάνει τα λογικά του, όντας στο τρίτο στάδιο της σύφιλης, έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο και να σβήνει αργά. Κι όπως είχες πει: «Άσε τα γύναια και το μαστροπό λαό σου Ρώμε Φιλύρα, σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό, κράτησε σκήπτρο και λύρα». Το ήξερες… «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση επιμονή, που ανοίξαμε για να μπει σαν κυρία η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. Τώρα η ζωή μας γίνεται, ξένη, παλιά ιστορία».


Τα πραγματικά αίτια του θανάτου σου, δεν τα γνωρίζει άλλος καλύτερα από σένα. Εμείς, μόνο αυθαίρετα συμπεράσματα βγάζουμε. Ας μου επιτραπεί λοιπόν, να βγάλω κι εγώ το δικό μου συμπέρασμα, γνωρίζοντάς σε ως φίλο και διδάσκαλο, γνωρίζοντάς σε ως φύση, ως ποιητή. Μπορεί να έπαιξαν πολλά ρόλο, αλλά είμαι σίγουρος πως αν δεν ήταν αυτό το τρίτο στάδιο της ωχράς σπειροχαίτης, ίσως να μην αποφάσιζες ένα τέτοιο τέλος για το κλείσιμο της αυλαίας. Ξέρω πως δεν θα επέτρεπες ποτέ στον εαυτό σου να έρθει σε τέτοια κατάσταση εξαθλίωσης. Ως κύριος του εαυτού σου, προτίμησες να φύγεις αξιοπρεπώς κι έχοντας ακόμα σώας τας φρένας. Ό,τι λοιπόν λένε οι άλλοι, τους συγχωρώ γιατί δεν γνωρίζουν. Και είμαι σίγουρος, είμαι σίγουρος γιατί κι εγώ, αυτό θα έκανα.


Θα ήθελα να κλείσω όμως, κάπως διαφορετικά. Ίσως να μπορείς να το βλέπεις, ίσως όχι. Οφείλω να σου το πω. Αυτό που έχεις καταφέρει με την ποίησή σου ως σήμερα, δεν το έχει καταφέρει άλλος. Έχεις επηρεάσει γενεές και γενεές και κατάφερες να γίνεις ο πιο πολυδιαβασμένος ποιητής κι εκφραστής των νέων κάθε εποχής, καθώς όλοι μας νιώθουμε μια ταύτιση μαζί σου. Άλλωστε όταν έφυγες, έφυγες κι εσύ ως ένας άγνωστος ποιητής των αιώνων. Αγαπήθηκες πολύ από τις μελλούμενες γενεές και αυτό θα ήθελα να το γνωρίζεις.

Έτσι λοιπόν, αν υπάρχει το καύκαλό σου ακόμα, ας βγει μια βόλτα και ας περάσει από τα σκοτεινά δωμάτια των ποιητών και των αναγνωστών που σε υμνούν, δίνοντάς τους οίστρο και έμπνευση να εκφραστούν, κι έτσι να νιώσεις τη δικαίωση που σου ανήκει.

Φίλε μου, Κώστα Καρυωτάκη, δεν έφυγες ποτέ.
Και σήμερα εν έτει 2009, είσαι πιο επίκαιρος από ποτέ.
Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου λοιπόν.
Σε χαιρετώ και σε ευχαριστώ για όλα.
Ένας φίλος που δεν γνώρισες ποτέ.



                                                              Χρήστος Ζ.


Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Βοριάς



Φύσηξε ένας άνεμος
Βοριάς
και πήρε μαζί του όλη τη θλίψη
των ανθρώπων που καιγόντουσαν στην πόλη
και την πήγε μακριά
και μείνανε τώρα 
όλοι οι φλεγόμενοι άνθρωποι
με ένα απέραντο κενό
να αναρωτιούνται:
Τι θα μας γεμίζει τώρα; 

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Η ψευδαίσθηση της δημιουργίας




Καμβά. Λευκέ μου καμβά
γίνε όμορφος
πάρε όλα τα χρώματα που σου δίνω
και ανέδειξέ τα σε κάτι φανταστικό
που εγώ μονάχος, δε θα μπορούσα ποτέ να φτιάξω.

Χρώματα, χρώματα… δημιουργήστε μόνα σας
βγάλτε αρμονικές αποχρώσεις
και φτιάξτε όμορφο τον καμβά
χαρίστε μου τη μαγεία σας...

Πινέλα και σπάτουλες, χρώματα καμβάδες
όλα εσείς είστε τα υλικά
που αδημονούν να με χρησιμοποιήσουν
να με κάνετε το μέσο το οποίο θα σας ενώσει
έτσι που στο τέλος να νομίζω
πως δημιούργησα εγώ. 

