Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Μύκητας ερυσίβη της σίκαλης

Διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος

Υπήρχε κάποιο σπίτι κι εκεί μπροστά, μια γούβα με νερό. Κάποιοι βρίσκονταν μες τη γούβα κι άλλοι έξω. Δεν τους ήξερα όλους, σίγουρα ήξερα κάποιους, αλλά μέσα σε αυτή τη συνθήκη, δεν είχε σημασία τίποτα. Κι εκεί, μπροστά από το σπίτι, ένα παράθυρο με ένα μικρό μπαλκόνι. Θέλησα να σκαρφαλώσω εκεί και το έκανα χωρίς να το πολυσκεφτώ, με ακολούθησε κι ένας φίλος. Ίσως μάλιστα και αυτός να μου το πρότεινε. Νεαροί τότε, όλοι στην ίδια ηλικία, λίγο πριν ή μετά τα 18. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη στιγμή, αφού ανεβήκαμε στο μπαλκόνι, όλοι με είδαν σαν το φάντασμα του Jim Morrison. Του έφερνα λίγο εμφανισιακά, αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Είχαμε όλοι πιει και όλοι με παρότρυναν να παίξω το ρόλο. Το έκανα αβίαστα. Άρχισα να απαγγέλλω τους στίχους του Τέλους, και όλοι εκεί, κάτω από το μπαλκόνι, να παρακολουθούν και να με προτρέπουν να συνεχίσω. Το σκηνικό ήταν ήδη έτοιμο. Έπαιζα τον  lizard king  και αυτοί τους θαυμαστές του. Κάποιοι τον προσκυνούσαν και όλοι ξέραμε πως είναι ψέμα, αλλά επίσης γνωρίζαμε πως κανείς δεν θα βγει ζωντανός από κει. Μας έμενε μόνο να το ζήσουμε. Ξεκίνησα να απαγγέλλω: This is the end beautiful friend, this is the end, my only friend the end…

Η παράσταση είχε τελειώσει και οι ζητωκραυγές ήταν μεγάλες. Με κάποιο τρόπο, όμως,  έπρεπε να κατεβούμε από το μπαλκόνι. Και όντως, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει κανείς πώς, τα καταφέραμε! Κι έτσι, εγώ με το φίλο, μετά από όλον αυτό τον θρίαμβο, θελήσαμε να βρεθούμε μέσα στη γούβα με το νερό. Κάποιο ψήγμα συνείδησης της φαινομενικής ανυπόστατης πραγματικότητας που μπορούσαμε ακόμα να αντιληφτούμε, μας έλεγε πως θα έπρεπε να απαλλαγούμε από τα ρούχα για να το καταφέρουμε. Για κάποιους πρακτικούς ίσως λόγους, που δεν ήμασταν σε θέση και δεν μας ενδιέφερε να εξηγήσουμε. Μπήκαμε λοιπόν μες το σπίτι και αναζητήσαμε αυτό το άλλο. Μόνο που κανείς δεν θυμόταν το λόγο που κατεβήκαμε κάτω, ούτε τον αρχικό μας σκοπό. Ρωτήσαμε τότε ό ένας τον άλλο, αλλά απάντηση δεν είχε να δώσει κανείς. Και τώρα τι κάνουμε; αναρωτηθήκαμε. Ας ανέβουμε ξανά πάνω στην επιφάνεια και βλέπουμε, είπε κάποιος από τους δύο. Τα βήματά μας όμως, ήταν σαν αυτά του αστροναύτη. Έτσι αιωρούμασταν μεταξύ κάθε βήματος και ο χρόνος που διήρκησε για να ανεβούμε ξανά στην επιφάνεια, ήταν αντιστρόφως ανάλογος του σχετικού.

Φαίνεται πως κάποια στιγμή τα καταφέραμε, αλλά στο προθάλαμο του σπιτιού, υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέπτης. Αυτό μου τράβηξε τόσο την προσοχή που, χωρίς να το θέλω, στάθηκα μπροστά του. Ουσιαστικά, δε στάθηκα εγώ μπροστά του, ο καθρέπτης με σταμάτησε και με καθήλωσε εκεί, ανήμπορο να αντιδράσω. Τότε, αυτό που αντίκρισα, με γέμισε τρόμο και αγονία.  Δεν ήταν το είδωλό μου, ή ίσως και να ήταν, αλλά σε πολύ νεαρή ηλικία – παιδική. Το μέγεθος, το πρόσωπό μου και όλα μου τα χαρακτηριστικά, είχαν εξωπραγματικά μικρύνει. Έβλεπα ένα παιδί σε ηλικία 5 με 6 χρονών. Έπειτα πρέπει να συνέχισα να μικραίνω. Προσπάθησα να αρθρώσω κάποιες λέξεις, αλλά δεν τα κατάφερα. Είχα ξεχάσει την ομιλία και το μόνο που μπορούσα να πω, ήταν φθόγγοι και φωνήεντα κάποιου που δεν έχει μάθει ακόμα να μιλάει. Μα γνώριζα καλά πως μπορούσα να μιλήσω κι έτσι, προσπάθησα πάλι. Κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο που έβγαινε από το στόμα μου ήταν άναρθρες κραυγές και κομπιάσματα με το είδωλό μου να είναι ένα παιδί. Τότε ήταν που σιγουρεύτηκα πως ήμουν πολύ μικρός, νήπιο και δεν γνώριζα απολύτως τίποτα. Ούτε γλώσσα, ούτε κόσμο, ούτε τίποτα. Αυτή μου η κατάσταση μου προκάλεσε ανησυχία και φόβο κι έτσι αποφάσισα να αφήσω αυτόν τον πνιγερό καθρέπτη και να ανέβω πάνω, εκεί που βρίσκονταν και οι υπόλοιποι, για να πάρω ανάσα. Ή καλύτερα, ο καθρέπτης με άφησε να συνεχίσω. Είχε επιτελέσει το έργο του.

