Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Εξάγνιση


Μέσα στη δίνη του ανεμιστήρα
υπό τους ήχους του γειτονικού παλαιού
θορυβώδες κλιματιστικού
τον ήλιο που εισβάλει στο δωμάτιο
και την εξάντληση από την παρατεταμένη ζέστη
τέλη Αυγούστου
αναμένοντας τα πρωτοβρόχια
και το βοριά
να καθαρίσει, να εξαγνίσει το βάρος
που στάθηκε στο στήθος
πέτρα βαριά
και να μας ελευθερώσει επιτέλους
να μας λυτρώσει, να αναγεννηθούμε
και να ζήσουμε καθάριοι – ξανά από την αρχή


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Hotel Alyzia


Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα στο κέντρο της Αθήνας κι έπρεπε να βρουν κάπου να μείνουν. Γύριζαν από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο αλλά, όλα ήταν πλήρη. Μετά από πολύ ταλαιπωρία, κατάφεραν να βρουν ένα, το πιο φθηνό ίσως της περιοχής – με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Αφού υπήρξε διαθέσιμο δωμάτιο να τους στεγάσει για εκείνο το βράδυ, δεν σκέφτηκαν τίποτε άλλο και το έκλεισαν αμέσως. Άλλωστε, αυτά τα μέρη, αντλούν μια παράξενη γοητεία σε ανθρώπους σαν αυτούς.

Αυτή ήταν μια νεαρή ηθοποιός κι αυτός ένας ρέμπελος ποιητής, σαφώς μεγαλύτερός της. Πήραν το κλειδί από τη ρεσεψιόν κι άρχισαν να ανεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα για τον τρίτο όροφο. Ανελκυστήρας, φυσικά και δεν υπήρχε και ούτε κάποιο σκοινί για να σκαρφαλώσουν – αστειάκι που τους έκανε ο ρεσεψιονίστ. Δεν είχαν πολλά πράγματα, μια μικρή βαλίτσα κι ένα σακίδιο πλάτης. Πέρασε αυτή μπροστά, λαμπερή κι αεράτη όπως πάντα, με ένα κοντό φορεματάκι να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός ακολουθούσε από πίσω απολαμβάνοντας το θέαμα. Σε κάθε βήμα, η σκάλα έτριζε – το κτήριο ήταν παλιό, του 70 χωρίς καμία μετατροπή από τότε και τους μετέφερε σε μια άλλη εποχή. Οι κρότοι των βημάτων και το τρίξιμο της ξύλινης σκάλας, έδιναν έναν ιδιαίτερο τόνο στο χώρο και τη νύχτα. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος όροφος. Φως στο διάδρομο του τρίτου δεν υπήρχε. Άναψε τότε τον αναπτήρα του για να βρει την κλειδαρότρυπα, ξεκλείδωσε την πόρτα και πέρασαν στο δωμάτιο.

Ευτυχώς, εκεί υπήρχε φως. Υπήρχε επίσης ένα ημίδιπλο κρεβάτι με ένα σεντόνι από κάτω κι ένα μαξιλάρι χωρίς μαξιλαροθήκη. Ο τοίχος δίπλα στο κρεβάτι είχε λεκέδες από αίμα – ίσως από σκοτωμένα κουνούπια ή από κάποιο φονικό που δεν έμαθε ποτέ κανείς και ο δολοφόνος τα καθάρισε λίγο πρόχειρα. Είχε όμως κουζινάκι, νεροχύτη, κάποια ποτήρια, ένα τραπεζάκι και 2 καρέκλες, μια τουαλέτα με διαρροή στο καζανάκι και σπασμένο καπάκι λεκάνης. Υπήρχαν και 2 ντουλάπες. Η μια είχε ένα χρησιμοποιημένο βρώμικο σεντόνι και η άλλη κάποιες κουβέρτες πεταμένες χύμα μέσα, καθώς κι ένα ακόμη μαξιλάρι. Υπήρχαν και 2 παράθυρα με μπετούγια και πατζούρια με αναδιπλωμένα φύλλα παλιού τύπου. Όλα έμοιαζαν υπέροχα. Θα ζητούσαν μονάχα 2 μαξιλαροθήκες και θα ήταν εντάξει. Άφησαν τα πράγματά τους και βγήκαν από το δωμάτιο. Η πόρτα δίπλα, οδηγούσε στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Πέρασαν να εξερευνήσουν. Στην ταράτσα υπήρχαν 2 τραπεζάκια και κάποιες καρέκλες. Θέα είχαν τις αντικρινές πολυκατοικίες κι έναν ουρανό. Θα τα χρησιμοποιούσαν μετά την έξοδό τους. Τώρα όμως, έπρεπε να φύγουν και να βρουν ένα ωραίο σημείο να ησυχάσουν και να πιουν στο γεγονός πως κατάφεραν επιτέλους να βρουν ένα σημείο για να περάσουν το βράδυ.  Άρχισαν λοιπόν, να κατεβαίνουν την παλιά ξύλινη σκάλα. Αυτή μπροστά κι αυτός ακολουθούσε. Του άρεσε να χαζεύει τα γοφιά και τις γάμπες της. Της άρεσε να ξέρει πως την παρακολουθεί και τον προκαλούσε με κάθε της κίνηση. Χωρίς να το γνωρίζουν, γέμιζαν με μια απροσδόκητη ομορφιά το χώρο.


