Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Για τον Γιώργο Γαβαλά



Τον Γιώργο Γαβαλά τον είχα γνωρίσει τυχαία σε μια βόλτα στη Διονυσίου  Αρεοπαγίτου στο Θησείο. Καθόταν σε ένα παγκάκι με την κιθάρα του κι εμείς παίρναμε μπύρες κι αράζαμε μαζί του. Μου έκανε εντύπωση πως δεν έπινε αλκοόλ, καμιά σόδα ζητούσε όταν προσφερόμασταν να τον κεράσουμε. Μιλάγαμε και λέγαμε διάφορα, για τη μουσική και όχι μόνο. Πήρα τα cd του που τα πουλούσε, όπως έκανε με τις κασέτες και ο φίλος του ο Άσιμος. Είδα πως στο youtube δεν υπάρχει σχετική αναφορά, οπότε θα αναλάβω να ανεβάσω τη μουσική του με την πρώτη ευκαιρία.

Πριν λίγες μέρες έμαθα για το θάνατό του. Όταν το συνειδητοποίησα, ένοιωσα την απώλεια. Στην επόμενη βόλτα μου στο Θησείο, δεν θα είναι εκεί. Θα περάσω από το σημείο που άραζε να πιω τη μπύρα μου και να τον αποχαιρετήσω.

Τότε, θυμάμαι, είχα γράψει ένα κείμενο κι ένα ποίημα αφιερωμένα σε αυτόν. Αργότερα, το 2008, τα συμπεριέλαβα στην πρώτη μου ποιητική συλλογή, “ H Νόσο της Ποίησης”, και του είχα χαρίσει ένα αντίτυπο με σχετική αφιέρωση. Μου έλεγε πως έγραφε κι εκείνος, αλλά δεν είχε προβεί ποτέ σε έκδοση. Δεν ξέρω που μπορεί να βρίσκονται τα γραπτά του, αλλά τουλάχιστον, έχω δείγμα της μουσικής του, το οποίο και θα μοιραστώ μαζί σας όταν έρθει ο καιρός. Προς το παρόν, θέλω να σας παρουσιάσω το διήγημα που έγραψα γι’ αυτόν. Καθώς όμως τα χρόνια περνούν και όλοι αλλάζουμε, όταν το κοίταξα, ένοιωσα την υποχρέωση να κάνω μερικές διορθώσεις, με προσοχή όμως, χωρίς να χαθεί το πρωταρχικό του κλίμα και ύφος.  

Επηρεασμένος τότε από τα πεζοποιήματα του Baudelaire, έγραψα το παρακάτω κείμενο σε ανάλογο ύφος.
Σήμερα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος και η γραφή μου έχει αλλάξει κατά πολύ. Αλλά αυτό είναι μια μνεία για τον Γιώργο Γαβαλά, έτσι όπως την είχα γράψει τότε, τον πλανόδιο αλήτη και μουσικό που έτυχε να κάνουμε παρέα κάποτε. Σας το παρουσιάζω με κάθε σεβασμό προς το άτομό του και ουσιαστικά, όπως το είχα βιώσει τότε.

Καλό ταξίδι Γιώργο, θα σε θυμόμαστε για αυτό που ήσουν. Ένας ελεύθερος άνθρωπος που δεν χώρεσε πότε σε πλαίσια και δεσμά, κι έτσι μια μέρα, πέταξε μακριά. 




Σε ένα παγκάκι κάτω από την ακρόπολη

                Τα χρυσαφιά χρώματα της δύσης που απλώνονται τόσο όμορφα τριγύρω, κατά μήκος αυτού του πλακόστρωτου δρόμου και κυριεύουν το βλέμμα οδηγώντας το, από τα δέντρα και τις πέτρες, τα παγκάκια και τα μπουλούκια των περαστικών – ψηλά πάνω στην ακρόπολη – κι ευθύς αμέσως, πίσω στο δρόμο και τα δέντρα και στα πέτρινα παγκάκια, για να καταλήξει και να σβήσει μπρος στο ακτινοβόλο, γεμάτο πανουργία και αθωότητα, γεμάτο ευαισθησία κι εξυπνάδα βλέμμα των παιδιών.

                Η πορεία μας, απροσδόκητα ανάλαφρη και η μαγεία των χρωμάτων του ουρανού διαχέονταν παντού γύρω, κάνοντας το κάθε τι, κάθε λεπτό που περνάει, να παίρνει κι άλλη απόχρωση, πάντα όμορφη – πάντα μαγική.

                Καθώς μια γλυκιά κούραση μας είχε καταβάλει, κανείς δεν αρνήθηκε να καθίσουμε για λίγο στο πέτρινο παγκάκι, που έτσι συνεπαρμένοι καθώς ήμασταν, λίγο έλειψε να σκοντάψουμε πάνω του. Δεν είχαμε καταλάβει το πόσο μας είχε απορροφήσει το τοπίο κι έτσι μείναμε εκεί, ώσπου τα μπλαβιά χρώματα της δύσης έδωσαν τη θέση τους στο  χρυσαφί φως της σελήνης.

                Το ηλεκτρικό φως, με τη σειρά του, φώτισε την ακρόπολη και άναψε κάθε φανάρι στο δρόμο. Κάποιος ζωγραφίζει τη στιγμή θέλοντας να την  αιχμαλωτίσει, κάποιος άλλος διαβάζει ένα βιβλίο με ποιήματα και ο μουσικός δίπλα μας ετοιμάζεται να παίξει το ρόλο μιας ολόκληρης ορχήστρας, σχεδιάζοντας το ηχόχρωμα της βραδιάς με τον δικό του τρόπο.

                Ο μουσικός, ένας άνθρωπος γραφικός, θα έλεγες άλλης εποχής. Ένα πουκάμισο παλιό – πολύχρωμο, ένα τζιν επίσης παλιό με κάποια μπαλώματα και ξέφτια στις άκρες, κάτι παπούτσια πάνινα κι ένα καπέλο «τζόκεϊ», πίσω από το οποίο περνούσε τα γκρίζα του μακριά μαλλιά. (Στην περιγραφή ίσως να ταίριαζε και μια μακριά γενειάδα, αλλά να με συμπαθάτε, δεν θα σας ευχαριστήσω). Κι όταν μιλήσαμε για τον Νικόλα (τον Άσιμο), μας είπε πως κάποτε παίζανε μαζί και τα σχέδια που κάνανε, μέχρι που ο Νικόλας πήρε την απόφαση να μας αφήσει.

                Έδειχνε γύρω στα 50 ή και νεότερος ακόμα κι έτσι όταν ρωτήσαμε για την ηλικία του μας είπε πως ήταν 71! Απίστευτο! Το ήξερα όμως καλά, το είχα ξαναδεί και σε άλλους καλλιτέχνες. Λες και η τέχνη τους, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους κρατούσε για πάντα νέους, δεν τους άφηνε να γεράσουν. Και ίσως έτσι να είναι. Ίσως η τέχνη, όταν πραγματικά την αγαπάς και όχι όταν ασχολείσαι απλά μαζί της, να σε ανταμείβει με μια αιώνια νεότητα, να κρατάει πάντα ζωντανό το παιδί μέσα σου, έτσι ώστε να σου επιτρέπει να καταπιάνεσαι και να πορεύεσαι με αυτή. Ίσως να μη σου χαρίσει ποτέ χρήματα ή έναν άνετο τρόπο ζωής, αλλά ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Αυτό που θα σου χαρίσει θα είναι κάτι ανάλογο με το «πορτραίτο του Dorian Gray» - η αιώνια νεότης.