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Αδέξιος


Είμαι ένας αδέξιος
Αδέξιος στο να ζωγραφίσω
Αδέξιος στο να γράψω
Αδέξιος στην αγάπη, στον έρωτα, στη ζωή.
Και τι κάθομαι και κάνω λοιπόν;
Ίσως να θέλω να αποδείξω στον εαυτό μου το αντίθετο
αλλά κάποιος σαν κι εμένα
δύσκολα παραδέχεται την αλήθεια.
Φτιάχνω ένα μεγάλο ψέμα
το πιστεύω
και ζω μέσα σε αυτό.
Όλη μου η ζωή λοιπόν, ένα ψέμα;
Ένα όνειρο, μια αυταπάτη;
Κι αν ναι, πώς τα καταφέρνω
στον κόσμο τον πραγματικό;
Δεν ξέρω.
Άλλωστε ο Λειβαδίτης είχε πει κάποτε:
“Θεέ μου, αμάρτησα ενώπιών σου
Ονειρεύτηκα πολύ και ξέχασα να ζήσω”

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Τέσσερεις μαύροι πίνακες σε ένα απόγευμα



Την άκουσε που γύρισε από τη δουλειά. Πήγε να της ανοίξει. Αυτή βρισκόταν ήδη στην πόρτα. Την καλωσόρισε. Του είπε, πώς είναι έτσι η φωνή του. Τη ρώτησε, πώς είναι η φωνή του. Τον μιμήθηκε κοροϊδευτικά. Δεν απάντησε.
                Μετά πήγε στην τουαλέτα. Όταν βγήκε, του είπε: τι είναι όλες αυτές οι πιτσιλιές. Αυτός, αποτραβήχτηκε ενοχημένος. Τη ρώτησε γιατί έχει τόσα νεύρα. Του είπε πως δεν έχει νεύρα και απλά, είναι κουρασμένη. Τότε αυτός, πήγε στο δωμάτιο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μετά από λίγο, αυτή του φώναξε: “θα έρθεις να φάμε ή όχι;”. Αυτός, πήγε σιωπηλά. Καθίσανε να φάνε και κανείς τους δεν είπε τίποτα. Αυτή άνοιξε το ραδιόφωνο να ακούσει ειδήσεις και συνέχισαν στο τραπέζι χωρίς να πει κανένας τους λέξη.
                Αφού φάγανε, αυτή πήγε να πλύνει τα πιάτα. Αυτός, της έφερε αυτά που ήταν στο τραπέζι. Ούτε λόγος  για τον καινούριο του πίνακα – αν και ήταν αποτυχία. Έπειτα, αυτή πήγε να ξαπλώσει. Αυτός, κάθισε στον υπολογιστή. Είχε κρύο και τα δάχτυλά του πάγωναν. Είπε να καταστρέψει τον χθεσινοβραδινό του πίνακά.  Πήρε μπλε oultramarine,  κόκκινο και μαύρο και άρχισε να τον καλύπτει. Πρόσθεσε ψημένη όμπρα και συνέχισε με ένα πλατύ πινέλο. Το αποτέλεσμα ήταν μαύρο, αλλά είχε κάποιες γκριζοπράσινες αποχρώσεις που του άρεσαν. Ίσως να οφείλονταν στα χρώματα που είχε από κάτω ο πίνακας και που δεν είχαν στεγνώσει ακόμα. 
                Αυτή σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Θα την ενοχλούσε η μυρωδιά.
                Του άρεσαν τα λάδια. Τα ακρυλικά, δεν τα μπορούσε, τα θεωρούσε ψεύτικα.
                Αφού τελείωσε με τον πίνακα, είδε πως είχε αρκετή μπογιά στο πινέλο. Κρίμα είναι να πάει χαμένη. Πήρε άλλον έναν καμβά, μικρότερο αυτή τη φορά και τον έβαψε μαύρο. Είχε ακόμα αρκετό χρώμα. Πήρε κι ένα παλιό του έργο με ακρυλικά – που δεν του άρεσε – και το έβαψε κι αυτό μαύρο. Πολύ καλύτερα έτσι. Το πινέλο είχε ακόμα μπογιά. Αυτά τα λάδια είναι περίεργα χρώματα. Πήρε λοιπόν, ακόμα έναν καμβά, λίγο πιο μικρό, και άρχισε να τον βάφει κι αυτόν μαύρο, μέχρι που το πινέλο δεν έβγαζε άλλη μπογιά. Πολύ ωραία. Τέσσερεις μαύροι πίνακες σε ένα απόγευμα. Καθόλου άσχημα. Μετά πήρε να καθαρίσει το πινέλο του και τις πιτσιλιές στο πάτωμα. Αφού τέλειωσε και με αυτό, πήρε να φτιάξει καφέ. Αυτή ξύπνησε και ήρθε στην κουζίνα. Τη ρώτησε αν θέλει καφέ. Του είπε όχι. Μετά από δύο λεπτά, έφτιαξε μόνη της και αποσύρθηκε να ετοιμάσει τη δουλειά της για την επόμενη μέρα.
             Αυτός, κάθισε ξανά στον υπολογιστή, επισκέφτηκε τα μπλογκ του και ήπιε τον καφέ του. Μετά, έβαλε μουσική και πήγε να ταΐσει τη γάτα. Είχε νυχτώσει. Έβαλε να πιει ένα τσίπουρο κι έφτιαξε μεζέ. Αυτή, πήγε να σιδερώσει στο άλλο δωμάτιο κι έβαλε να δει ταινία. Αυτός ήθελε να ακούσει my dying bride. Έκλεισε την πόρτα.

            Αργότερα, ήρθε να του ανακοινώσει πως πάει για ύπνο. Την καληνύχτισε. Σκέφτηκε πως εκείνη τη μέρα, δεν αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες. Έβαλε ακόμα ένα ποτήρι, συνέχισε να ακούει μουσική και κοίταγε επίμονα αυτούς τους μαύρους πίνακες.  
                Τι θα μπορούσε να κάνει άραγε;
                Έστριψε ακόμα ένα τσιγάρο και το κάπνισε.




Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Fight club





Θα τον συναντούσα στην πλατεία λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Καθώς πλησίαζα, είδα πως υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση εκεί. Υπήρχαν παιδιά στις κούνιες, μαμάδες που κάθονταν στο παγκάκι απέναντι να τα προσέχουν, κάποια αλάνια που μαλώνανε δυνατά, και τα αδέσποτα σκυλιά που αλήτευαν συμπληρώνοντας με την παρουσία τους την εικόνα του τοπίου. Έδειχνε να μην επηρεάζονται οι μεν από τους δε και συνυπήρχαν όλοι τους αρμονικά.  Παρόλο που ήταν βράδυ, είχε αρκετή ζέστη και υγρασία. Υπήρχε επίσης ένα περίπτερο – όπως σε κάθε πλατεία – και απέναντι απ’ αυτό, ένα καφενείο με 2-3 ρωσίδες, 3 θαμώνες μεσήλικες με τα ρούχα της δουλειάς που έπιναν ουίσκι “μπόμπα”, ακούγοντας  σκυλάδικα στη διαπασών.  Ευτυχώς όμως, ο η ηχορύπανση αυτή δεν γινόταν ιδιαίτερα αισθητή στην πλατεία.
Προχώρησα, πέρασα τις κούνιες, τις μαμάδες, τα αλάνια και είδα τον Αλέξη να κάθεται λίγο πιο πέρα σε ένα παγκάκι. Αφού χαιρέτησα πρώτα τον Ρόσι, ένα χάσκι με νοημοσύνη αρκετά μεγαλύτερη απ’ αυτή των ανθρώπων κι αφού απομακρύνθηκε να αλητέψει λίγο πιο πέρα, κάθομαι στο παγκάκι δίπλα στον τσάτσο. Έτσι λέγαμε ο ένας τον άλλο, γιατί όπως συνήθιζε να λέει, σ’ αυτόν τον κόσμο είναι γεννημένοι όλοι τσάτσοι, μπάτσοι και ρουφιάνοι. Κι εσύ τι είσαι, τσάτσος δεν είσαι; Λέγαμε ο ένας στον άλλο πειραχτικά.  Ρωτάω λοιπόν για πιόμα.
«Τι θα γίνει, θα πιούμε τίποτα;»
«Κάνε ό,τι θες. Δεν έχω μια. Μου είπε όμως ένας μάγκας πως σε λίγο θα παίξει κάνα τσιγάρο.»
«Καλά, μέχρι να παίξει, πάω να πάρω καμιά μπύρα»
«Εδώ, αν θέλεις καμιά μέρα να φας πολύ ξύλο, αλλά πολύ ξύλο, πήγαινε και πες τους “γαμιέται ο ολυμπιακός και το Καραϊσκάκη”. Θα σε στείλουν στην εντατική. Σπασμένες μύτες, πλευρά και ό,τι άλλο θες. Λέω να το κάνω καμιά μέρα, να με βγάλουν και από τον κόπο. Και θα τους πω ακόμα περισσότερα μπας και με αφήσουν στον τόπο. Πού ξέρεις, μπορεί να ‘μαι τυχερός.»
«Ωραία ρε, θα το έχω υπόψη. Πάω να φέρω τις μπύρες»
Επιστρέφοντας, μου δείχνει έναν ωραίο κόπρο και μου λέει: «Τον ξέρεις αυτόν; Αυτός είναι ο Προκόπης. Βλέπεις πως είναι κουρεμένος; Μια χαζή γκόμενα πήγε και τον κούρεψε και έχει μελαγχολήσει το σκυλί. Και πριν λίγο καιρό, κάποιοι μαλάκιες είχανε φέρει ένα πίτμπουλ  και το είχανε αφήσει να τον ξεσκίσει τον καημένο τον Προκόπη – έτσι, για πλάκα. Τον βρήκε αυτή η γκόμενα να κείτεται αναίσθητος σε μια λίμνη από αίμα. Τον μάζεψε, τον πήγε σε κτηνίατρο, τον έραψαν, και μετά από 2 μήνες τον άφησε ξανά στην πλατεία. Αυτή του βάζει τροφή και νερό.»
«Μα τι μαλάκες είναι τούτοι; Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;»
«Γιατί είναι μαλάκες»

