Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Ένας συνηθισμένος διάλογος


Van Gogh

-          Ωπ! Τι έγινε ρε; Εδώ είσαι;
-          Για να με βλέπεις… τι λέει; Καλά;
-          Ωραίος σκύλος. Δικός σου είναι; Πώς τον λένε;
-          Ρόσι
-          Πώς, Ρώσο
-          Όχι, Ρόσι, από το Βαλεντίνο Ρόσι
-          Δίκιο έχεις. Ρώσος. Του ταιριάζει. Έτσι άσπρος όπως είναι… Πάρε μετά τηλέφωνο, θα είμαστε στο δασάκι.
-          Καλό;
-          Θα δεις.
-          Και ο Ρόσι;
-          Ε, το Ρώσο, φέρ’ τον μαζί
-          Δεν πιστεύω να’ χει σκυλιά…
-          Όχι, κάτι δεντράκια μόνο.
-          Δικά σας;
-          Του δάσους.
-          Άγρια δηλαδή;
-          Ναι.
-          Και έχουν φούντα;
-          Όχι ρε, τα δεντράκια τα έχουμε στο κτήμα.
-          Αυτό σε ρωτάω ρε
-          Ε, κι εγώ τι είπα, κάτι άλλο;
-          Καλά, θα σε πάρω τηλέφωνο
-          Αν αργήσεις, δε θα έχει
-          Τι ώρα θα πάτε;
-          Θα σου πω στο τηλέφωνο
-          Και πού είναι το δασάκι;
-          Να, μόλις βγεις από το χωριό, όλο δάσος είναι
-          Ναι ρε, αλλά σε ποιο σημείο;
-          Πάρε πιο μετά και θα σου πω
-          Γιατί δε μου λες τώρα;
-          Μη μας πάρουν χαμπάρι…
-          Ποιος ρε. Καλύτερα πες μου τώρα. Τα τηλέφωνα παρακολουθούνται
-          Και τι θα καταλάβουν αν σου πω έλα κείθε για παράδειγμα;
-          Τίποτα, αλλά ούτε κι εγώ.
-          Αμάν ρε αδελφέ μου. Θα συναντηθούμε κάπου και θα πάμε μαζί.
-          Πού;
-          Θα σου πω
-          Φαύλος κύκλος
-          Όχι ρε, θα σου πω να κόψεις δρόμο
-          Άλλο λέω…
-          Τι;
-          Τίποτα.
-          Καλά, δε σε βλέπω καλά.
-          Τελικά με βλέπεις καλά ή όχι;
-          Σκας γάιδαρο ρε!
-          Ενώ εσύ…
-          Εγώ τι;
-          Ελέφαντα
-          Σκάει και ο ελέφαντας;
-          Κι άμα πιούμε το τσιγάρο θα μπορούμε να συνεννοηθούμε;
-          Γιατί ρε, δε συνεννοούμαστε τώρα;
-          Πώς… θα πέσει πολύ γέλιο
-          Αφού είναι καλό σου λέω
-          Α, πες έτσι. Έχεις πιει ε;
-          Ναι αλλά, πού κολλάει αυτό;
-          Στα χαρτάκια
-          Έχουμε και χαρτάκια ρε, μη σκας.
-          Ε τι είμαι να σκάσω; Γάιδαρος;
-          Εδώ που τα λέμε, φέρνεις λίγο…
-          Ε τότε, μπορεί και να σκάσω.
-          Κάντο παραπέρα όμως μη μας πάρουν τα σκάγια…
-          Πάγωσα.
-          Πήγαινε μέσα ρε, έχει τζάκι
-          Όχι, για το χιούμορ σου λέω
-          Ποιο χιούμορ;
-          Έλα μου ντε;
-          Τα χεις παίξει ε; άντε να πιεις να στανιάρεις
-          Θα μιλάμε κιόλας;
-          Φυσικά.
-          Όπως τώρα;
-          Άμα γεια σου!
-          Κατάλαβα.
-          Τι κατάλαβες;
-          Τα πάντα.
-          Σπίρτο είσαι
-          Κι εσύ, αλλά έχεις πάρει υγρασία…
-          Μπα, δεν καταλαβαίνω τίποτα εγώ
-          Αυτό είναι σίγουρο
-          Και τι κάνεις στην Αθήνα;
-          Άσε, θα τα πούμε εκεί.
-          Σιγά μην κατέβω εγώ στην Αθήνα
-          Μπορώ να φανταστώ το λόγο.
-          Ε, τι τώρα; Μαλακίες; Που θα βρεις καλύτερα από δω;
-          Σε αυτό συμφωνούμε. Αλλά εγώ έλεγα για το δασάκι…
-          Τι έλεγες για το δασάκι;
-          Άστο. Πάμε τώρα
-          Δεν κρατιέσαι μωρή κουφάλα…
-          Ναι, θέλω να κατουρήσω
-          Πήγαινε εδώ
-          Στη φύση είναι καλύτερα
-          Σίγουρα.
-          Άντε πάμε
-           Φύγαμε. 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Τέλεια / Απολογισμός