                Η μουσική του… μια ολόκληρη πανδαισία από ήχους, όλοι προερχόμενοι από ένα και μόνο άτομο – μια κινητή ορχήστρα. Δυο ντέφια περασμένα στα πόδια – αριστερό πόδι, άρση, δεξί πόδι, θέση – μια κλασική ιδιόμορφη κιθάρα με χορδές μεταλλικές (ακουστικής κιθάρας), μια ζώνη πολύχρωμη με καμπανάκια (για περισσότερους ήχους) και τα χέρια: αριστερό και δεξί, πέρα από το να αδράζουν τις χορδές και μελωδίες να σκορπούν, έπαιζαν παράλληλα το ρόλο των κρουστών χτυπώντας ρυθμικά την κιθάρα. Και βέβαια, πώς θα μπορούσα να παραλείψω ένα πραγματικά περίεργο πνευστό, το καζού, που το έκανε να ακούγεται σαν σαξόφωνο και μας μάγευε όλους.

                Άλλος ένας πλανόδιος μουσικός που την τέχνη του εκθέτει στους δρόμους, που αρνείται να εμπορευτεί, να ακολουθήσει το σύστημα. Καλλιτέχνες του δρόμου, ελεύθεροι άνθρωποι. Η τέχνη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

                Οι ώριμοι και «συνετοί» περαστικοί, σπάνια στέκονται να ακούσουν λίγο, να δώσουν σημασία. Δεν πειράζει όμως, καταλαβαίνουν και γοητεύονται μόνο όσοι έχουν την ευαισθησία, μόνο όσοι έχουν το ταλέντο να το κάνουν. Γιατί ταλέντο χρειάζεται, όχι μόνο για να κάνεις τέχνη, αλλά και για να μπορέσεις να την εκτιμήσεις. Τα περισσότερα παιδιά είναι προικισμένα απ’ αυτό το ταλέντο.

Έτσι, ένα κοριτσάκι γοητεύτηκε από τη μουσική του και δεν ήθελε να φύγει. Χόρευε σαν μούσα κάτω από τους αρχαίους ρυθμούς, φιλτραρισμένους από τη σημερινή ματιά του καλλιτέχνη και σκορπισμένους αρμονικά, ένα με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα κάτω από την ακρόπολη.  

                Οι γονείς του χαριτολογώντας και κάνοντας χάζι το κοριτσάκι τους, το άφησαν για λίγο να ακούσει και να λικνιστεί – έτσι όπως κάνουν τα παιδιά από ένστικτο στους ρυθμούς ενός κομματιού. Στη μικρή μούσα όμως, δεν έφτασε μόνο ένα κομμάτι. Ήθελε να μείνει εκεί, πείσμωνε και μάταια τη τραβούσαν οι γονείς της από το χέρι. Έτσι έμεινε και για δεύτερο κομμάτι κι έπειτα για τρίτο κι έπειτα… ο μπαμπάς της αγανακτισμένος την παίρνει γρήγορα στην αγκαλιά του και την απομακρύνει: «φτάνει! Σαν πολύ δεν σου κάναμε το χατίρι;»  και το κοριτσάκι, η μούσα που μας επισκέφτηκε, αποχώρησε δυσανασχετώντας και κλαίγοντας.

                Το όνομα του μουσικού ήταν Γιώργος Γαβαλάς. Γύρισε προς το μέρος μας και είπε: «ξέρεις πόσα παιδιά έρχονται και κάθονται να ακούσουν; Τα παιδιά καταλαβαίνουν αυτό που οι “μεγάλοι” έχουν πάψει προ πολλού. Όχι όλοι, μόνο αυτοί που έχουν σκοτώσει το παιδί μέσα τους. Όσο γι’ αυτούς που έχουν καταφέρει να το κρατήσουν ζωντανό, να, όλο κάπου εδώ τριγύρω κάθονται και κάνουμε παρέα.»

                Rock, jazz, ethnic αυτοσχεδιασμός και η μουσική είχε δέσει τόσο με το τοπίο, που μας έκανε να περάσουμε σε αλλοτινούς χρόνους – ηλεκτρισμένους με μια ενέργεια που σε ταξιδεύει και ύστερα χάνεις το δρόμο, δεν ξέρεις να επιστρέψεις, μένεις κάπου ενδιάμεσα. Κι όταν βρεις το δρόμο ή με κάποιο τρόπο τέλος πάντων επιστρέψεις, μια γλυκιά νοσταλγία μένει και προσπαθείς να ισορροπήσεις σε αυτό το ενδιάμεσα ή να πας γρήγορα σπίτι να κοιμηθείς, μη τυχόν και πέσεις απότομα στην πεζή πραγματικότητα κι έτσι, στο όνειρο όπως είχες μάθει, μην τρομάξεις, μην από το ξάφνιασμα πέσεις και τσακιστείς.

                Προς το παρόν γνωρίζαμε πως εκεί να κρατηθούμε και να μη μας απασχολεί η επιστροφή, αλλά το ταξίδι, που πέρα από τη μαγεία του τοπίου, πέρα από την πανδαισία της Τέχνης, πέραν όλων των άλλων, το τροφοδοτούσαμε με άφθονη μπύρα, μπύρα και τσιγάρα στριφτά, και κερνούσαμε όποιον έστεκε εκεί για λίγο, να δει, να ακούσει, να μπει στην παρέα, να συντελέσει, να ενωθεί, να κοινωνήσει μαζί μας τη μουσική κάτω από την ακρόπολη,  τη συντροφιά,  την ψυχή μας – στην υγειά μας! Εβίβες! Salute!




Κάτω από την ακρόπολη

Όλη η τέχνη μαζεμένη σε ένα παγκάκι
κάτω από την ακρόπολη.
Ένας μουσικός – ορχήστρα μόνος του – jazz rock
μια ζωγράφος που αποτυπώνει τη στιγμή στο χαρτί
κι ένας άθλιος ρομαντικός που διαβάζει ποιήματα…

ώσπου ένα μικρό παιδί—
                                               ένα κοριτσάκι
γοητεύεται!
Νοιώθει όλη την τέχνη και μένει εκεί να χορεύει
Δεν μπορεί να ξεφύγει – δεν θέλει να απομακρυνθεί
όσο κι αν οι γονείς του το τραβάνε από κει
έχει ενθουσιαστεί – δεν θα φύγει
Είναι η ζωή – είναι το πάθος – είναι η μουσική
είναι η ποίηση  είναι όλα
ένα μικρό κοριτσάκι
να έχει γοητευτεί
να έχει γοητέψει τους πάντες
μούσα και Θεά κάτω από την ακρόπολη
αφημένη στις μελωδίες ενός πλανόδιου μουσικού
και μιας τέχνης, που μπροστά της
χάνει το νόημα της 




Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Ξημέρωμα στο καφενείο με έναν φίλο ποιητή



Το ποίημα αυτό δεν είναι δικό μου. Ή καλύτερα, δεν είναι όλο δικό μου. Βρεθήκαμε με έναν φίλο ποιητή μετά από 10 χρόνια. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι σε κάποιο καφενείο, πίναμε ρακή και τα λέγαμε. Ωραία συζήτηση και όσο η μέθη τύλιγε τα κεφάλια μας, το πνεύμα απελευθερωνόταν κι έτσι διάχυτο όπως ήταν, αρχίσαμε να λέμε στίχους, να αυτοσχεδιάζουμε. Το καφενείο είχε κλείσει και είχαμε παραμείνει εκεί με τη ρακή και το νερό μας. Δεν θυμάμαι ποιος το ξεκίνησε, ούτε ποιους στίχους έγραψε αυτός και ποιους εγώ. Δεν έχει σημασία άλλωστε καθώς πρόκειται για μεθυσμένο αυτοσχεδιασμό και κοινή δουλειά. Όταν αισθανθήκαμε πως τελείωσε, σταματήσαμε. Ήταν έτοιμο. Έτσι, δεν χωράει καμία διόρθωση ή αλλαγή γιατί θα το καταστρέψει. Είναι το απομεινάρι που θα μας θυμίζει εκείνη τη βραδιά που μας βρήκε το ξημέρωμα συζητώντας, πίνοντας και γράφοντας στίχους. Είναι ωραίες κάτι τέτοιες συναντήσεις. Στο τέλος μου το έδωσε. Του λέω, πάρ’ το, δικό σου είναι. Όχι, πάρ’ το εσύ, μου είπε και μου το έδωσε. Την επόμενη μέρα κάθισα και το καθαρόγραψα κι εδώ σας το παρουσιάζω:

Ξημέρωμα στο καφενείο με έναν φίλο ποιητή

Καταραμένη μούσα της ζωής
σειρήνα των πόθων
η μέρα που ξημερώνει
η γυναίκα που μόλις έφυγε
και η ρακή που μένει στο τραπέζι
υποκατάστατο της χαμένης νιότης
το καφενείο έκλεισε
τα τραπέζια μαζεύτηκαν
εκτός από ένα
το δικό μου
αφέθηκα ελεύθερος να ζήσω το ξημέρωμα
την αυγή
μόνος, αλλά όχι μονάχος
σαν τον καπνό του τσιγάρου που χορεύει
και η ανυποψίαστη γυναίκα που ήρθε απέναντί μου
δόλιο κάλεσμα
δικό μου
και που με έκανε να νιώσω
την ομορφιά της ζωής
μου ξέφυγε από το χέρι
χαμένος καθώς ήμουν

Ζαχαρίας Α. – Χρήστος Ζάχος








Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ψευδαισθήσεις


Χάνω το κέντρο
Ακροβατώ μεταξύ υπαρκτού και φανταστικού
δεν μπορώ να πω με σιγουριά
Αντιλαμβάνομαι μια άλλη πραγματικότητα
δύσκολο να εξηγηθεί
ξεπερνάει τα πλαίσια λογικής και φαντασίας
με κάνει να ανακαλύπτω κόσμους άλλους
δεν είναι τίποτε παραπάνω όμως
από τους πραγματικούς

Ζούμε όλοι σε μια ψευδαίσθηση
και κάπου εκεί
ενδιάμεσα ή πλαγίως
στο βάθος ή καθέτως
πηγάζει η τέχνη

Κι η ζωή











Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Ένας καθημερινός θάνατος


Οι ποιητές έχουν σταματήσει να πηγαίνουν σε μπαρ
Προτιμούν τα ήσυχα συνοικιακά καφενεία
όπου μπορούν να κρύβονται και να αισθάνονται ασφαλείς
Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες σκιές εκεί
όμως δεν τους ενοχλούν
Ίσως και να τους εμπνέουν
Εργαλείο απαραίτητο για τη δουλειά τους
κι ένα καραφάκι ρακή
ένα πιατάκι με μεζέ – δεν το έχουν καν αγγίξει
και μια λευκή κόλλα που τους χλευάζει
Τι βάσανο
δεν γεμίζει
πέτα τη στα σκουπίδια
απόψε θα πιούμε μόνο



Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Ενημέρωση

Η πρώτη μου ποιητική συλλογή "Η νόσος της ποίησης" που είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις ίαμβος, απ' όσο γνωρίζω, είναι εξαντλημένη. Αν βρείτε κάνα βιβλίο ξεχασμένο σε κάνα ράφι βιβλιοπωλείου, μπορείτε να το πάρετε, κλέψετε ή να κάνετε ότι θέλετε.
Τη δεύτερη λογοτεχνική δουλειά μου με ποιήματα και πεζά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης "Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου", μπορείτε να τη βρείτε ακόμα, να την παραγγείλετε ή να την κατεβάσετε δωρεάν από εδώ:http://www.gavrielidesbooks.gr/showebook.aspx?vid=1289
Όσο για την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά "Χ-έγερση υποσυνειδήτου", μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ χαμηλή τιμή από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων (Καλλιδρομείου 30 Εξάρχεια) καθώς και κάποια αντίτυπα από τις προηγούμενες δουλειές μου.https://ekdoseisynadelfwn.wordpress.com/…/%CF%87-%CE%AD%CE…/

Ωστόσο, η νέα μου δουλειά δεν έχει πάρει το δρόμο του τυπογραφείου καθώς ακόμα τη δουλεύω. Θα ενημερωθείτε σχετικά από δω.
Μπορείτε όμως να ακούσετε και να κατεβάσετε ελεύθερα το cd που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση..." από τη σελίδα μου στο soundclound εδώ 
Μένουμε σε επαφή. Καλή ανάγνωση και καλά να περάσετε!
Εβίβες σε όλους!

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Η τέχνη της ζωής

Πλάκα έχει ο υπερρεαλισμός. Αλλά προτιμώ τον εξπρεσιονισμό. Ιδιαίτερα τον αφηρημένο. Για τη γραφή μιλάω. Στη ζωγραφική, προτιμώ τον ιμπρεσιονισμό, με αφαιρετικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Ο ρεαλισμός είναι εξαιρετικά βαρετός. Στην ουσία, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η τέχνη της ζωής.
Η ζωή είναι τέχνη. Υπέρτατη. Μην την κάνεις βαρετή, άθλια, ρουτίνα. Θα την επωμιστείς έτσι. Κάνε την ωραία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Ας βάλουμε τα δυνατά μας λοιπόν. Τα πάντα είναι στο χέρι μας. Και στο πόδι μας. Και όπου αλλού θες. Άσε με τώρα καθώς πρέπει να ξαπλώσω στο ταβάνι. Δεν υπάρχουν γύψινοι μαίανδροι που στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους. Αλλά ίσως και να είναι. Ταπεινή τέχνη δίχως ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου; θα πρέπει τώρα να έρθω κοντά σου. Κατακορύφως.
(Όποιος δεν καταλαβαίνει τον υπερρεαλισμό του Καρυωτάκη, πώς να μπορέσει να καταλάβει τον δικό μου αφηρημένο εξπρεσιονισμό).
Η ζωή είναι ποίηση. Αν δεν είναι, θα πρέπει να γίνει. Έτσι απλά. Τίποτε άλλο. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Μυγάκια μπεκρήδες



Υπάρχουν κάποια μικροσκοπικά μυγάκια μπεκρήδες. Είναι αυτά που αποφασίζουν να δώσουν τέλος στη ζωή τους βουτώντας στο ποτό σου. Είναι επίμονα, δεν τα παίρνεις χαμπάρι, και πάντα, αφού πάρουν αυτό που θέλουν, πεθαίνουν μέσα σε αυτό. Όπου υπάρχει αλκοόλ, υπάρχουν και αυτά. Βουτιά θανάτου στο ποτήρι σου. Και όταν πας να πιεις την επόμενη γουλιά, αν δεν τα προσέξεις, τα πίνεις κι αυτά μαζί. Όταν τα προσέξεις όμως, βάζεις το δάχτυλό σου και τα μαζεύεις από το ποτήρι σου. Αν και πεθαμένα, δεν φαίνονται δυσαρεστημένα.
Και να, τώρα που γράφω για όλα αυτά, άλλο ένα αποφάσισε να πεθάνει στο ποτήρι μου. Γαμημένοι μπεκρήδες, φύγετε από δω! Μη μου πίνετε το ποτό! Βάζω το δάχτυλο να το αφαιρέσω και πίνω.