Συζητούσαμε και πίναμε μπύρες, ώσπου ένα αλάνι μας πλησίασε και μας πέρασε το τσιγάρο – έτοιμο, στριμμένο. Πήραμε τις τζούρες μας, χαλαρώσαμε, κι ένα αέρινο πέπλο σκέπασε τη βραδιά, κάνοντάς μας να βλέπουμε ό,τι υπήρχε γύρω, διαφορετικά, με μια πιο γλυκιά διάθεση. Κι έτσι όπως ήμασταν συνεπαρμένοι στο όνειρό μας, είδαμε 2 τύπους με γάντια του μποξ να παίζουν ξύλο. Άγρια μπουκέτα στα μούτρα, στα πλευρά και όπου αλλού έβρισκε. «Τους βλέπεις αυτούς;» μου λέει ο Αλέξης, «έτσι κάνουν κάθε βράδυ. Πίνουν κάνα τσιγάρο και πλακώνονται στα μπουνίδια. Κανονικό fight club. Πήγαινε πες τους για τον ολυμπιακό να δεις.»
«Άσε τώρα, δεν είμαι σε φάση. Προτιμώ να τους παρακολουθώ από δω.»
«Έτσι την περνάω κάθε μέρα. Πού θα βρεις καλύτερα; Σαν να είναι όλα βγαλμένα από κομμάτι του Tom Waits…»
«Ή από κάνα διήγημα του Bukowski»
«Γι’ αυτό σου λέω, τι μπαρ και μαλακίες. Δεν πάω πουθενά. Δες, δες τα παιδιά. Ω, μαλάκα…!». Εκείνη την ώρα πέσανε κάτι δυνατά μπουκέτα και ο ένας από τους δύο ζαλίστηκε και έπεσε κάτω. Ο άλλος, σαν γνήσιος μποξέρ του δρόμου, τον άφησε. Άλλωστε, αυτό ήταν κάτι σαν “προπόνηση” και δεν ήθελαν να σκοτωθούν μεταξύ τους.
«Λοιπόν, τι λες;»
«Είναι απίστευτοι οι τύποι!»
«Κάτσε, σε λίγο μπορεί να παίξει κι άλλο τσιγάρο»
«Γαμώ! Πάω να φέρω καμιά μπύρα. Την ήπιες τη δικιά σου;»
«Ναι. Πες του να κεράσει και καμία γιατί δεν θα  σου μείνει φράγκο.»

Εν τω μεταξύ, στην άλλη γωνία παρέμεναν οι μαμάδες με τα παιδάκια στις κούνιες και κανείς δεν ενοχλούνταν από κανέναν. Σιγά σιγά όμως, άρχισαν να αποχωρούν. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είχε περάσει η ώρα και ήταν αργά. Έτσι, στην πλατεία μείναν μόνο τα αλάνια. Και ήρθαν κι άλλοι μετά. Και από τους άλλους που ήρθαν, ένα γνήσιο αλκοόλι την πέφτει στο Ρόσι. «Τι όμορφος που είναι! Πώς τον λένε;» και άρχισε να τον χαϊδεύει και τα ρέστα. Και ο Αλέξης – που μάλλον τον ήξερε – του λέει: «Τι λες ρε μαλάκα; Λες και τον βλέπεις πρώτη φορά.». Έτσι λοιπόν, το αλκοόλι του απαντάει: «Εχθές με σταμάτησαν οι μπάτσοι και με ρωτούσαν να τους πω στοιχεία. Δεν θυμόμουν τίποτα. Με ρωτάνε “πώς σε λένε, πού μένεις” τίποτα εγώ. Σιγά μη θυμάμαι το σκύλο σου. Εδώ ξέχασα το όνομά μου» Kαι το εννοούσε. Έπειθε και το παρουσιαστικό του, και οι κινήσεις του, και ο τρόπος που μιλούσε. Και βεβαίως, τα χνώτα του. Σκότωναν ελέφαντα σε απόσταση χιλιομέτρου. Τον αφήσαμε και πήγαμε παραπέρα.

«Το θυμάσαι το καφενείο αυτό;» με ρωτάει ο Αλέξης
«Ε, βέβαια…»
«Την πρωτοχρονιά είχα πάει εκεί. Παίζανε σκυλάδικά. Κάθομαι να πιω ένα ουίσκι, μπόμπα. Ήταν τότε που είχε βγάλει ο David Gilmour το “on an island” με το Καστελόριζο, ξέρεις. Πηγαίνω σπίτι και φέρνω το cd και τους λέω να το βάλουν. Το βάζουν να παίξει και αντί να ξενερώσουν, γουστάρουν. Και αυτός ο μαλάκας που έχει το μαγαζί, λέει να το δυναμώσουν και με κερνάει ακόμα μια μπόμπα. Έχω γίνει λιώμα και με κερνάει και τρίτο. Μετά είχα γίνει σκατά και παραγγέλνω ένα ακόμα και… τίποτα.»
«Έλα ρε, άφησαν να παίξει το cd
«Ναι, και το ακούσαμε όλο! Underground ρε μαλάκα, πιο πολύ δε γίνεται»
Εκείνη την ώρα, ένα αλανάκι γύρω στα 17 μας λέει πως θα πάει για μπύρες με το μηχανάκι. Είχε κλείσει το περίπτερο. Τον ρωτάμε για κάνα τσιγάρο και λέει πως θα μας φτιάξει. Του δίνουμε λεφτά για μπύρες, παίρνει και από τους άλλους παραγγελία και φεύγει. Σε λίγο επιστρέφει με τις μπύρες και μας δίνει κι ένα τσιγάρο. Μόρτης ο πιτσιρικάς. Το πίνουμε κι αυτό.
Εν τω μεταξύ, οι άλλοι οι “παλαιστές του δρόμου” συνέχιζαν τα μπουνίδια τους, κι ένας πιτσιρικάς έκανε βόλτες με το ποδήλατό του και γυρόφερνε τους χασικλήδες. Ήταν - δεν ήταν - οχτώ χρονών. Δεν τον έδιωχνε κανείς. Κανείς δεν τον αναζητούσε. Ήταν της πλατείας. Η ώρα ήταν τέσσερεις. Ήρθε και μίλησε και σε μας. Καλό παιδί, διαλυμένη οικογένεια, τα γνωστά. Από μικρός στα δύσκολα. Καλή τύχη μάγκα.