Βγαίνοντας στην επιφάνεια, μια άλλη αίσθηση ήρθε να με καταβάλλει. Σαν η πραγματικότητα γύρω μου, να υπήρχε κυματιστή. Σαν να βρισκόμουν κάτω από το νερό και όλα πάλλονταν και κινούνταν αργά. Όλα κυματιστά, το σπίτι, οι άνθρωποι, η φύση, τα πάντα γύρω μου. Και δεν είχα βουτήξει στη γούβα. Τα παρατηρούσα για κάμποσο, δεν άλλαζε κάτι. Ένιωσα ναυτία και κάθισα σε ένα σκαλοπάτι. Αφέθηκα. Συνέχισε να συμβαίνει το ίδιο. Κάποιοι ίσως να μου μιλούσαν, σε κάποιους ίσως προσπαθούσα να μιλήσω. Κανένα αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί να κράτησε – ποιος ξέρει για πόσο – κι έπειτα εξαφανίστηκα.

Εμφανίστηκα ξανά στο σπίτι το οποίο έμενα και μάλιστα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, να έχω βάλει μουσική στα αυτιά μου και να παρατηρώ το ταβάνι. Βρισκόμουν σε πλήρη ακινησία και η μουσική έπαιζε περίεργα παιχνίδια με το νου. Πρέπει να άκουσα την αγαπημένη μου κασέτα, αλλά ήταν σαν να την ακούω για πρώτη φορά. Με εντυπωσίασε πολύ. Το κάθε όργανο, η φωνή του τραγουδιστή, η αίσθηση πως παίζουν για μένα και μόνο, η προσωπική μου ορχήστρα, η ψυχεδέλεια. Έπειτα δεν άκουγα αυτό που έπαιζε η κασέτα, είχε αλλάξει, και μια μουσική τύπου καμπαρέ ή τσίρκου, είχε κατακλείσει το άκουσμά μου. Τα αστέρια που κοιτούσα στο ταβάνι, έγιναν χορεύτριες καν καν κι έφτιαξαν έναν κύκλο και κατέβηκαν να χορέψουν γύρω από το κεφάλι μου κουνώντας τα υπέροχα πόδια τους πάνω – κάτω. Τις απολάμβανα αποσβολωμένος μέχρι να τελειώσουν το νούμερό τους κι έπειτα… ησυχία. Απόλυτη σιγή.

Έμεινα αδρανής για κάμποσο κι αισθανόμουν γεμάτος από ενέργεια. Τρομερή ενέργεια. Δεν τολμούσα να κάνω κίνηση καμιά. Φοβόμουν αυτή την ενέργεια. Σκέφτηκα, πώς θα ήταν να  προσπαθούσα να κινήσω το μικρό μου δάχτυλο του δεξιού χεριού. Έτσι, από περιέργεια, να δω τι θα γίνει. Και το επιχείρησα – και αυτό που είχε ως αποτέλεσμα, ήταν να νοιώσω πως, ένα τριαξονικό φορτηγό, με τρομερά μεγάλη ταχύτητα, περνάει από πάνω μου! Απίστευτη αίσθηση. Τρόμος και καύλα. Έπειτα είπα να το επαναλάβω, να δω αν θα συμβεί το ίδιο. Το ίδιο! Το είδα σαν παιχνίδι και το επανέλαβα κάποιες φορές. Έπαιζα με αυτό και δοκίμαζα τα όριά μου. Τα αποτελέσματα, γνωστά. Κάθε φορά το ίδιο. Η ίδια ένταση, όλα. Αν μόνο η κίνηση του μικρού μου δάχτυλου προκαλούσε κάτι τέτοιο, τότε, πώς θα ήταν να επιχειρήσω μια μεγαλύτερη κίνηση. Στην ιδέα και μόνο τρόμαξα και είπα να το αφήσω. Αφέθηκα στην ασφάλεια της γνωστής μου ακινησίας.