Μετά από λίγες ώρες, επέστρεψαν πιωμένοι από την έξοδό τους, κρατώντας μια σακούλα με μπύρες για να συνεχίσουν στην ταράτσα. Ανέβηκαν τη σκάλα κατά τον ίδιο τρόπο. Αυτή τη φορά, το μέρος αυτό τους φάνηκε αναπάντεχα οικείο. Ίσως, σε κάποια προηγούμενη ζωή να είχαν ζήσει εκεί. Ίσως, αυτοί να το έφτιαξαν ή ακόμα καλύτερα, να είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς τους δύο. Έφτασαν στο δωμάτιο κι αυτός άνοιξε την πόρτα χωρίς να χρειαστεί αναπτήρα για φως. Άφησαν τις υπόλοιπες μπύρες στον πάγκο, πήραν δύο και βγήκαν να τις πιουν στην ταράτσα κοιτώντας τα άθλια κτήρια της περιοχής. Τα κτήρια υψώνονταν μπροστά τους σαν κλουβιά, ενώ κάτω, έβλεπαν τους λερούς ασήμαντους δρόμους με το χλωμό φωτισμό των δημόσιων λαμπτήρων να τους περιγράφει. Ήταν αργά κι επικρατούσε σχετική ησυχία. Είχε ησυχάσει η μέρα και η ζέστη, κι έτσι, η νύχτα τους χάριζε μια ανεπαίσθητη δροσούλα – που όμως ήταν λυτρωτική. Κάθισαν δίπλα ο ένας στον άλλο. Εκεί υπήρχε μια γλάστρα με χώμα - χωρίς φυτό – και αποφάσισαν να τη χρησιμοποιήσουν για να σβήνουν τα τσιγάρα τους. Άφησαν τις μπύρες κάτω κι άπλωσαν τα πόδια τους στα κάγκελα της ταράτσας. Αυτός, ζαλισμένος καθώς ήταν, άρχισε να μιλάει:

«Δες όλα αυτά τα κλουβιά που κρύβουν οι άνθρωποι τις ψυχές τους, τη μιζέρια που τους περικλείει και όλα αυτά τα άθλια κτίσματα που υψώνονται μπροστά μας. Κοίταξε το δρόμο κάτω κι αυτό το ωχρό φως που περιγράφει τόσο όμορφα το τοπίο. Είναι παράξενο που όλη αυτή η αθλιότητα έχει να προσδώσει κάτι όμορφο, όχι για όλους, αλλά μονάχα γι’ αυτούς που είναι σε θέση να το δουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν κι εμείς τους κοιτάμε από ψηλά, λες και δεν είμαστε όμοιοί τους. Ίδιοι είμαστε όλοι, αλλά τουλάχιστον, εμείς μπορούμε και βλέπουμε – και δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να δουν. Δεν είμαστε καλύτεροι, αλλά κάνουμε τις επιλογές μας, κι αυτό που επιλέγουμε, είναι η ζωή! Με κάθε κόστος και το πληρώνουμε καθημερινά. Ω! δεν ξέρω, μάλλον έχω μεθύσει και δεν ξέρω τι λέω, αλλά εδώ, περνάμε τόσο όμορφα, κι αυτό είναι ένα ποίημα για σένα!»