πίνακας του Γιώργου Ξένου

Τέλεια

Κοιτάω
Κοιτάω επίμονα τον τοίχο
Μια εικόνα
Έναν άνθρωπο
Τον ορίζοντα
Κοιτάω χωρίς να βλέπω
Δε βλέπω τίποτα
Στην καλύτερη ταξιδεύω
Στη χειρότερη, Κενό
Ένα απέραντο Κενό

Κάποιος μου μιλάει
Μου μιλάει ξανά
Δεν ακούω
Ούτε βλέπω
Με σκουντά
-Εεεε!! Ξύπνα ρε! Δεν ακούς;
-Όχι
-Πού είσαι;
-Δεν ξέρω
-Τι σκεφτόσουν;
-Τίποτα
-Όλα καλά;
-Τέλεια



Απολογισμός

Τα δευτερόλεπτα περνάνε αργά, πολύ αργά
Τα λεπτά, κι αυτά αργά περνάνε
Οι ώρες, όχι και τόσο
Οι μέρες, μέχρι να ξημερώσουν, έχουν δώσει τη σκυτάλη τους στη νύχτα
Οι εβδομάδες, οι μήνες, γρήγορα, πολύ γρήγορα
Τα χρόνια περνάνε σαν αστραπή, δεν τα προλαβαίνεις
Πώς γίνεται αυτό;
Ο χρόνος είναι αντιστρόφως ανάλογος ως προς τη διάρκειά του

Ίσως έτσι να εξηγείται το γεγονός πως
μέχρι να φτιάξω έναν καφέ
είχα κιόλας γεράσει





Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Ένα κυνικό άσμα

Διογένης

(Το παρακάτω κείμενο/ποίημα, το είχα αναρτήσει στο παλιό μπλογκ που για κάποιο λόγο καταστράφηκε και σκέφτηκα να το βγάλω ξανά στη φόρα. Είναι σαρκαστικό και κυνικό - με την αρχαία σημασία της λέξης "κυνικός". Το διευκρινίζω γιατί σήμερα κάποιοι θεωρούν τη λέξη αυτή βρισιά ή υποτιμητική. Λοιπόν, μαζί με τον πρόλογο, έχει ως εξής):

Οδηγίες ανάγνωσης:
Τούτο το ποίημα διαβάζεται ρυθμικά. Το ρυθμό τον υποδεικνύουν οι συλλαβές σε κάθε στίχο. Στο κουπλέ το ακολουθούμε με ήρεμο τόνο. Στο ρεφρέν με σταδιακή αύξηση της έντασης και της οργής. Στο τέλος κάθε ρεφρέν, ουρλιάζουμε τις λέξεις μέχρι να ματώσει το λαρύγγι μας. Αν επιλέξετε να το διαβάσετε με το νου, τότε ουρλιάζετε μέχρι να ματώσει το μυαλό σας. Θα ήταν προτιμότερο το πρώτο, οπότε διαβάστε το δυνατά.
Δεν μελοποιείται καθώς δεν είναι λυρικό και δεν του ταιριάζει καμία μελωδία. Έχει όμως το δικό του ρυθμό που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς.
Αν επιλέξετε μουσική υπόκρουση για τις παραφωνίες αυτές, τότε η μουσική θα είναι απαραίτητα με άγριες ξεκούρδιστες κιθάρες, ξεκούρδιστο μπάσο και άρρυθμα ξεκούρδιστα ντραμς. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. 
Τυχών έμμετροι στίχοι ή ρίμα που μπορεί να υπάρχουν, έχουν δημιουργηθεί εντελώς τυχαία και πάνω του δεν έχει τίποτα το επιτηδευμένο πέρα από κάποια κενά ανάμεσα σε κάποιους στίχους για λόγους αισθητικής. Οποιαδήποτε ομοιότητά του με το κίνημα dada, είναι εντελώς συμπτωματική.