Τελικά αυτά τα γαμημένα μυγάκια μπεκρήδες, μοιάζουν πολύ με τους ποιητές. Ή μήπως είναι οι ψυχές των ποιητών που μας συντροφεύουν; Δεν ξέρω, γι’ αυτό και τα απομακρύνω – νεκρά – από το ποτό μου. Δεν θα ήθελα να πιω τους ποιητές μου. Ή μήπως κάνω λάθος και τελικά, αυτός είναι ο σκοπός. Να κοινωνήσω την ουσία τους με αυτόν τον τρόπο. Χμ.. τώρα που το λέμε, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Την επόμενη φορά δεν θα αφαιρέσω την ψυχή του ποιητή από το ποτήρι μου.  Θα την πιώ! Τι σκατά; Τα ίδια κουμάσια είμαστε. Εβίβες λοιπόν! 

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Αντίδραση



Πάντοτε ένοιωθα παράνομος. Παράνομος και μια αίσθηση ενοχής πως εγώ φταίω. Από μικρό παιδί. Απ’ όταν ξεκίνησα να μαθαίνω τον κόσμο, η φύση μου δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Η κοινωνία ήταν ένα στενό πλαίσιο κι εγώ εξείχα. Έτσι, από το νηπιαγωγείο ακόμη, θυμάμαι εκείνη τη φορά που τους είχα κλειδώσει όλους μέσα σπάζοντας το κλειδί. Και τότε που είχα ρίξει κάτω τα σκηνικά που μας κάναν κουκλοθέατρο, γιατί, έτσι. Κι αργότερα στο δημοτικό που κατέβαζα τα βρακιά από τις συμαθήτριές μου, για να δω τι διαφορετικό είχαν από μένα. Και είδα. Κι όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν μπάλα ή μπάσκετ, να κάθομαι παράμερα και να τραγουδώ η ζωή τραβάει την ανηφόρα, χωρίς συνείδηση των στίχων τότε και της αντικοινωνικής μου συμπεριφοράς. Ένοιωθα απολύτως φυσιολογικός, το λάθος το είχαν οι άλλοι, αυτοί που γίνονταν μάζα. Ήξερα πως είμαι μονάδα και μάλιστα, μια ιδιαίτερη. Κι όταν οι μεγαλύτεροι με πείραζαν, πηδούσα πάνω με όλη μου τη δύναμη και τους άστραφτα μια μπουνιά στα μούτρα, τρέχοντας έπειτα να κλειστώ στις τουαλέτες μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για να μη με πιάσουν και τις φάω.

Κι αργότερα στο γυμνάσιο και το λύκειο που μπαίναμε κρυφά το βράδυ από το παράθυρο και κλειδώναμε την τάξη, έτσι ώστε την επόμενη ημέρα να μη μπορέσουμε να κάνουμε μάθημα αν δεν παραβιαζόταν η πόρτα ή δεν φώναζαν κλειδαρά. Ως αντίδραση πάντα και χωρίς πλήρη συνείδηση των πράξεων. Μου άρεσε πάντα να ενοχλώ το σύμπαν, κι έτσι πορεύτηκα.

Αργότερα στις δουλειές που άλλαζα κάθε τρις και λίγο κι έπειτα στο στρατό, που δεν ήθελα να πάω, αλλά τότε δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. 18μηνο ήταν τότε, αλλά με τη συμπεριφορά μου, κατάφερα συν 4 μήνες φυλακή. Και παρόλα τα καψώνια και τις φυλακές, δεν τους άφησα να νομίσουν ούτε στιγμή πως με έχουν φέρει στα μέτρα τους.  Με πήγαν στον ψυχίατρο στους 14 μήνες για 6 μήνες αναβολή, αλλά δεν δέχτηκα. Αφού με φέρατε ως εδώ, θα το πάω στο τέρμα. Και συνέχισα με ένα στρατοδικείο στην πλάτη μου και πολλές φυλακές. Και τα κατάφερα και βγήκα και από κει, ηττημένος αλλά νικητής, κι ας είχαν καταφέρει να με ιδρυματοποιήσουν. Το ξεπέρασα κι αυτό. Και μετά ξανά δουλειά ή δουλεία καλύτερα, και χαμαλίκι και καταστολή.  Και πάντα αργούσα το πρωί  γιατί καθόμουν και έγραφα ως τις 04:00 και κοιμόμουν, αν κοιμόμουν, 2 ώρες την ημέρα. Και κάθε μέρα το ίδιο βιολί ώσπου, μια αυτοάνοση ασθένεια, ήρθε να με απαλλάξει απ’ όλα αυτά.

Αν δεν αντέχεις τη ζωή σου, δοκίμασε να πεθάνεις. Είναι ο μόνος τρόπος να λυτρωθείς. Αυτές τις αποφάσεις καμιά φορά, τις παίρνει το ίδιο το σώμα σε συνεργασία με την ανυπότακτη ψυχή, κι έτσι δεν χρειάζεται να γίνεις για τους άλλους αυτόχειρας. Πάει πλαγίως. Κατάφερα να επιζήσω λοιπόν, αλλά δεν άλλαξα στο ελάχιστο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό. Γεγονός είναι πως συνέχισα να αντιδρώ στο κάθε τι.
Στον αμόρφωτο εισπράκτορα του λεωφορείου, στους μικροαστούς, στους μπάτσους, στο φασισμό, στο κράτος. Αντίδραση χωρίς να με ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Αντίδραση και στις κινηματικές συνελεύσεις που αναλώνονται και ανακυκλώνονται γύρω από μια ψυχοθεραπεία, χάνοντας το στόχο και χάνοντας τα πάντα στην τελική. Αντίδραση στην αντιεπαναστατικότητα του κινήματος, αντίδραση στους συντρόφους, αντίδραση στους συμπότες και συμποσιαστές.

Το μόνο δεδομένο είναι πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και αν δεν βγούμε μπροστά απαιτώντας τα πάντα ή κάνοντας κινήσεις για να τα αποκτήσουμε χωρίς να λογαριάζουμε νόμους, κράτη και περιστάσεις, δεν θα καταφέρουμε ποτέ τίποτα. Κι επειδή όλο αυτό μοιάζει ουτοπία, συνεχίζω να κρατώ την ίδια στάση αντιδρώντας σε όλους και σε όλα.

Ίσως να μην κερδίσω ποτέ τίποτα, αλλά δεν θα έχω συμβιβαστεί ποτέ, αδιαφορώντας παντελώς για το τομάρι μου.

Αυτή είναι η δικιά μου στάση ζωής και δεν ζητώ να την ακολουθήσει κανείς.



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ποιητικές συλλογές και δίσκοι βινυλίου



Τα βιβλία με τα ποιήματα είναι σαν τους δίσκους βινυλίου. Ποτέ δεν τα ακούς / διαβάζεις μόνο μια φορά και πέρα από την προσωπική μελέτη, είναι ωραία να τα μοιράζεσαι με φίλους.
«Πήρα τα άπαντα του Σαχτούρη»
«Έλα ρε, τα έχω σχεδόν όλα, αλλά μου λείπουν κάποια… έχει και τα ρολόγια που αναποδογύρισαν ανάποδα;»
«Φυσικά, κάτσε να το φέρω»
«Διάβασέ μου κάτι ενδεικτικά» Διαβάζω…
«Ω! Αυτό μου θύμισε κάποιο από Λειβαδίτη, κάτσε να το ψάξω»
«Εμένα με παρέπεμψε σε Καρυωτάκη, άκου και θα δεις»
«Ρε συ, τέλειωσε ο Tom Waits, δεν βάζεις κάνα tiger lilies
«Μισό να το βρω, πιάσε καμιά μπύρα από ψυγείο εντωμεταξύ. Ή μήπως να το γυρίσουμε σε ρακή;»
«Ρακή καλύτερα, ρε συ, πού το βρήκες αυτό το βιβλίο; Έκδοση του 78!»
«Από παλαιοβιβλιοπωλείο μόνο 1 ευρώ! Υπάρχουν διαμάντια αν ξέρεις να ψάχνεις!»
«Έτοιμη και η ρακή, εβίβες ρε!»
«Εβίβες! Να το δυναμώσω αυτό το κομμάτι; Τα σπάει!»
«Ναι ρε, τι ρωτάς…»
«Μαλάκα, αυτό του Μπωντλαίρ δεν το είχα διαβάσει! Τι έγραφε ο μάγκας εκείνη την εποχή!...»