Τον κοίταξε και του είπε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτσι και πόσο τυχεροί είναι που έχουν ο ένας τον άλλο και που μπορούν να βρήσκουν την ομορφιά οπουδήποτε κι αν υπάρχει. Σήκωσε την μπύρα της να κάνουν μια πρόποση. Ήπιαν και συνέχισαν τη βραδιά τους συζητώντας ώσπου, άκουσαν μια γυναικεία φωνή από το διπλανό δωμάτιο, εμφανώς ενοχλημένη να λέει: «Άσε με! Δε θέλω!» κι έπειτα κάποια χτυπήματα και κρότους, και αυτή ανησύχησε. Αυτός της είπε πως είναι συνηθισμένο, και πως, αν δεν ακούσουν τίποτα τραβηγμένο, δεν χρειάζεται να επέμβουν. Συνέχισαν την κουβέντα τους και η φωνή αυτή ακούστηκε ξανά, πιο ενοχλημένη κι έπειτα κάποια χτυπήματα πιο δυνατά. «Μα, τι κάνει, τη δέρνει;» ρώτησε αυτή κι αυτός απάντησε «Δεν ξέρω, ας τους αφήσουμε λίγο να δούμε πώς θα εξελιχθεί.» Έπειτα επικράτησε ησυχία για λίγο και μετά ξανά: «Άσε με σου λέω! Δε θέλω!» και ακουγόταν μόνο η φωνή της γυναίκας, ο άντρας φαίνεται μιλούσε χαμηλά ή δεν μιλούσε καθόλου και ξέσπαγε στα αντικείμενα. Μα, ναι, έτσι πρέπει να ήταν καθώς τα χτυπήματα δεν συνοδεύονταν από γυναικεία φωνή.

Έτσι, οι ερωτευμένοι εραστές, δεν έδωσαν άλλη σημασία στο ζευγάρι που δεν τα έβρισκε στο διπλανό δωμάτιο και συνέχισαν να κάνουν αυτό που έκαναν, συζητώντας, φιλοσοφώντας, πίνοντας κι ανταλλάσοντας φιλιά και χάδια, κάτω από τον σκυθρωπό θερινό ουρανό της Αθήνας με θέα τις άθλιες πολυκατοικίες και τον χλωμό φωτισμό του δρόμου, βλέποντας τα πάντα από ψηλά, ίσως πολύ πιο ψηλά από την ταράτσα του ξενοδοχείου που πίστευαν πως βρίσκονταν και συνέχισαν να ομορφαίνουν το τοπίο, τη βραδιά και κάθε τι άλλο που τους περιέκλειε… ή καλύτερα, κάθε τι άλλο που περιέκλειαν αυτοί. Γιατί, όπως γνωρίζουμε καλά, τους εραστές δεν τους περικλείει τίποτε άλλο πέρα από τον έρωτά τους.


Δεν είχε περάσει ώρα όταν αισθάνθηκαν πως δεν είναι πια οι μόνοι θαμώνες της ταράτσας. Και μάλιστα ακούγοντας επίμονα έναν αναπτήρα που δεν ανάβει, να κάνει προσπάθειες ξανά και ξανά. Προφανώς, ο τύπος από το διπλανό δωμάτιο, είχε βγει να κάνει τσιγάρο. Κάθισε λίγο παραπέρα και ρώτησε για φωτιά. Τότε, ο ποιητής άφησε για λίγο μόνη την ερωμένη του και πήγε στον μυστήριο τύπο να του προσφέρει. «Ευχαριστώ φίλε» του είπε εκείνος, «και με συγχωρείς που είμαι γυμνός» κάνοντας μια κίνηση να κρύψει τα απόκρυφά του, «αλλά αν σου βρίσκεται καμία μπύρα, θα το εκτιμούσα πολύ». «Μην ανησυχείς» του απάντησε ο ποιητής, «θα σε φτιάξω αμέσως» και πήγε στο δωμάτιο να πάρει άλλες δύο μπύρες. Μια για τον ίδιο και μια για τον παράξενο επισκέπτη. Επέστρεψε και του προσέφερε τη μία, και τότε αυτός ο μυστήριος γυμνός τύπος, έπιασε το χέρι του ποιητή και το φίλησε από ευγνωμοσύνη. Κατάλαβαν ο ένας τον άλλο κι αυτό ήταν αρκετό. Έπειτα ο ποιητής επέστρεψε στην όμορφη ηθοποιό και ερωμένη του και άφησαν τον απογοητευμένο γυμνό εραστή στην ησυχία του. Εκείνος, ήπιε την μπύρα του και κάπνισε το τσιγάρο του, αλλά δεν ησύχασε. Ήθελε να τους προσεγγίσει ξανά και απευθύνθηκε σε αυτούς από το σημείο που βρισκόταν, αλλά οι εραστές έμοιαζε να μην ακούνε. Είχαν τη δικιά τους κουβέντα και τίποτα δεν μπορούσε να τους αποσπάσει.