Αν παρόλα αυτά επιμένετε να το διαβάσετε, η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική σας. Είχατε προειδοποιηθεί.

Γι’ αυτούς που αποφάσισαν να συνεχίσουν:

Έτοιμοι;

Ένα
Δύο
Τρία
Και:


Η Αναρχία είναι μια
κι όλοι εμείς στην τρικυμία
ψάχνουμε χώμα να μας δεχτεί
και μιαν ανθρώπινη πνοή…

Μα όλοι είναι ζώα! Μα     οι είναι    ώα! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μα ό     ι εί     ι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι     ναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλ     εί      ι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μα      οι είναι       α! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μ      λοι είναι ζώ    ! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα!     α όλοι είναι ζώα      α όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώ     Μα όλοι είναι ζώα! Μα   λοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι      α! Μα όλοι είναι ζώα! Μα ό     ι είναι ζώα!

Μα όλοι είν     ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι    ναι ζώα!
Μα όλοι ε    αι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι εί    ι ζώα!
Μα όλοι     ναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είν    ζώα!
Μα όλ    είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είνα     ώα!
Μα ό    ι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι       α!
Μα     οι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζ      
Μ     λοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώ
       όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα  
Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα!
Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! Μα όλοι είναι ζώα! (Χ100)

Η αναρχία δεν είναι μια
είν’ η δική μου η Αναρχία
είν’ η δική σου η Αναρχία
είν’ του Van Gogh η Αναρχία
είναι του Pollock η Αναρχία
είν’ του Bukowski η Αναρχία
είναι της Γώγου η Αναρχία
του Καρυωτάκη η Αναρχία
και του Φιλύρα η Αναρχία
του Λειβαδίτη η αναρχία
της μουσικής η Αναρχία
όλης της τέχνης η Αναρχία
όλης της φύσης η Αναρχία

Η Αναρχία δεν είναι μια
κι εμείς εκεί στην τρικυμία
ψάχνουμε χώμα να μας δεχτεί
και μιαν ανθρώπινη φωνή…

Τι φταιν τα ζώα;       φταιν τα ζώα;  Τι      αιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι      αιν τα ζώα;       φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φτ    ν τα ζώ      Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φται      α ζ      ;  Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν       ζ      ;  Τι φταιν τα ζώα; 
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν            α;  Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φτα     τα ζ      ;  Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φ    ιν τα ζώα    Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι    ταιν τα ζώα;    ι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;       φταιν τα ζώα;       φταιν τα ζώα;

Τι φταιν τα ζώ      Τι φταιν τα ζώα;  Τι      αιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζ      ;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φτ    ν τα ζώα;
Τι φταιν τα   ώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φτα     τα ζώα;
Τι φταιν      ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν       ζώα;
Τι φτα    τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τ    ζώα;
Τι φ    ιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα    ώα;
Τι    ταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα      α;
     φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώ
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;
Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα;  Τι φταιν τα ζώα; (Χ100)




Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Κριτική

από το λογοτεχνικό περιοδικό Βακχικόν.
(Πατήστε στο όνομα του περιοδικού για να μεταφερθείτε στη σελίδα) 