Και ο διάλογος δεν έχει τέλος. Ή μάλλον, μέχρι να ξεκινήσουμε να μιλάμε για γυναίκες, αλλά η ποίηση και η μουσική είναι πανταχού παρούσες. Και η γλυκιά η μέθη που παραμονεύει στη γωνία… με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως μας αρέσει.






Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Οι ιέρειες του έρωτα



Θυμάμαι, όταν βρισκόμασταν στο μεταίχμιο της εφηβείας με την ενηλικίωση, πηγαίναμε στα μπουρδέλα για να μάθουμε και να ανδρωθούμε. Οι κόκκινοι λαμπτήρες, ο χλωμός φωτισμός και η μυρωδιά από μούχλα και σπέρμα μας κατέκλυζε θεμιτά κι αθέμιτα. Το τροπάρι της γριάς τσατσάς, ήταν πάντα το ίδιο: “Καλώς τα παλικάρια! Τα κορίτσια είναι όμορφα και καθαρά! Τσιμπουκάκι, πισωκολλητό, ελεύθερα πιασίματα, 5000δρχ! Ποιος έχει σειρά;” Και μπαίναμε δειλά-δειλά, εκστασιασμένοι από καύλα που επιτέλους θα πηδούσαμε δίνοντας το τελευταίο χαρτζιλίκι μας. Κανείς μας δεν κρατούσε πάνω από 5 λεπτά (της ώρας) κι έτσι υπήρχε μια ροή στην διεκπεραίωση των καθηκόντων των ιέρειων του έρωτα. Κι έπειτα, λίγο απογοητευμένοι καθώς θέλαμε κι άλλο, αλλά σαφώς ανακουφισμένοι, βγαίναμε στον καθαρό αέρα να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας, κι αν μας είχαν περισσέψει χρήματα, να πιούμε και μια μπύρα.

Αυτές οι γυναίκες, για μας, δεν ήταν πουτάνες, όπως κοινά τις κατονομάζουν οι πολλοί, αλλά κάτι πολύ παραπάνω από κοινωνικοί λειτουργοί. Οι ιέρειες του έρωτα! Το γεγονός πως πότε – πότε ερωτευόμασταν και κάποια απ’ αυτές, ανεβάζει κατά πολύ το επίπεδο ρομαντισμού και αθωότητας που είχαμε. Αναμνήσεις από μια άλλη εποχή, που μοιάζει να είναι πολύ πίσω στο χωροχρόνο και αναπολώντας την, μας κάνει να αισθανόμαστε λίγο… μεγάλοι πια. Βλέποντας τη σημερινή σεξουαλική επανάσταση, που δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του 60 με 70, σε μια άλλη ήπειρο πολύ μακριά από μας, αντιλαμβανόμαστε πως, μαζί με την ιστορία, αλλάζουν και τα σεξουαλικά ήθη και έθιμα, συνήθειες, καταστάσεις γενικώς. Όχι πως δεν απολαμβάνουμε την εποχή μας, αλλά τότε γύρω στο 90, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Κι αυτό μας κάνει να το βλέπουμε, σαν μια ρομαντική ιστορία που έχει περάσει πια ανεπιστρεπτί.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ένα περιστατικό που έζησε κάποιος φίλος που έχω χάσει πια τα ίχνη του. Ήταν φαντάρος κάπου βόρεια και σε κάποια άδειά του, επισκέφτηκε την Αθήνα και τα γνωστά μπουρδέλα που ήταν απαραίτητα για να μπορέσεις να τη βγάλεις καθαρή. Να ξεδώσεις δηλαδή και να αφήσεις άγχη και καταπίεση, πίσω. Έστω για λίγο. Και συνέβη το κλασσικό. Ερωτεύτηκε! Η εταίρα ήταν νεαρή, 18 με 20 χρονών. Την έκλεψε, την πήρε σπίτι του να μείνει μαζί με τη μητέρα του και την αδελφή του. Δεν θυμάμαι να σας ιστορίσω πώς αντέδρασε η οικογένεια, αλλά αυτό που θυμάμαι είναι πως, όταν έπρεπε να επιστρέψει πίσω στο στρατόπεδο, αυτή δεν άντεξε μακριά του και πήρε το πρώτο λεωφορείο για να τον βρει. Και τότε φθάνει η είδηση πως η κοπέλα του έχει πιαστεί κάπου κοντά στα σύνορα και πως θα την απελάσουν. Μόλις το έμαθε, δεν υπολόγισε τίποτα. Έφυγε κρυφά από το στρατόπεδο και πήγε να την βρει για να την κρατήσει κοντά του. Λίγο αργότερα μάθαμε πως την κοπέλα την απελάσανε και πως τον Νίκο τον παρέπεμψαν στις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνας. Από τότε, δεν τον ξαναείδα, ούτε έμαθα νέα του.

Παρόμοια περιστατικά είχαμε ζήσει όλοι. Ίσως, όχι τόσο τραγικά σαν την ιστορία του Νίκου, αλλά όμορφα, ρομαντικά που κατέληγαν πάντα στην απογοήτευση. Και σιγά – σιγά, μεγαλώσαμε αφήνοντας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όλες αυτές τις καταστάσεις. Ο έρωτας είναι εύκολος πια, δεν χρειάζεται να επισκεφτούμε τέτοια μέρη. Οι εποχές έχουν αλλάξει, εμείς έχουμε αλλάξει, τα πάντα έχουν αλλάξει.


Η ατάκα όμως της γριάς τσατσάς, παραμένει και τη λέμε πότε – πότε στις παρέες για να γελάσουμε. Και πάντα γελάμε με μια γλυκιά νοσταλγία… «Τσιμπουκάκι, πισωκολλητό, ελεύθερα πιασίματα, 5000δρχ!»


Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Αποσκευές


Για λόγους αδιάστατους
έπρεπε να ταξιδεύω συχνά
Έτσι έπαιρνα πάντα τα απολύτως απαραίτητα
Το “εγχειρίδιο ευθανασίας”, ένα σκοινί  
ένα δυνατό ποτό και 2 αλλαξιές
Και μόνο όταν με συνέπαιρναν οι σκέψεις
έπιανα το τετράδιο και το βουτούσα στη λήθη
                                             Έτσι έβγαινα πάντα λυτρωμένος 

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Λίβας



Νοτιάς! Όχι, δεν τον γνωρίζεις αν δεν έχεις ζήσει εδώ. Με το που ξεκινήσει, ξέρεις πως θα μείνει. Για μια, δυο ή και τρις βδομάδες να λυσσομανάει χωρίς σταματημό, με τρομερές εντάσεις μεγέθους 130, 150 ή 160klm/h και να παίρνει τα πάντα στο πέρασμά του. Σακούλες, σκουπίδια,  φύλλα, κλαδιά, χώματα, γλάστρες… αλλά να μη σταματάει εκεί. Να ρίχνει δέντρα γερά που μπορεί να στέκονταν 50 με 100 χρόνια αγέρωχα, να τα ξεριζώνει, να τα σπάει και να βουίζει συνεχώς λυσσασμένα. Όλη την ώρα, όλη τη μέρα, όλη τη βδομάδα, να συνεχίζει, να συνεχίζει.
Να μεταφέρει σκόνη, να θολώνει την ατμόσφαιρα, να κάνει τη μέρα ωχρή και κίτρινη, να τα ξεραίνει όλα.