Εκείνη, κοιτώντας κάτω το δρόμο από την ταράτσα κι αντιλαμβάνοντας το ύψος, τον ρώτησε: «Όποτε κοιτάς από ψηλά, δεν σκέφτεσαι πως θα ήταν να πέφτεις;» Κι αυτός απάντησε, «Πάντα! Αυτή είναι η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο μυαλό. Έπειτα, καταλαβαίνω πως δεν είναι ακόμα η στιγμή, κι έτσι, το  αναβάλλω ως ιδανικός αυτόχειρας. Αλίμονο σε αυτούς που δεν σκέφτονται έτσι. Αλλά εμείς, νιώθουμε το ίδιο. Ίσως γι’ αυτό να επιλέξαμε να είμαστε μαζί. Αγαπάμε πολύ τη ζωή, κι ο θάνατος… είναι κάτι αναπόφευκτο. Όλοι θα πεθάνουμε, δεν χρειάζεται να τον προσδοκούμε, ούτε να τον προκαλούμε. Εξάλλου ο θάνατος, είναι η ανυπαρξία. Ας ζήσουμε λίγο ακόμα πριν περάσουμε σε αυτή. Ας ερωτευτούμε λίγο ακόμα τη ζωή…»  


 Οι εραστές είχαν μείνει μόνοι τους στην ταράτσα του ξενοδοχείου, βλέποντας τη μέρα να χαράζει κι ακούγοντας το πρωινό κελάηδημα των πουλιών… δεν είχε ξυπνήσει ακόμα η πόλη. Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, αποφάσισαν να πάνε να ξεκουραστούν.
Επέστρεψαν στο δωμάτιο και ξάπλωσαν στο κρεβάτι που δίπλα ήταν ο τοίχος με τα αίματα. «Κράτα με μακριά από αυτόν τον τοίχο, τον σιχαίνομαι» του είπε εκείνη κι εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του, στη μέση του κρεβατιού και βυθίστηκαν αμέσως σε έναν ύπνο δίχως όνειρα. Ήτανε και οι δυο εξαντλημένοι.


Μετά από τρεις ώρες, ξύπνησαν και οι δυο από τη ζέστη και τη φασαρία του δρόμου. Ήταν στην ίδια ακριβώς θέση που είχαν αποκοιμηθεί. Η πόλη είχε ξυπνήσει. Έκαναν έρωτα, όπως συνήθιζαν κάθε φορά που ξυπνούσαν κι έπειτα κάθισαν λίγο ακόμα στο κρεβάτι. Μετά σηκώθηκαν, κατούρησαν, πλύθηκαν κι ετοίμασαν τα πράγματά τους για να φύγουν. Η μέρα τους περίμενε, δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν.  Κατέβηκαν την ίδια ξύλινη σκάλα όπως είχαν μάθει να κάνουν. Αυτή μπροστά να κουνάει τα γοφιά της κι αυτός να ακολουθεί από πίσω απολαμβάνοντας το υπέροχο αυτό θέαμα που ήξερε πως συμβαίνει γι’ αυτόν και μόνο. Γέμισαν το χώρο με έναν ακατάβλητο ερωτισμό  – όπως κάθε φορά –  παρέδωσαν τα κλειδιά του δωματίου στη ρεσεψιόν και αποχώρισαν.

Το άθλιο αυτό ξενοδοχείο, θα έμενε για πάντα στις καρδιές τους. Εξάλλου, ή αυτοί το είχαν δημιουργήσει, ή είχε δημιουργηθεί γι’ αυτούς και μόνο.