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Ποιήματα που γράφτηκαν στο πλοίο

slaveship
William Joseph Turner


Τα είδη του σκαψίματος

Άγγιξες τα χέρια μου
-Τι απαλά που είναι, είπες
Δεν είναι σκληρά και με κάλους όπως παλιά…
-Έχω πάψει να είμαι χαμάλης
Τώρα το παίζω συγγραφέας.
Και τα σημάδια φαίνονται
Τα παλιά, όπως και τα νέα
Δεν έχω αλλάξει
Ποτέ δεν άλλαξα
Ο ίδιος είμαι πάντα
Συνεχίζω να σκάβω με τα χέρια
Το μόνο που έχει αλλάξει, είναι
το είδος του σκαψίματος



Η αντίπερα όχθη

Έτσι,
κάθε βράδυ που κάθομαι και διαβάζω τους αγαπημένους μου ποιητές
 – γράφοντας ενίοτε κάποια αδέξια στιχάκια –
όταν σηκώνομαι να πάρω άλλη μια μπύρα από το ψυγείο,
περνάω σε μια άλλη διάσταση



Η απουσία των άλλων

Τελικά, βολεύει ο χειμώνας
τώρα που έχουν πέσει όλοι για ύπνο
και με έχουν αφήσει μόνο στο κρύο
να πίνω και να γράφω ποιήματα



Ο τρόπος μου

Ναι, κι εγώ θα ήθελα να μάθω την τεχνική του ρεαλισμού
Όχι για να ζωγραφίζω ρεαλιστικά
να τη χρησιμοποιώ όπως νομίζω
Δε θα μπορούσα να εγκλωβιστώ σ’ αυτό
Η τέχνη είναι ελευθερία
και αυτή την ελευθερία θέλω να εκφράσω
με το δικό μου τρόπο



Αλκοολικές συναντήσεις

Κάθομαι στο μπαρ και πίνω μπύρα με ρακή
Πιο δίπλα κάθεται μια μεγαλοκυρία
και πίνει ουίσκι με μπύρα
και πιο πέρα, κάποιος με βότκα και μπύρα
Κι εσείς ψάχνετε να βρείτε το νόημα όλων αυτών
Η μπύρα, το νερό των αλκοολικών



Το ποίημα που έφυγε

Το ποίημα που έφυγε
αυτό που δεν πρόλαβα να καταγράψω
αυτό ήταν το καλύτερο
Αλλά το πήρε ο αέρας
ο συνειρμός – που δε γυρνάει πίσω –
η θάλασσα
και τα στοιχεία της φύσης

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Η βροχή της λήθης


Van Gogh

Πάλι βρέχει μέσα στο δωμάτιο
και ο χαμηλός φωτισμός δε βοηθάει,
ούτε που έχω κρεμάσει το κεφάλι μου πάνω απ’ το γραφείο
σαν κορνίζα πεθαμένου.
Θα μουσκέψει όλους μου τους πίνακες
θα λιώσει το μελάνι από τα γραπτά μου
θα καταστρέψει την κιθάρα μου και όλα τα βιβλία
θα αχρηστέψει όλη μου τη μουσική.

Πώς θα αντιμετωπίσω αυτή την απώλεια;
Και δε με νοιάζει για μένα,
αλλά για όλα τα ίχνη της ανούσιας ύπαρξής μου
που μάταια προσπαθούσα να σώσω από τη λήθη.

Συνεχίζει να βρέχει.
Το νερό έχει φτάσει ως τα γόνατα ,
θα περιμένω λίγο ακόμα.
Το ξέρω, θα μου κάνει τη χάρη,
δε θα με αφήσει έτσι.
Θα με πλύνει,
θα καθαρίσει κάθε ίχνος,
θα με βουλιάξει σε μια απέραντη λησμονιά
να με λυτρώσει

Κι έπειτα
με βεβαιότητα θα πω
πως δεν υπήρξα ποτέ.


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Απρόσμενο συναίσθημα


painting by
Joseph William Turner


Απρόσμενο συναίσθημα

Ξαφνικά, άρχισα να νοιώθω  περίεργα
Κάπως όμορφα αλλά ευάλωτα
Κάποιες μύχιες φαντασιώσεις
άρχισαν να παιδεύουν το μυαλό μου
κι ένοιωσα το τζιν να στενεύει
στο καβάλο  

κοίταξα τον ουρανό
και τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα

Ήταν όμορφα
Πήρα το δρόμο για το σπίτι.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Πώς γίνεται κάθε τέλος του μισθού να περισσεύει τόσος μήνας;


Καθόμαστε λοιπόν και γράφουμε ποιήματα για τη μοναξιά, για την ιδιαιτερότητα και τις ανησυχίες μας και…
            Τι φταίνε οι άλλοι; Για μένα θα πω.