Να περιμένεις το βοριά ως λύτρωση και ο βοριάς να μην έρχεται. Να περιμένεις τη βροχή ως λύτρωση, και η βροχή να μην έρχεται. Να περιμένεις να περάσει, να σου κάνει το κεφάλι καζάνι, να μη τολμάς να βγεις από το σπίτι, να καταστρέφει τα σπαρτά, τα λουλούδια, τα πάντα και να βουίζει, να βουίζει μανιασμένα.

Να σε τρελαίνει, να σε τρελαίνει, να κλείνεις πόρτες και παράθυρα και να επιμένει. Να κάνει κόκκινο το χιόνι στις πλαγιές των βουνών, κίτρινη θολή τη μέρα, θερμό κύμα αέρα, να δυσανασχετείς και να υπομένεις τον εφιάλτη, μη μπορώντας να αντιδράσεις.

Να μη λέει να φύγει. Σαν να ήρθε για να σε θάψει εδώ, να σε σκεπάσει μια για πάντα, σαν να μην πρόκειται να σταματήσει αν δεν τα καταφέρει. Να χτυπάνε πόρτες και παράθυρα, να μην τολμάς να ξεμυτίσεις και να πιέζει το κεφάλι σου, να το πιέζει έως ότου τα μυαλά σου χυθούν σαν μαρμελάδα έξω από το κρανίο σου. Και να συνεχίζει, και να δυναμώνει…

                (Ο βοριάς έρχεται ως θεραπεία. Δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, ποτέ τόσο επίμονος κι έρχεται ως αγαλλίαση της ψυχής και του νου, να ξεμυτίσουμε από τις κρυψώνες μας, να δούμε όλες τις ζημιές που έφερε ο νοτιάς και να διορθώσουμε όσες μπορούμε.  Έρχεται να μας δροσίσει και να ξεκουράσει το βαβουριασμένο μας κεφάλι.)

Θα περάσει κι αυτός και θα ‘ρθει κι άλλος. Κι έπειτα άλλος. Το ζήτημα είναι πως κάθε φορά που μας επισκέπτεται, ξεχνάει να φύγει και οι μέρες και οι ώρες αυτές, είναι το λιγότερο, εφιαλτικές.



Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Τη βραδιά που συνάντησα τον Μίλτο Σαχτούρη


Υπήρχε κόσμος, οχλαγωγία πολύ
Κι όλοι γύρω από τον ποιητή
Γλείφτες κι ανίδεοι να τον επαινούν  
Επίσημοι χαλβάδες να κάνουν δημόσιες σχέσεις
Να τον βασανίσουν γενικώς
Κι αυτός, ευγενικός όπως πάντα κι ενοχλημένος
Να υπομένει

Δεν άντεξα, τους φώναξα
“Κάντε πέρα. Δεν το βλέπετε; Υποφέρει.
Άνοιξα δρόμο παραμερίζοντάς τους
Άνοιξα τα χέρια μου, μα δεν τον αγκάλιασα

Μεγάλε ποιητή και φίλε
Μίλτο Σαχτούρη
Σε χαιρετώ
Θα τα πούμε, όπως πάντα
Όπως κάθε φορά τα λέμε
Κι ας μην υπάρχεις
Κι ας νομίζω πως υπάρχω

Σ’ ευχαριστώ



Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ξάγρυπνοι φρουροί

Την ώρα που κοιμούνται όλοι, κάποιοι ξαγρυπνούν και κρατάνε τσίλιες
Για να περάσει η ώρα, ζωγραφίζουν ή γράφουν ποιήματα
Κι όταν η μέρα φέξει και ξυπνήσουν όλοι, αυτοί πέφτουν για ύπνο
να ξεκουραστούν για να συνεχίσουν και το επόμενο βράδυ

Είναι οι προστάτες των ονείρων σας
και οι εκφραστές των ανείπωτων ονειρώξεών σας
κι ας μην τους αντιλαμβάνεται κανείς 

Αυτοί πιστοί στο μυστικό σκοπό τους, συνεχίζουν ακάθεκτοι
για όλους εσάς αλλά προπαντός για τους εαυτούς τους 
Είναι οι ξάγρυπνοι φρουροί της νύχτας   

painting by Pablo Picasso

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Απρόσμενος έλεγχος υπόπτου



Επέστρεφα από την παλιά πόλη στα Περιβόλια όντας πεζός κι έχοντας πάρει μια μπύρα από το περίπτερο. Ήδη έχουμε αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία, να δούμε πώς θα πάει. Το παρουσιαστικό μου είναι αυτό που είναι, μούσια και μαλλιά. Μαλλιά όχι πολύ μακριά, αφού έκανα το λάθος να πάω να κουρευτώ και το μετανιώνω κάθε στιγμή και λεπτό, έως ότου μεγαλώσουν ξανά. Αλλά φαίνεται πως το μήκος δεν παίζει ιδιαίτερη σημασία καθώς, όπως και να είμαι, πάντα αλήτης μοιάζω. Μέσα μου, χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά καταλαβαίνω πως με βλέπουν οι μπάτσοι με τα στερεότυπά τους: Ως ύποπτο. Άρα, σωστά πράττω/υπάρχω.

Ας συνεχίσουμε όμως με την ιστορία. Έχοντας πάρει την μπύρα μου από το περίπτερο και περπατώντας κατά μήκος της παραλίας για να φτάσω σπίτι μου, τη στιγμή μάλιστα που στάθηκα να στρίψω ένα τσιγάρο (από τα απλά, με καπνό), φαίνεται πως προσέλκυσα το ενδιαφέρον του περιπολικού που σταμάτησε δίπλα μου και γυρνώντας το κεφάλι, είδα 2 μπάτσους να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Ντυμένοι με αλεξίσφαιρα, ασύρματους και όπλα, ο ένας γύρω στα 30 κι ο άλλος, ανάθεμα αν είχε κλείσει τα 20. Το χειριστήκαν σωστά, μου έκαναν ενέδρα, ο ένας από κει κι ο άλλος από δω. Βλέποντάς τους να πλησιάζουν καθώς έστριβα το τσιγάρο μου, απευθύνομαι σε αυτούς με την ευγένεια που με χαρακτηρίζει, λέγοντάς τους:

«Καλησπέρα σας κύριοι. Σε τι μπορώ να βοηθήσω;»
«Καλησπέρα» μου απαντάει ο μεγαλύτερος από τους δύο και συνεχίζει: «Έχεις ταυτότητα;»
«Βεβαίως» απαντώ και ανοίγω το σακάκι μου να του τη δείξω, χωρίς εντωμεταξύ να με έχει σημαδέψει με το όπλο του. Μάλλον τους αιφνιδίασα. Ο “μεγάλος” 30χρονος μπάτσος δίνει την ταυτότητα στον 20χρονο για να την πάει στον άλλο που δεν είδα από κοντά, να την βάλουν σε ένα μηχανάκι και να κάνουν, όπως το λεν αυτοί: “εξακρίβωση στοιχείων”. Ο ίδιος που στέκεται μαζί μου, με ρωτάει: «Από πού είσαι;» και του απαντώ: «Έχω ζήσει σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. Έχω γεννηθεί στην Αθήνα και τα τελευταία 10 χρόνια μένω εδώ.» Προσπάθησε να κρύψει τον εντυπωσιασμό του και συνέχισε:
«Τι δουλειά κάνεις;» Εδώ φαίνεται πως τον μπλόκαρα λίγο καθώς του είπα την αλήθεια χωρίς καμία αναστολή:
«Είμαι ζωγράφος, λογοτέχνης και ποιητής. Αλήθεια, διαβάζεις καθόλου ποίηση;» Εντάξει, το ομολογώ, αυτό δεν έπρεπε να το κάνω, αλλά το έκανα. Και η προφανής απάντηση, ήρθε κι έκατσε σαν να την είχα σχεδιάσει:
«Πέρα από το σχολείο, όχι». Ωραία λοιπόν, για να στείλουμε αδιάβαστο το μπατσάκι, σκέφτηκα κι έπραξα:

«Το σχολείο καταστρέφει την ποίηση βάζοντάς την σε πλαίσια. Η ποίηση είναι ένα εργαλείο που σε απελευθερώνει από τα στεγανά και σε κάνει να μπορείς να εκφράσεις την ποταπή πραγματικότητα ή οποιοδήποτε συναίσθημα, αντίληψη και λοιπά, με όμορφο τρόπο. Είναι μια τέχνη που αναιρεί κάθε νόμο, διατηρώντας την απόλυτη ελευθερία έκφρασης και που όλο αυτό συντελεί στη δημιουργία ενός έργου, που υπερβαίνει πολλές φορές και τις δυνατότητες του ίδιου του δημιουργού. Είναι η ομορφιά της ζωής»

Εντάξει, ο μπατσάκος έμεινε μαλάκας και για να μη φανεί τελείως άσχετος και απαίδευτος, είπε «Συμφωνώ»! Το παιχνίδι ήταν δικό μου κι αφού είχε αποδέκτες, αποφάσισα να το πάω λίγο παραπέρα. Έτσι, ανακρίνω εγώ: Από πού είσαι; ερωτώ. Από δω, μου λέει. Από ποιο χωριό; Ξαναρωτώ. Από την πόλη μου λέει. Και φαίνομαι ύποπτος; Ξαναρωτώ. Όλοι, μου λέει, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Δεν μου απαντάς, του λέω, αλλά δεν πειράζει. Μπορώ να καταλάβω. (θα μπορούσα να είμαι πιο καυστικός, αλλά αποφάσισα να μην είμαι καθώς ήθελα να κοιμηθώ σπίτι μου.)

Μετά με ρωτάει, πού πάω. Εδώ πιο κάτω του λέω, στη γυναίκα μου που με περιμένει. Είναι φιλόλογος σε ένα ορεινό χωριό. (Αυτό ήθελα να το τονίσω για να τον κάνω να αισθανθεί ακόμα πιο άβολα)

Φιλόλογοι, λογοτέχνες, ζωγράφοι, προφανώς κατάλαβαν πως δεν μπορούν να καταλάβουν και μη μπορώντας να με μαζέψουν για μια μπύρα, με άφησαν ελεύθερο. Κι εγώ, πίνοντας την μπύρα μου επιδεικτικά και καπνίζοντας το “νόμιμο” τσιγάρο μου, ενώ ο 20χρονος μπατσάκος μου έδινε πίσω την ταυτότητα, απάντησα: «Καλό σας βράδυ κύριοι!» Κάτι που φυσικά δεν εννοούσα, αλλά οι περιστάσεις με έκαναν να το πω για να μην τη βγάλω στο τμήμα. Ή απλά για να κάνω εντύπωση. Το διασκέδασα και δεν το κρύβω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά φεύγοντας από κει, ένοιωσα νικητής. Με βάλαν στο δικό τους παιχνίδι το οποίο ανέστρεψα εναντίον τους. Ίσως να μην κατάλαβαν την ειρωνεία μου, αλλά σίγουρα κατάλαβαν πως έχουν να κάνουν με κάποιον που δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί του. Είχα κερδίσει σε όλα τα σημεία.

Τελικά, το να πουλάς πνεύμα, δεν είναι εύκολη υπόθεση κι αλίμονο, δεν το έχουν όλοι.


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Σκόρπιες σκέψεις

Ι
Πέρασε μια ωραία σκέψη από το μυαλό μου, ένας συνειρμός. Ήταν πραγματικά όμορφη. Προσπάθησα να την επαναφέρω για να την καταγράψω. Άρχισε να χαλάει κι όσο πήγαινε, χαλούσε περισσότερο. Την παράτησα και πολύ σωστά έπραξα. Όταν γράφεις κάτι, πρέπει να είναι αυθόρμητο, άμεσο και να έχει τη δύναμη της απλότητας και της βαθύτητας συνάμα. Αν προσπαθήσεις να το επαναφέρεις παιδεύοντάς το, θα βγει ένα τερατούργημα. Κάποιες φορές ίσως όχι, αλλά αυτές τις φορές, η έμπνευση, ο συνειρμός, συνεχίζουν να σε ακολουθούν. Όταν όμως φύγουν, έφυγαν. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.


ΙΙ
Δεν είμαι σαν τους άλλους συγγραφείς, δεν μπορώ να γράψω όποτε θέλω, δεν μπορώ να γράψω με σύστημα, δεν είμαι συγγραφέας. Είμαι ποιητής και γράφω μόνο όταν δεν πάει άλλο. Όταν η ψυχή κοντεύει να μου βγει από το στόμα ή όταν τρελαίνομαι. Ορισμένες φορές βέβαια, καταγράφω και κάποιες ιδέες που έχω αλλά αυτό βγαίνει συνήθως ως πεζό. Κι επειδή χειρίζομαι τη γραφή με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει πολύς χρόνος ανεκμετάλλευτος. Εκεί έρχεται να κολλήσει η ζωγραφική. Δεν είμαι ζωγράφος αλλά είναι λυτρωτικό να ζωγραφίζω. Συμπληρώνει τις περιόδους λευκής σελίδας.


ΙΙΙ
Δεν είμαι ζωγράφος. Χρησιμοποιώ τη ζωγραφική ως τρόπο έκφρασης. Σκοπός μου δεν είναι να μάθω, αλλά χρησιμοποιώντας το σχέδιο και το χρώμα, μαθαίνω. Αργά, με τον δικό μου τρόπο. Γι’ αυτό, μην προσπαθήσετε να βρείτε λάθη και σωστά στα έργα μου. Είναι απλά τα έργα μου. Η ζωγραφική συμπληρώνει το ποιητικό μου έργο και αυτός είναι ο σκοπός. Να εκφράσω τον εαυτό μου μέσα από τα χρώματα και τις λέξεις. Με τις λέξεις το έχω καλύτερα, αλλά δεν θα μπορούσα να περιοριστώ σε αυτές. Το χρώμα με εκφράζει κι εκφράζομαι μέσω αυτού. Δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς.

ΙV
Ο Μάρτης κρατάει πάντα την υπόσχεσή του. Άστατος, μια καλοκαίρι, μια χειμώνας. Μέχρι εχθές μας βασάνιζε ένας τρελός νοτιάς. Σκόνη, ζέστη, και δυνατός επίμονος αέρας. Κι ένα απόγευμα, η μέρα έγινε ωχρή, κίτρινή και θολή. Ο νοτιάς χαμήλωσε τις εντάσεις. Έπεσε λίγη βροχή. Λάσπη. Αλλά γαλήνια. Και αμέσως μετά, βοριάς. Βοριάς και βροχή. Και ο αέρας άρχισε να παγώνει όλο και πιο πολύ. Έτσι ώστε, όταν βγήκα από το σπίτι, ένιωσα τον χειμώνα που δεν είχε φέρει ο Φλεβάρης. Με ένα μπουφανάκι κατάλαβα πως χρειάζομαι κασκόλ και κάτι πιο ζεστό να φορέσω. Χειμώνας! Κι έχει πλάκα, γιατί εχθές ήταν καλοκαίρι.