Η παρέα θα συνέχιζε μέχρι το πρωί, αλλά εγώ ήμουν ήδη κομμάτια. Χαιρετάω τον τσάτσο και τα αλάνια και πάω να βρω ελεύθερο ταρίφα.
Το αστυνομικό τμήμα ήταν 2 στενά παρακάτω. Δεν μας ενόχλησε κανείς. Σκέφτηκα μήπως αναβίωνα τη δεκαετία του ’80, αλλά είχαμε 2011. Επιστημονικής φαντασίας αριθμός. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ή μάλλον τότε, μας μπουζουριάζανε ομαδικά. Τώρα, ποιός ξέρει γιατί κάνανε τα στραβά μάτια. Μας βόλευε όμως αυτό και δεν κάτσαμε να το αναλύσουμε. Θα μας καταστείλουν και πάλι σε ανύποπτο χρόνο, όπως κάνουν πάντα.
Άλλωστε, όλη αυτή η παρέα – μαζί και τα σκυλιά – είναι οι πιο αντιδραστικοί, ασυμβίβαστοι και οργισμένοι επαναστάτες που εναντιώνονται στο σύστημα και στο μικροαστικό τρόπο ζωής, αδιαφορώντας ακόμα και για τις ίδιες τις ζωές τους. Και ας μη το κάνουν συνειδητά. Κι αν είσαι μάγκας και σου κοτάει, κάνε πως πλησιάζεις την πλατεία…
Σταματάω έναν ταρίφα και του λέω: Κορυδαλλό.
«Μέσα;» με ρωτάει…











Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

αλλά, αυτόν τον καιρό...


Ώρες ώρες νομίζω πως τρελαίνομαι
Ώρες ώρες, νομίζω πως τρελαίνομαι  
Αυτόν τον καιρό ζωγραφίζω, παίζω με τα χρώματα, καταστρέφω τον τόνο τους για να φτιάξω μια απόχρωση, που ανάθεμα με, δεν ξέρω να την ξαναφτιάξω. Γι’ αυτό είναι μοναδική.
Ε, και;
Αυτόν τον καιρό παίρνω παλιά βιντεάκια και τους κάνω μοντάζ.
Αυτόν τον καιρό, διαβάζω μπλογκ φίλων.
Αυτόν τον καιρό, ακούω μουσική
Αυτόν τον καιρό, παίζω μουσική
Αυτόν τον καιρό μελετάω βιογραφίες ζωγράφων
Αυτόν τον καιρό βλέπω ταινίες
Αυτόν τον καιρό…
Αυτόν τον καιρό διαβάζω βιβλία, αλλά
Αυτόν τον καιρό, νομίζω πως τρελαίνομαι
Αυτόν τον καιρό, νομίζω πως τρελαίνομαι
Αυτόν τον καιρό
Αυτόν τον καιρό,
Δεν μπορώ να γράψω τίποτα
Αυτόν τον καιρό, δεν μπορώ να γράψω τίποτα
Αυτόν τον καιρό δεν μπορώ να γράψω τίποτα
Τίποτα
Τίποτα
Δεν μπορώ να γράψω τίποτα
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΤΙΠΟΤΑ!
ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΡΕ; ΤΙΠΟΤΑ! ΤΙΠΟΤΑ! ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ!!!
Και το ξέρω πως δεν είμαι καλά
Και το ξέρω πως τρελαίνομαι
Και το ξέρω πως δεν είμαι καλά
Και το ξέρω πως τρελαίνομαι
Και τρελαίνομαι
Και τρελαίνομαι
Και τρελαίνομαι
Και τρελαίνομαι
ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ!!!
Αλλά αυτόν τον καιρό δεν μπορώ να γράψω τίποτα

Σκατά γαμώ την τρέλα μου γαμώ
Ξέρεις πώς είναι να τρελαίνεσαι και να μην μπορείς να γράψεις τίποτα;
Ξέρεις ρε;
Λέγε ρε, ξέρεις;
Το ‘χεις νιώσει ποτέ;
Το ‘χεις ζήσει;

Αλλά όσο κι αν η τρέλα αρρωσταίνει τον μυαλό μου
Εξακολουθώ
να μην μπορώ να γράψω τίποτα.

Σκατά ρε
Σκατά
Σκατά!

Και αυτόν τον καιρό πίνω περισσότερο από ποτέ
Και αυτόν τον καιρό καπνίζω περισσότερο από ποτέ
Και αυτόν τον καιρό τρελαίνομαι περισσότερο από ποτέ
Και αυτόν τον καιρό πεθαίνω κάθε μέρα – όπως παλιά
Αλλά αυτόν τον καιρό δεν μπορώ να γράψω λέξη.
 Ούτε μια λέξη
Ούτε
Μια
Λέξη
Έστω
Μια
Μόνο
μια
λέξη
.

.

.




Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Σπάζοντας τα δεσμά



Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν κοιμόμουν νωρίς.
Ούτε τότε που έπρεπε να ξυπνάω στις έξι το πρωί.
Έπρεπε να βρω τρόπο να αποβάλω την ένταση
να ξεφύγω.
Ο τρόπος ήταν πάντα ίδιος.
Έπινα πέντε με έξι μπύρες, ίσως και κάτι άλλο ενδιάμεσα
κι έπειτα έπιανα το πληκτρολόγιο και κοπανούσα λέξεις.
Λέξεις πουτάνες, λέξεις χτυπητές
λέξεις που με τέτοια συνοχή δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.
Λέξεις μοναδικές, δικές μου λέξεις
ποιήματα και πρόζα
για να μπορέσω να αλαφρώσω απ’ αυτές.
Για να μπορέσω να κοιμηθώ
αυτές τις δυο τρεις ώρες που μου απόμεναν
ήσυχος.
Κι ας ήταν αβάσταχτο το πρωινό ξύπνημα.
Ένιωθα πως μπορώ
και πως κάποτε, θα τα καταφέρω, θα δραπετεύσω
και δεν θα είμαι δέσμιος
πουθενά.

Τελικά είχα δίκιο.
Δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
Αυτό έπρεπε να κάνω.
Αυτό έκανα.
Κι όντως
τα κατάφερα.

Γεια σας τώρα.
Είμαι ελεύθερος.
Δεν με πιάνεις.
Δεν με πιάνει κανείς.
Είμαι αέρας.
Φύσηξα, έφυγα
Γειαααα…

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

2 για το χειμώνα που έρχεται...

Van Gogh

Όπως όλοι…

Όπως όλοι οι Ποιητές
μιλούν για τον «Ποιητή»,
έτσι κι εγώ τους αντιγράφω


Τι άλλο μπορεί να κάνει ένας ποιητής…

Μα είναι ωραίο
να κάθεσαι στη σκοτεινή σου κάμαρα
και να παρακολουθείς το χειμώνα που έρχεται
Βίαια
Συναρπαστικά
Ωραία!

Αλλά αυτό
που σαν λεπτό χαλίκι χτύπαγε τους τοίχους,
ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν

Οι κρότοι, τα βουητά, η βροχή…
Μα ποιοι ηλίθιοι επιτέλους αγαπούν το καλοκαίρι;





Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ζαχαροπλάστης και το δεκαχίλιαρο



Θυμάμαι μια φορά, μικρός σαν ήμουνα, την εποχή των δραχμών, που η μάνα μου με είχε στείλει στο ζαχαροπλαστείο στη γωνία, να πάρω κάτι γλυκά γιατί περιμέναμε επισκέψεις. Δεν είχε ψιλά κι έτσι μου έδωσε ένα χαρτονόμισμα, το μεγαλύτερο της εποχής, δεκαχίλιαρο και μου είπε να προσέχω τα ρέστα.

Πήγα λοιπόν στο ζαχαροπλαστείο, παρήγγειλα ό,τι μου είχε πει και περίμενα. Μόλις τα ετοίμασε, μου ζήτησε να πληρώσω και του έδωσα το χαρτονόμισμα. Τότε λοιπόν είδα έκπληκτος να βγάζει ένα σωρό χαρτονομίσματα, όλων των ειδών και κέρματα ακόμα! Τόσα πολλά μαζεμένα, δεν είχα δει ποτέ. Έξι – εφτά χιλιάρικα, μερικά πεντακοσάρικα, λίγα κατοστάρικα και πολλά κέρματα. Εκείνη την ώρα, νόμισα πως είχε κάνει λάθος και μου έδωσε ό,τι λεφτά είχε στο ταμείο! Μια χαρά πλημύρισε το πρόσωπό μου και έκρυψα συνωμοτικά ένα χαμόγελο. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα, γίναμε πλούσιοι. Και συν τοις άλλοις, μου έδωσε και τα γλυκά που είχα παραγγείλει. Τα αρπάζω με μανία και τρέχω στο σπίτι γεμάτος χαρά. «Μαμά, μαμά, τρέχα να δεις! Γίναμε πλούσιοι!»
«Τι έγινε Χρήστο, πώς γίναμε πλούσιοι;»
«Να, κοίτα δω λεφτά!»
Όπως ήταν φυσικό, η μάνα μου γέλασε και μου εξήγησε με υπομονή πως όλα αυτά τα λεφτά που μου έδωσε ο ζαχαροπλάστης, ήταν μικρότερης αξίας του δεκαχίλιαρου που μου είχε δώσει και μετρώντας τα, βρήκε πως τα ρέστα ήταν σωστά. Δεν μας είχε κοροϊδέψει, δεν είχε κάνει λάθος, έδωσε απλά τα ρέστα. Η χαρά εξαφανίστηκε από το πρόσωπό μου και συνειδητοποίησα το λάθος μου. Κι έτσι δεν γίναμε πλούσιοι ποτέ.
Τι κρίμα… Η μοναδική ευκαιρία που είχαμε να γίνουμε πλούσιοι, εξαφανίστηκε με την παιδική μου αφέλεια.


Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τα στοιχειά

Van Gogh

Οι άνθρωποι φοβούνται τη μοναξιά και το θάνατο
Είναι στοιχειά που αιχμαλωτίζουν την ψυχή τους
Δεν μπορούν να συμφιλιωθούν

Όταν αυτά τους επισκέπτονται
γίνονται μίζεροι, αποκρουστικοί 
μάταια προσπαθώντας να ελευθερωθούν

Κλείνουν τα μάτια 
δημιουργούν αυταπάτες
και διαλαλούν περίτρανα τον «ύμνο της ζωής»

Δεν καταλαβαίνουν τους ποιητές
Δεν μπορούν να καταλάβουν πως
 η μοναξιά είναι συνώνυμο της δημιουργίας
και πως μόνο οι ζωντανοί μπορούν
να μιλήσουν για θάνατο
καθώς οι νεκροί ερμητικά σιωπούν

Έπειτα θαυμάζουν το έργο των ποιητών
αποστασιοποιημένοι
πιστεύοντας πως ο κόσμος τους είναι φανταστικός
και πως όλα αυτά συμβαίνουν
στο παρανοϊκό μυαλό τους

Δεν τους συμμερίζονται
Δεν τους αντέχουν
Ζωντανεύουν τα στοιχειά τους

Και τα ποιήματα που νομίζουμε πως γράφουμε…
Η μοναξιά τα γράφει
Εμείς ακολουθούμε

Κι ο θάνατος…
Δε σας έχω πει γι’ αυτόν τον άθλιο γεράκο;


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Απειλή

Τον τελευταίο καιρό ένα βουητό έχει κυριέψει τα αυτιά μου.
Νόμιζα πως ήταν για λίγο, πως θα έφευγε
Αυτό όμως, επίμονο σαν τρέλα, δεν έλεγε να με αφήσει.
Όλο δυνάμωνε. Δυνάμωνε. Δυνάμωνε.
Ώσπου μια μέρα που σηκώθηκα το πρωί,
δεν άκουγα τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό.
Είχε κυριέψει κάθε ήχο.
Είχε κυριέψει το κεφάλι, το νου,
και όλο δυνάμωνε,
αργά,
πολύ αργά
μα σταθερά.

Δεν ήξερα τι να κάνω.
Τα είχα παντελώς χαμένα.
Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που σταδιακά έχανα τόσο καιρό.
Η ακοή ή τα λογικά μου;

Δεν έχει και τόση σημασία θαρρώ.
Το ξέρω πως θα γίνει.
Το περιμένω.
Θα φτάσει σε τρομερά επίπεδα και θα συνεχίσει,
θα συνεχίσει έως ότου το κεφάλι μου εκραγεί
και τα μυαλά μου σκορπήσουν παντού
σαν λάβα ηφαιστείου.

Γι’ αυτό προσέχτε,
προσέχτε καλά.
Μείνετε όσο πιο μακριά μπορείτε.
Κι αν κάνω πως σε πλησιάζω (πράγμα απίθανο)
Τρέξε, τρέξε να σωθείς
Και μη κοιτάξεις πίσω.
Ποτέ.
Για κανένα λόγο. 





Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Λίγη βροχή


Τον βαρέθηκα αυτόν τον ήλιο
Θέλω βροχή!
Γκρίζες μέρες
ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους
στο κέντρο της πόλης
Να μη θυμάσαι κανέναν
Να μη σε θυμάται κανείς
Να τρέχουν όλοι κάπου να κρυφθούν
Να χάνεσαι ανάμεσά τους
Να μένεις στη βροχή
Να ανασαίνεις βροχή
Να ανασαίνεις ελευθερία
Λύτρωση
σαν φανεί ξανά ο ήλιος
και με ένα κύμα δροσιάς,
ακολουθήσεις τον άνεμο
και χαθείς

Μια μικρή παρουσίαση...

 Η νέα μου λογοτεχνική δουλειά «ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ» κυκλοφορούν από εμένα και τις εκδόσεις Γαβριηλίδης,  στα κεντρικά βιβλιοπωλεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης και οπουδήποτε αλλού κατόπιν παραγγελίας.
Το βιβλίο διατίθεται και από το site του εκδότη σε μορφή pdf, για όποιον θελήσει να το διαβάσει ηλεκτρονικά: http://www.gavrielidesbooks.gr/showebook.aspx?vid=1289  για να αποκτήσει μια πλήρη εικόνα πριν αποφασίσει να το αποκτήσει σε έντυπη μορφή.

O τίτλο, είναι εμπνευσμένος από την τελευταία επιστολή του Κ. Καρυωτάκη «…Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. (…)Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγόμενου.»  κι από ένα ταξίδι στην Κρήτη που το πέρασα σχεδόν ολόκληρο στην πρύμη, αγναντεύοντας τον ορίζοντα και τα αφρόνερα που αφήνει πίσω το πλοίο, κάνοντας αλλόκοτες σκέψεις.
Είναι μια σειρά από ποιήματα και πεζά που διαδέχονται το ένα το άλλο, για να καταλήξουν στο τελευταίο ομώνυμο διήγημα, ολοκληρώνοντας το συνειρμό και τη συνολική εικόνα του βιβλίου.

παραθέτω κάποια από τα ποιήματα του βιβλίου
Η παράνοια και η διάνοια
τρέφονται από το ίδιο πιάτο:
έναν ευφυή νου
που δεν ανέχεται
κατεστημένο και δεδομένα
γι’ αυτό και τα ανατρέπει



Η συντροφιά του ποιητή

Καθώς μόνος στο δωμάτιο όπως πάντα,
δες… πιο κει ο Van Gogh μου χαμογελάει
και από την άλλη ο Hendrix και  ο Marley
πώς ο καθένας τους αφηρημένα
το βλέμμα γέρνει και κοιτάει…
κι ο Καρυωτάκης που πάντα δίπλα μου κάθεται
ενώ ο Zacques Prevert ανάβει ένα τσιγάρο
κι ευγενικά, βγάζει να μας προσφέρει.
Ο Poe μας σερβίρει ακόμα ένα ποτηράκι
και ο Baudelaire  στοχάζεται
πόσο οι εποχές έχουν αλλάξει
και πόσο οι άνθρωποι, ίδιοι πάντα μένουν.