Κάθομαι λοιπόν και γράφω ποιήματα για τη μοναξιά, την ιδιαιτερότητα και τις ανησυχίες μου και δε λέω τίποτα για τους άστεγους, για το μίζερο λαό μας, για την ηττοπάθεια, για την παθητικότητα όλων και την στασιμότητα, την διάθεση για εξέγερση -που όμως δεν συμβαίνει - και την αφύπνιση των μικροαστών. Το να κάψουμε τη βουλή και όλους όσους την αποτελούν, το έχω πει παλαιότερα, μην επαναλαμβάνομαι, μη γίνομαι γραφικός.

Έχουμε γυρίσει πίσω σε άλλες εποχές. Τι να πω για το νοίκι που δεν έχουμε να πληρώσουμε – τα έχει πει ο Μπρεχτ και τόσοι άλλοι – τι να πω για τους μίζερους μισθούς που δε φθάνουν, για την ανεργία και όλα αυτά; Θα φανώ και πάλι γραφικός.

Είχα διαβάσει κάποτε, ένα σύνθημα σε έναν τοίχο πηγαίνοντας για τη χαμαλοδουλειά μου: «Πώς γίνεται κάθε τέλος του μισθού να περισσεύει τόσος μήνας;». Το βίωνα τότε, το 2007. Τότε, με την προνομιούχα γενιά των 700 ευρώ.  Σήμερα αυτό το ποσό φαντάζει ουτοπικό. 400 και χωρίς ένσημα και ασφάλιση ΙΚΑ, και πολλά σου είναι! Είναι τόσοι που δε δουλεύουν, που δεν έχουν μια και που βγαίνουν στο δρόμο – όχι για εξέγερση – αλλά γιατί δεν έχουν που αλλού να πάνε. Και μαλακίες τώρα να κλαίγεσαι και να βλαστημάς τη μοίρα σου – τι είναι αυτά; Μη, θα ξεράσω.

Τι να πούμε λοιπόν. Ok, τι να πω λοιπόν; Γουστάρετε να διαβάσετε όμορφα ποιηματάκια που να λεν για την κατάντια μας; Εγώ τουλάχιστον, όχι. Ούτε να γράψω κάτι παρόμοιο – προς το παρόν τουλάχιστον.

Δεν θέλουμε άλλα λόγια. Φτάνει! Ούτε από επαναστάτες, ούτε από πολιτικούς, ούτε από συνειδητοποιημένους πολίτες. Φτάνει! Πολλά ακούσαμε. Πολλά ακούσαμε από αριστερούς, αναρχικούς, ανένταχτους κλπ, σκατά! Φτάνει ρε! Φτάνει!

Δεν είμαι με κανέναν (αν και γουστάρω την ουτοπία της αναρχίας σε φιλοσοφικό επίπεδο, ποτέ στην πράξη δεν τα βρήκα με τους δηλωμένους «αναρχικούς». Αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι αναρχικοί πέταξαν έξω τον Άσιμο και την παρέα του από τις συνελεύσεις, γιατί δεν είχε ξύλινο λόγο και οι ελευθεριακές του ιδέες ήταν πολύ πιο αναρχικές από όσο μπορεί να δεχτεί η «αναρχία» που επικρατεί στα στέκια των «οργανωμένων αναρχικών». Άλλο που μετά το θάνατό του τον κάναν «ήρωα», κάτι που ο ίδιος, ποτέ δεν ήθελε. Μεγάλη παρένθεση, αλλά δικό μου γραπτό είναι, όσο μεγάλη γουστάρω την κάνω!)

Άλλωστε, ακλουθώντας την ουτοπία, δεν επιδιώκεις, ντε και καλά, να γίνει πράξη, αλλά να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα. Και βήμα το βήμα, ίσως κάποτε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο. Ίσως όχι τον ιδανικό, αλλά έναν καλύτερο.

Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά και ας δούμε τι γίνεται τώρα. Τώρα που δεν έχω/έχεις/έχει δουλειά και ο σπιτονοικοκύρης ζητάει το νοίκι και δεν υπάρχουν «πλάτες» να σε στηρίξουν, και θα καταλήξω/καταλήξεις/καταλήξει, στο δρόμο χωρίς τίποτα. Να δούμε, θα συνεχίσουμε να κλαίμε τη μοίρα μας ή θα μπουκάρουμε όλοι μαζί μέσα να @#$%^&*&^%$#$%^&*(*&^%$#@$%^&*()*&^%$#$%;
Ε; θέλετε να σας το κάνω πιο λιανά; Δε νομίζω.
Πριν χάσουμε τα πάντα λοιπόν, ας…..    

          γελάσουμε! 







[συμπληρώστε]

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Δυο έμμετρα ποιήματα για τη νύχτα, τη θλίψη, τη μοναξιά




Αιχμάλωτος στο άπειρο

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
πώς το νου και την ψυχή μου καθορίζετε
πώς έρμαιο δούλο σας και αλλοτινό με κάνετε
και την ζωή μου κυβερνάτε καταγής

Τη λύτρωση απ’ το πνεύμα σας δεν θα μπορώ να έχω
κι όμοια όπως βγαίνει η νύχτα να συναντήσει την αυγή
όλο και πιο βαθιά στα δίχτυα σας αιχμάλωτο θα μ’ έχει
ανήμπορο ν’ αντισταθώ στην αστρική σας την ορμή

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
για μια στιγμή αφήστε με τη λύτρωση να έχω
κι έπειτα πάλι πάρτε με, νου, σώμα και ψυχή
και τη χαρά, αν είν’ η θέλησις, ποτέ ας μη την έχω.


~~~*~~~

Νύχτα!

Και πως ν’ αλλάξουμε τώρα που είμαστε
μαύρα πουλιά της νύχτας;
Μονάχα όταν έρχεται, έτσι ήρεμα γλυκά
κι όπως απλώνει, σαν δάχτυλα, το μελανό της φως
κι όλη την πλάση γύρω μας, τόσο απαλά σκεπάσει,

Εμείς,

ανήμποροι να αντισταθούμε,
από τις γλυκές της μελωδίες γαντζωνόμαστε
από το βελούδινο το μαύρο που την ψυχή μας γαληνεύει
και τις σειρήνες της ακολουθούμε τυφλά
δίχως να ξέρουμε που μας παν, και δίχως να ρωτάμε

Και το τσιγάρο στρίβουμε, χρυσός καπνός μας πάει
κι όπως η μέθη απ’ το ποτό, τα όνειρα μας πιάνει
αιχμάλωτοι γυρίζουμε και την ακολουθούμε
και ειν’ το όνειρο χρυσό κι ο πόνος αλαφραίνει
και η ψυχή αναδύεται, ψηλά και φτερουγίζει
ανάλαφρη σαν πούπουλο, καθόλου δεν βαραίνει
το σώμα μας που κείτεται και σέρνεται στο δρόμο.

Οι συνετοί κι οι άνθρωποι τον δρόμο τους τραβούνε
κι όταν απ’ τη γαλήνη της, η νύχτα μας μεθάει
αυτοί δεν βλέπουν, κρύβονται κοιμούνται και φοβούνται
και τα χρυσά τα δώρα της μόνο για μας κρατάει


Τις όμορφες τις μούσες της και τις νεράιδες της
το πρώτο φως σαν έρχεται, τις χάνουμε, όλο φεύγουν.

Ω, την αυγή ας ήτανε να μην την ξαναδούμε
αυτή που παίρνει μακριά τις μούσες, το βελούδο
κι όπως το φως της έρχεται, κι απάνω μας βαραίνει
καθώς η ψυχή σωριάζεται ξανά πάνω στο σώμα

εμείς τότε πεθαίνουμε, και για να αναστηθούμε
τη νύχτα θα προσμένουμε
Ξανά να δύσει ο ήλιος


Από τη "Νόσο της Ποίησης" 2009.