Αλλά καλά κάνει. Πρέπει να βρέξει να κάνει κρύο. Πόσα κρύα μας έμειναν; Ένα δυό ακόμα. Μετά έρχεται ο Απρίλης και νιώθεις για τα καλά την άνοιξη. Έπειτα ο Μάης και πάλι καλοκαίρι. Αυτή η βασανιστική εποχή που λες και θέλει ο ήλιος να κάψει τον πλανήτη μας. Που τα πάντα αδρανούν και η φύση κιτρινίζει. Που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πέρα από το να προσμένουμε τον ερχομό του φθινοπώρου. Κι ας ελπίσουμε πως τον επόμενο χειμώνα, θα τον καταλάβουμε ως χειμώνα και όχι ως άνοιξη ή καλοκαίρι. Αλλά ο Μάρτης, κράτησε την υπόσχεσή του και πάλι. Ποτέ δεν μας προδίδει ο Μάρτης, είναι τίμιος.


Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Κυνικό άσμα (η αναρχία) - μια αυθόρμητη στιγμή


Αρχικά, δεν ήξερα αν έπρεπε να ανεβάσω αυτό το απόσπασμα από την παρουσίαση στις 5/1/16 στον χώρο των εκδόσεων των συναδέλφων. Ούτε τελικά είμαι σίγουρος. Έγιναν, όμως, όλα τελείως αυθόρμητα. Ο φίλος ο Γιάννης που πάντα με βοηθάει στις παρουσιάσεις, η έμπνευση της στιγμής κι ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα με ένα τελείως αιρετικό "ποίημα" / τραγούδι - όπως το είχα σκεφτεί πριν καν το γράψω, παίρνοντας το μπάνιο μου λίγο καιρό πριν. Δηλαδή, υπήρχαν όλα στο κεφάλι μου και το ποίημα είχε εκδοθεί στην τελευταία μου ποιητική δουλειά το 2014. Αλλά, τίποτε άλλο. 

Καθώς είχα αναλάβει την απαγγελία της ποίησής μου με τη συνοδεία της κιθάρας του Γιάννη, μου ήρθε αστραπιαία η σκέψη και πρότεινα τον ρυθμό. Ο Ρυθμός έγινε πράξη αμέσως και οι στίχοι ήρθαν απλά να κολλήσουν σε αυτόν. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα παρατηρήσετε κι εσείς βλέποντας και ακούγοντας το απόσπασμα αυτό. Ο ήχος βέβαια και η εικόνα, είναι τελείως ερασιτεχνικά με τα πενιχρά μέσα που διαθέταμε, αλλά ήταν το μοναδικό που μπορούσαμε να κάνουμε. Τα ακουστικά ή ένα ζευγάρι καλών ηχείων, ίσως βοηθήσουν στην παρακολούθηση του παρακάτω αποσπάσματος. 

Το "ποίημα" αυτό, είχε γραφτεί (ναι από μόνο του) το 2012 και την πρώτη δημοσίευση μπορείτε να βρείτε εδώ. Την πρώτη δημόσια απαγγελία, στο βίντεο που ακολουθεί: 



Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Περί γραφής ΙΙ



Η ωραία της παρέας, τι μας λες ρε Πολυχρόνη, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι.

Είναι αφάνταστο το τι ασυναρτησίες μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας συγγραφέας με σκοπό να πάρει την κινητήρια δύναμη για να ξεκινήσει το έργο του. Να καταφέρει να βουτήξει στο υποσυνείδητό του και απ’ αυτό, να αντλήσει λέξεις και έννοιες  που, δεν θα μπορούσε να βρει διαφορετικά, παρά μονάχα με τον τρόπο: δεν σκέφτομαι και γράφω. Η αναίρεση μπροστά σε κάθε συμβατική έννοια, το αντί, το στερητικό Α. Την ίδια του την οντότητα, ψυχή τε και πνεύματι, σε μια αντιπαράθεση με όλον τον κόσμο.

Αλλά σκοπός όλης αυτής της άρνησης είναι, να βρεθεί ο τρόπος ο οποίος θα μας δείξει μια αλήθεια που, με συμβατικό τρόπο και λογική, δεν θα ανακαλύπταμε ποτέ. Είναι το φτυάρι, ως εργαλείο, που σκάβει μέσα μας για να ανακαλύψουμε πράγματα που το συνειδητό δεν θα μας επέτρεπε διαφορετικά.

Πώς ο Πινόκιο πήρε ζωή από τον Τζεπέτο και η μύτη του μεγάλωνε όταν έλεγε ψέματα, ή πώς ο Κάφκα μεταμορφώθηκε σε κατσαρίδα και ο Φίλιπ Ροθ  σε βυζί; Πώς ο ονειροπόλος του Καρυωτάκη ήθελε να κλείσει το χρόνο σε ένα κουτί και να ελευθερώσει κάθε άνθρωπο από τις συμβατικές του καθημερινές υποχρεώσεις;

Η φαντασία και το ταλέντο, δεν φτάνουν από μόνα τους. Το φτυάρι ως εργαλείο εσωτερικής αναζήτησης στο υποσυνείδητο, μπορεί να αναδείξει τις κρυφές έννοιες του νου, που δίχως αυτό, θα ήταν δύσκολο ή και ακατόρθωτο να ανακαλύψουμε.  Η ελεύθερη γραφή, το κίνημα του υπερρεαλισμού και η μεθοδευμένη μελέτη ωραίων ποιητών, μας δείχνουν το δρόμο.

Η τέχνη να το ανακαλύψεις, να το συντάξεις και να βγάλεις κάτι εντελώς δικό σου, είναι μια τέχνη που δεν μπορεί να διαχειριστεί – ούτε να καταλάβει – ο καθένας. Σήμερα, γράφουν όλοι, αλλά ουσιαστικά, κανείς δεν ξέρει να γράφει. Είναι ένας αέναος αγώνας να ανακαλύψεις τον εαυτό σου και την τέχνη σου. Αρκεί να έχεις κάτι να πεις. Διαφορετικά, άστο, βαρεθήκαμε.

Κι όσο για τους «κριτές», αναγνώστες ή σχολιαστές του έργου σου που δεν έχουν περάσει απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αλήθεια, τι μπορούν να καταλάβουν; Τίποτα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται; Αφού αδιαφορεί γι' αυτά κι ο ίδιος ο δημιουργός. Οπότε, γεια και χαρά. Σε έναν άλλο κόσμο ίσως…




Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Φωτογραφίες από την παρουσίαση 5/1/2016 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων

ψυχεδέλεια και χάος

Σκίτσο του φίλου Γιώργου Μικάλεφ 
για την παρουσίαση

Αυτοί είναι! Δόσιμο στεγνό.

Γιάννης Ισαακίδης (κιθάρα), η αφεντιά μου και ο 
Κώστας Λεγάκης να προλογίζει το έργο μου




Σοβαρά τώρα, θέλετε κι άλλο;


Να κάνουμε ένα ακόμη τσιγάρο



Άντε, εβίβες λοιπόν!


Αυτά. Εις το επανιδείν. 

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Παρουσίαση στην Αθήνα - "Χ-έγερση Υποσυνειδήτου"

Την Τρίτη 5/1/2016 στις 7:30μμ
Στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια
Σας καλούμε σε μια βραδιά ποίησης και μουσικής
Θα διαβάσω ποιήματα από την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά
Χ-έγερση Υποσυνειδήτου
και θα με συνοδέψει με την κιθάρα του ο
Γιάννης Ισαακίδης
Σας περιμένουμε να τα πούμε από κοντά