Ρουφάω το κρασί μου
και παίρνω την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο.

Και η κιθάρα απέναντί μου…
Ω! η κιθάρα
που τη μαγεία της να μου χαρίσει αδημονεί
καθώς το Reflections του Χατζιδάκι
γεμίζει με τις νότες του ετούτη τη βραδιά

Κανείς δεν μπορεί να έχει τη συντροφιά
που έχει ένας ποιητής σαν γράφει.


Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της.
Που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της εξουσίας…
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της
Φωτιά
      και βροχή
                  και ποίηση
                                και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!


Ὕμνος εἰς Ἑταίρα

Και είναι απίστευτο
όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
το φως και η χαρά στο πρόσωπο της
το σώμα που —δεν μπορεί—
γοργόνα θα ‘ταν που βγήκε στη στεριά
και η πανέμορφη θαλάσσια ουρά της
δύο ανθρώπινα πόδια έγινε
υπέροχα και μακριά
καθώς περήφανα τ’ ανοίγει
να σου επιδείξει – να σου χαρίσει πρόθυμα
το μεταξένιο φύλο της.

Και είναι απίστευτο
πως, όλη αυτή η ομορφιά
αυτής της γυναίκας
με το διαμαντένιο εφηβικό της στήθος
με τον υάκινθο λαιμό της
και τα μακριά ξανθά μαλλιά
που μούσα κάθε ποιητή μπορούσε να ‘ταν
κάθε γλύπτη και ζωγράφου ή μουσικού
και να στολίζει με τα δώρα της
—τη γύμνια της ψυχής της και του σώματος—
την τέχνη…

Και είναι απίστευτο
αυτή η γυναίκα
πώς την ομορφιά της χρησιμοποιεί…
κι όπως ποθητή απ’ όλους γίνεται
σε όλους να χαρίζεται απλόχερα
καθώς αδύνατο ν’ αντισταθεί κανείς
αιχμάλωτος,
πάντα θα υποκύπτει.

Και είναι απίστευτο
πως αυτή η γυναίκα
τον έρωτα ποτέ δε θέλησε
ούτε και την αγάπη
ή κι αν ποτέ απ’ τον έρωτα
ή την αγάπη,  είχε πληγωθεί…
αυτό το ‘χει θάψει βαθιά μέσα της
και μόνο στις ηδονές του σώματος
ως άμυνα αλλά,
με ακράδαντο όμως, πάθος
στους άντρες εχαρίστηκε
και άνοιξε γι’ αυτούς – για όλους τους
την αγκαλιά, τα χέρια της
τα πόδια, το αιδοίο
και με το στόμα της εσφράγισε
σφιχτά το μόριό τους
για να γευτεί – να πάρει πάνω της
όλη την ηδονή τους

Σαν μια αγία
που ήρθε να μας λυτρώσει
σπατάλησε τον εαυτό της
και από ‘μάς σκορπίστηκε.

Είναι η ομορφιά λοιπόν
κατάρα ή ευλογία;


Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία;

Πόσες φορές τη μέρα μπορεί να σκέφτεται
ένας συνηθισμένος άνθρωπος την αυτοκτονία;
Μια; Δυο; Τρεις;
Πέντε; Δέκα; Συνέχεια;
Ποτέ;
Δεν ξέρω.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχω εγώ
με έναν συνηθισμένο άνθρωπο;
Καμία.
Αυτό το ξέρω.
Έχω ένα περίστροφο που δεν το βλέπει κανείς.
Έτσι, κάθε που έρχομαι σε άβολη θέση
κάθε που το μυαλό μου μια περίεργη σκέψη κάνει
εμφανίζεται στα χέρια μου.
Το βάζω στον κρόταφό
ή στο στόμα
και πατάω τη σκανδάλη.
Άλλες φορές το προτιμώ πιο επώδυνο.
Με ένα μεγάλο μαχαίρι, κόβω τις φλέβες
πρώτα του αριστερού χεριού
μετά του δεξιού
κι έπειτα το χώνω στο στομάχι
και το αφήνω εκεί.
Ωραία πόζα, δεν μπορείς να πεις…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τρόπος
που πιο σπάνια σκέφτομαι.
Όταν κοιτάω το φωτιστικό
τη λάμπα εκεί πάνω
ένα αόρατο σχοινί υπάρχει.
Το περνάω στο λαιμό μου
αφήνομαι
και τέλος.
Τα γνωστά.

Δεν ξέρω πόσες φορές τη μέρα μπορεί να κάνω κάτι τέτοιο
αλλά πάντα καταφέρνω κι επιζώ
την επόμενη κιόλας στιγμή.
Ένας θάνατος δίχως όρια εκτονώνεται
κι έρχεται θριαμβικά νικήτρια
η πουτάνα αυτή.
Η ζωή ντε…
Κι εκείνη η αράχνη που δεν έφυγε ποτέ απ’ τη γωνία…
Τι να παραμονεύει άραγε;



Χρήστος Ζάχος



http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/2011/11/blog-post_17.html