Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Η έμπνευση, μια σπάτουλα και το εξαίσιο πτώμα




Μπήκε άξαφνα στο δωμάτιο
Οι κινήσεις έγιναν αστραπιαία. Με είχε αποσπάσει την ώρα της έμπνευσης. Η σπάτουλα βρισκόταν στο τραπεζάκι. Την άρπαξα και του έκοψα το λαιμό πέρα ως πέρα. Δε φανταζόμουν πως η σπάτουλα ζωγραφικής μπορεί να γίνει φονικό εργαλείο. Αλλά εδώ που τα λέμε, κι ένα πινέλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φονικό εργαλείο. Σπαρταρούσε και σκόρπιζε το αίμα παντού. Περίμενα να ησυχάσει. Μια για πάντα. Κι όντως, ησύχασε. Μια για πάντα. Τον άρπαξα από τα πόδια και τον έσυρα μέχρι το μπάνιο – τον πέταξα μες την μπανιέρα και άνοιξα τη βρύση. Πώς βρέθηκε μες το δωμάτιο, από πού μπήκε, τι ήθελε; Κρίμα, δεν πρόφτασα να ρωτήσω, δεν θα μάθαινα ποτέ. Τώρα ήταν αργά. Ή μήπως όχι;




            Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, είδα πως υπήρχαν αίματα παντού. Αυτή η εικόνα, δεν το κρύβω, μου γέννησε μια νέα έμπνευση. Έπιασα αμέσως τα πινέλα μου και άπλωσα το φρέσκο αίμα στον καμβά με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις. Ήταν ολοφάνερο, τώρα ήξερα τι να κάνω. 

Έπιασα τα χρώματα και άρχισα να τα αναμιγνύω με το ζεστό ακόμα, αίμα. Το αποτέλεσμα γινόταν όλο και καλύτερο, αλλά δεν με γέμιζε ακόμα για να σταματήσω. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια φαεινή ιδέα κι έκανα τρις περιστροφές στο δωμάτιο. Μόλις είχα ανακαλύψει μια τεχνική που – ανάθεμα – κανένας άλλος ζωγράφος δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει. Μια καινοτομία, κάτι μοναδικό, κάτι ολόδικο μου. Ένας μοναδικός τρόπος να εισχωρεί το ένα χρώμα μέσα στο άλλο, διατηρώντας την ακεραιότητά του, αλλά να αναμιγνύεται σε έναν βαθμό και με τα άλλα χρώματα, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο, χρησιμοποιώντας την κίνηση, δείχνοντας κίνηση, αποτυπώνοντας κίνηση, παίζοντας και γελώντας σε έναν ψυχεδελικό χορό, που εγώ και μόνον εγώ ξέρω να χορεύω. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Σαν να είχε συντελέσει μια άλλη δύναμη για να γίνει, σαν να το είχε φτιάξει κάποιος άλλος και όχι εγώ. Κι όμως, εγώ το είχα φτιάξει.

Άφησα το έργο να στεγνώσει και περίμενα. Ήμουνα ήρεμος τώρα, ικανοποιημένος. Άναψα ένα τσιγάρο κι έβαλα ρακή στο ποτήρι. Τα αίματα θα προσπαθούσα να τα καθαρίσω την επόμενη το πρωί. Ήμουν εξαντλημένος. Τι θα έκανα όμως με εκείνο το πτώμα; Ποιος να ήταν άραγε και πώς μπήκε εδώ μέσα; Πήγα στο μπάνιο να κοιτάξω. Τα αίματα ήταν μέχρι την μπανιέρα, η μπανιέρα γεμάτη νερό και το πτώμα… το πτώμα… δεν είναι δυνατό. Τι έγινε το πτώμα; 






3 σχόλια:

Malabar ista είπε...

Το πτωμα? Δεν εφυγε. Δεν ηρθε καν. Δαιμονας ηταν, σκηνοθετησε την αυτοκτονια του και σου προσφερε τη σπατουλα, διαταζοντας να γινεις εσυ δημιουργος του εργου που ποτε δεν φτιαχτηκε. Ο δικος σου θανατος μπροστα στον καμβα ηταν ο στοχος του- ο δικος σου θανατος ηδονικα αναμιχθηκε με το αιμα του, θυσιαζοντας και τους δυο σας στο βωμο της απολυτης εμπνευσης.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΟΥ είπε...

o pollock itan :P

Χρήστος Ζάχος είπε...

μπα... εγώ ήμουν. Μόνο που δεν το κατάλαβα...