Παρέμεινα ξαπλωμένος με όλες τις αισθήσεις τεντωμένες και δεν έκανα τίποτα. Το φορτηγό σταμάτησε να περνάει από πάνω μου. Ησύχασα για λίγο έτσι. Μετά σκέφτηκα, τι επιπτώσεις μπορεί να έχει το να γυρίσω το κεφάλι μου προς μια κατεύθυνση. Αυτό θα ήταν τόλμημα μεγάλο. Παρόλα αυτά, το αποφάσισα και γύρισα το κεφάλι μου προς την άλλη μεριά του δωματίου. Χωρίς να προλάβω να συνειδητοποιήσω τίποτε, είδα τον εαυτό μου να μεταφέρετε στην άλλη μεριά ξαπλωμένος – έτσι ακριβώς όπως ήμουν. Έπειτα τον είδα να σηκώνεται, να κάθεται για λίγο στο κρεβάτι και να με κοιτάει κι έπειτα, να τρέχει, να φεύγει τρέχοντας από την πόρτα!

Σηκώθηκα και με κοίταξα. Έφυγα, είπα. Τώρα έχω φύγει για τα καλά. Δεν είχα καμία απορία. Τώρα μπορούσα να γνωρίζω τα πάντα. Είχα ήδη φύγει και δεν με ενδιέφερε τίποτα. Είδα τον εαυτό μου να τρέχει από την πόρτα – και αυτό ήταν αρκετό.


Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στον ύπνο. Έμαθα πως τίποτε δεν γνωρίζω – κι αυτό είναι μια αρχή. Ο προθάλαμος της φιλοσοφίας. Κάτι είχα καταφέρει. Έτσι, εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα ήσυχος μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο ονείρων και χρωμάτων. 


Οι πίνακες που κοσμούν το κείμενο, είναι δικοί μου από μια σειρά που είχα φτιάξει με θέμα την ψυχεδέλεια το 2012-13. Είναι όλοι ακρυλικά και πλαστικό σε καμβά με παράδοξη τεχνική - χορεύοντας ενόσω τα χρώματα ήταν νωπά κρατώντας στα χέρια τον καμβά. 
Δείτε εδώ κι εδώ



1 σχόλιο:

Χρήστος Αντισθένης Ζάχος είπε...

Την επόμενη μέρα έπρεπε να πάω στη δουλειά. Δούλευα τότε σε κάποια πιτσαρία και ήρθε ένας συνάδελφος να με πάρει. Ήμουν νωχελικός και χαμένος και του είπα πως είμαι άρρωστος και πως δεν θα μπορέσω να ανταπεξέλθω. Εκείνος με χλεύασε και μου είπε να αφήσω τις μαλακίες και να τον ακολουθήσω. Πράγμα το οποίο έκανα μηχανικά. Οι κινήσεις μου ήταν αργές, πολύ αργές.

Στη δουλειά έπρεπε να φτιάχνω τις πίτσες που ήταν έτοιμες από την προηγούμενη μέρα, το ζυμάρι και η σάλτσα, κι αυτό που έκανα εγώ, ήταν να βλέπω τις παραγγελίες, να πηγαίνω στο ψυγείο, να βγάζω την ημιτελή και άψητη πίτσα, να τη γεμίζω με τυρί και να τη δίνω στο συνάδελφο να βάλει τα υλικά και να τη δώσει στον ψήστη για να ψηθεί και να καταναλωθεί άμεσα. Μόνο που εκείνη την ημέρα γινόταν χαμός στη δουλειά και όλοι έτρεχαν κι εγώ τους έβλεπα σαν σε αργή κίνηση. Έτσι, έπαιρνα την παραγγελία, πήγαινα αργά αργά προς το ψυγείο, έβγαζα αργά τη ζύμη με τη σάλτσα, προχωρούσα αργά προς τον πάγκο κι έβαζα αργά και με επιμέλεια τη μοτσαρέλα. Έπειτα την έδινα νωχελικά δίπλα, και σε χρόνο μηδέν, η πίτσα ήταν έτοιμη! Δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα και ήταν να σχολάσουμε και πως κανείς δεν αντιλήφθηκε τη διαφορά.

Το ταξίδι συνέχισε και την επόμενη μέρα, πιο ήπιο αυτή τη φορά, και κάποια στιγμή σε άσχετο χώρο και χρόνο, ένοιωσα ένα απρόσμενο κλικ, και όλα ήταν ξανά όπως πριν. Αυτό, το όπως πριν, με έκανε να σκεφτώ πολλά και να πάρω τις αποφάσεις που θα όριζαν τη ζωή μου όπως ήθελα εγώ και κανένας άλλος. Είχα περάσει την πύλη του υποσυνείδητου και κανείς δεν μπορούσε να με σταματήσει.