Αναδημοσιεύτηκε στο μπλογκ "παράκοσμος" 
Δείτε εδώ



Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Αυτοπροσωπογραφία

Έχω ένα τρύπιο τζην
και δύο τρύπια παπούτσια
Φοράω μια μπλούζα λευκή
εγώ που φοράω πάντα μαύρα
Η στάχτη από το τσιγάρο
πέφτει πάνω μου
και τινάζομαι να μην πάρω φωτιά
Βγάζω αυτό το σημειωματάριο
και γράφω αυτές τις λέξεις
Είμαι αλήτης –
                δεν αμφέβαλε ποτέ κανείς
Είμαι ποιητής –
                δεν αμφέβαλε ποτέ κανείς
Κέρνα τώρα την επόμενη ρακή
και δεν θα βγάλω το μαχαίρι 




Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Ρίζες

Δεν έχω ρίζες
Κανέναν τόπο δεν θεώρησα
                                    τόπο μου
Καμία περιοχή
                 περιοχή μου
Παντού ξένος – τουρίστας
δίχως χρήματα
            δίχως αποσκευές
περιπλανώμενος αλήτης
να περιθεωρώ τον κόσμο
την κοινωνία των ανθρώπων
να κρατάω τις αποστάσεις μου
και να γράφω πάντα για τον εαυτό μου
Να είμαι ελεύθερος
                              μόνος
να γυρίζω  γυρίζω γυρίζω
φτερό στον άνεμο
                  έρμαιο κανενός


πρόχειρη ηχογράφηση του παραπάνω ποιήματος εδώ





Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Σκοινοβάτης

Με τη νηφαλιότητα της μέθης που με διακατείχε
-ως συνήθως-
βρέθηκα να ισορροπώ στο τεντωμένο σκοινί
Ζωής – Θανάτου
Σίγουρος καθώς ήμουν για τις δεξιότητές μου
έχασα την ισορροπία
και γλίστρησα στην πλαγιά
αγκαλιάζοντας αγκαθωτούς θάμνους
κι άγρια βότανα
Ένας βράχος με σταμάτησε
Λάσπες, αίματα και κάτι γρατζουνιές στο κεφάλι

Για άλλη μια φορά
υπήρξα τυχερός
κι εκείνη έγλειψε τις πληγές μου
να τις απολυμάνει

Πώς μπορεί
κυνηγώντας πάντα το θάνατο
να με βρίσκει η ζωή;

Αλίμονο...
Μου χρωστάει

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Ροή

Έβρεχε τρεις μέρες
και το φαράγγι είχε ξανά νερό
Τα πλατάνια επιβλητικά κι αρχαία
στόλιζαν τις παρυφές του
Μια λυτρωτική δροσιά
περιέγραφε το τοπίο
Ήταν καλοκαίρι, 17 Ιουλίου
και δεν υπέφερε κανείς

Δεν υπάρχει εδώ η κάψα του καλοκαιριού
Τα σώματα ανασαίνουν και ξυπνάει ο νους

Ήταν σούρουπο κι άρχισε να κάνει κρύο
Οι άνθρωποι εκεί
έπιναν ρακή, διάβαζαν ή έγραφαν
Δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς
Η φύση τους είχε παρασύρει
με την ορμητική ροή της





Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ιδιότητα: Ντι τζέι



Εχθές το βράδυ, βρισκόμουν σε μια καφετερία που τη λειτουργούν συγγενικά και φιλικά πρόσωπα.  Είχα το θάρρος να βάζω κάνα κομμάτι όταν είχα τη διάθεση. Καθώς μιλούσαμε για blues με έναν φίλο, θέλησα να βάλω να ακούσουμε το Done Got Old του Buddy Guy. Μπαίνω για λίγο μέσα, βάζω το κομμάτι και πάω να κάτσω με την παρέα μου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, λίγο πριν προσεγγίσω το τραπέζι, έρχεται μια κυρία με ύφος χιλίων καρδινάλιων και με σταματάει! Δεν θα της αρέσει ο Buddy Guy, σκέφτομαι, ή θα θέλει να ρωτήσει πού είναι η τουαλέτα. «Εσείς, περιμένετε εδώ κύριε!» μου προτάσσει. Μπα, λέω, και γιατί παρακαλώ; Είμαι από το ίκα, μου απαντάει. Και πώς μπορώ να το γνωρίζω εγώ αυτό; Τότε καταλαβαίνει πως πρέπει να επιβεβαιώσει αυτό που λέει κι έτσι μου δείχνει μια ταυτότητα πράσινη που όντως, έλεγε κάτι για ίκα. Ας αφήσω να δω τι θέλουν, σκέφτομαι. 
Έρχεται τότε μια δεύτερη ανέκφραστη κυρία, που δεν ικανοποιείται να κόβει πρόσθημα σε καταστήματα προβάλλοντας την ακαταμάχητη εξουσία που νομίζει πως έχει λόγω της θέσης της, αλλά θέλει απλά να προστατέψει το δίκιο του εργάτη! Κατανοώντας τις ευγενικές της προθέσεις, της εξηγώ πως δεν δουλεύω και πως έχω την μπύρα μου στην παρέα μου, αλλά φαίνεται πως δεν θέλει να καταλάβει και αναγνωρίζοντας την ιδιότητά μου ως ποιητή, θέλει να της υπογράψω ένα αυτόγραφο. Δέχομαι, αλλά βλέπω πως το αναλαμβάνει η ίδια: όνομα: Χρήστος, Επίθετο: Αντισθένης Ζάχος, όνομα πατέρα, μητέρας, ημ. Γέννησης, νούμερο παπουτσιών, μέσης, μπλουζάκι medium κλπ. Ωστόσο, κάνει λάθος στην ιδιότητα και γράφει, αν είναι δυνατό, ντι τζέι! Το προσέχω και το επισημαίνω: Σε αυτό το σημείο, για να πάρετε το αυτόγραφο, θα πρέπει να γράψετε ποιητής. Δεν δείχνει να πείθεται, και μου δίνει να υπογράψω. Δεν μπορώ να υπογράψω κάτι το οποίο δεν είμαι, της λέω. Εντάξει κύριε, μου λέει τσατισμένα και βάζει η ίδια μια τζίφρα. Αυτό δεν είναι αυτόγραφο, της λέω και πάω να κάτσω στην παρέα μου. Δεν περνάει πολύ ώρα και με φωνάζουν ξανά γιατί ο άλλος ο κύριος που ήταν μαζί τους, δεν μπορεί να ταυτοποιήσει τα στοιχεία.

Το Χρήστος με ήτα και δοκιμάστε αναζήτηση στο ΕΚΕΒΙ ή μπείτε απλά στο μπλογκ: Η Νόσος της Ποίησης. Εκεί θα με βρείτε!
Έπειτα έφυγα, αλλά αυτοί οι καλοπροαίρετοι κι ευγενικοί άνθρωποι, έγραψαν το μαγαζί πως απασχολεί παράνομα ντι τζέι! Θλιβερό! Ίσως μάλιστα χρειαστεί να παραστώ και στο δικαστήριο να κάνω μια παρουσίαση της νέας μου, υπό έκδοση ποιητική συλλογή: "Ασημαντότητες". Σύντομα θα ενημερώσω για σχετικές ημερομηνίες και χώρο. Μείνετε συντονισμένοι και… αναμείνατε δια τις εξελίξεις.

Για όλα φταίει ο Buddy Guy


Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Θέρος

Τσιμπάει η μύγα
τσιμπάει το κουνούπι
τσιμπάει και ο ιδρώτας που κυλάει στην πλάτη
καθώς πέφτει πάνω του μια τρίχα από τα μαλλιά
Τσιμπάει το αλάτι της θάλασσας
και ο ήλιος που καίει πάνω στο δέρμα
Τσιμπάνε τα κλαδιά από τα αρμυρίκια
οι πευκοβελόνες
κι η άμμος που κολλάει πάνω σου
Τσιμπάνε τα γαϊδουράγκαθα
το θυμάρι και οι πουρναριές

Τσιμπάει ο ήλιος στο καμένο δέρμα
και οι καλλίγραμμες καμπύλες
της ανυποψίαστης νύμφης
την καρδιά τσιμπάνε
Το βρεγμένο μαγιό τσιμπάει το πέος
που καταβάλλει προσπάθεια να μην αποκαλυφθεί 

Τα ρίγη, η αρμύρα, ο ήλιος στα απόκρυφα
ο έρωτας τσιμπάει
Ο έρωτας μονάχα
Τίποτε άλλο δεν τσιμπάει


Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Ο ύμνος του καλοκαιριού

Ο ήλιος ανελέητος
ψήνει στο grill τα τσιμέντα
τα ντουβάρια
και τις ταράτσες της μεγαλούπολης
Η φύση ασφυκτιεί  και μαραίνεται 
κιτρινίζοντας την πλάση
Μικροαστοί  και προλετάριοι
συνωστίζονται σε κολπίσκους με βρώμικα νερά
και ψήνονται στην κατάρα
της πύρινης λαίλαπας
Ο ιδρώτας και τα απορρίμματά τους
μολύνουν την ατμόσφαιρα  
κι αρρωσταίνουμε όλοι
Κατσαρίδες, κουνούπια, μύγες και σκουλήκια
κάνουν πανηγύρι πάνω απ' τα κεφάλια μας
Καυλωμένες κορασίδες
μοστράρουν τους καλλίγραμμους κώλους τους
σε ανέραστους χαλβάδες
Άστεγοι αφομοιώνονται από τα πεζούλια της πόλης
και οι δήθεν επαναστάτες
κάνουν διακοπές και κατασκήνωση
με τα λεφτά του μπαμπά

Όλοι λένε πως αγαπούν το καλοκαίρι
κι εγώ που το σιχαίνομαι
εύχομαι να μείνει για πάντα
και να μας αφανίσει όλους!




Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Δυο ακόμη ποιήματα γραμμένα στο πλοίο

Μικρή διάσωση

Τρεμόπαιζε το τραπεζάκι του πλοίου
κάνοντας τα αντικείμενα να προχωρούν
προς τις άκρες του
και πάντα
λίγο πριν πέσει κάτω
έσωζα από βέβαιη συντριβή
το ποτήρι της ρακής

Έτσι κατάφερνα μια ασφαλή πορεία


Σεληνόφως

Το φεγγάρι κόκκινο – λίγο μετά την πανσέληνο
κρύφτηκε  πίσω από τα σύννεφα
κάνοντας πιο σκοτεινή τη νύχτα
να ταιριάζει με τις ψυχές μας
και για να κρυφτούμε τελικά
μέσα εκεί

Κι έπειτα αποκαλύφτηκε ξανά
να μας φωτίσει
Μα φυσικά και για να μας φωτίσει


Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Το μουρμουρητό του καταστρώματος

Ενημερώνουμε τους κυρίους επιβάτες
να πάει να γαμηθεί η έμπνευσή σου!
Έτσι εύκολα μπορεί να σε καταστρέψει
μια ανακοίνωση στο πλοίο

Στέκομαι στο κατάστρωμα και ακούω τη λαμαρίνα που τρίζει
                                                 δίνοντας μια όμορφη υπόσταση στη νύχτα
Άλλωστε, δεν κάνει κρύο πια – τέλη Μαΐου
Δε χρειάζεται να μπω στα σαλόνια του πλοίου
                                                 τα οποία πάντα σιχαινόμουν
Εδώ μπορώ να καπνίζω
                        να γράφω και να ταξιδεύω
Ω! ώρα είναι να πάω να φέρω τη βαλίτσα μου πάνω
Αλλά κι αν δεν το κάνω
                   ποιος να θέλει κάτι παλιά και βρώμικα ρούχα
                                                  που δεν είναι καν στα μέτρα του; …
Έτσι έζησα πάντα ασφαλής
                   κι ας πήγαιναν όλα κατά διαόλου

Ποιος μπορεί να ζητήσει κάτι παραπάνω
                             χωρίς να ξέρει τι να το κάνει  

Κατέβηκα λοιπόν κάτω και περιμάζεψα τα κουρέλια μου
           και πες μου τώρα
                       ποιος αλήτης θα μπορούσε να ζήσει δίχως αυτά;

Άκου τη λαμαρίνα που τρίζει
και το μουρμουρητό της μηχανής του πλοίου
ίσως και κάποιες ομιλίες στο βάθος
αλλά τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει
αυτό το γνώριμο ηχοτοπίο

Μου αρέσουν τα ταξίδια
όχι ο προορισμός, αλλά η πορεία
εκεί γράφονται ωραία ποιήματα
κι όχι μόνο
ένας φίλος Αφρικανός, με φωνάζει:
BroBro… και μου δείχνει τον καρπό του
έτσι ώστε να καταλάβω πως ζητάει την ώρα
Άνοιξα τα χέρια μου δείχνοντάς του πως
                                        δεν έχω καλή σχέση με το χρόνο
                                                                                      κι έφυγε
Τι κρίμα…
Δεν πρόλαβα να του πω πως ο χρόνος δεν υπάρχει

Τα πάντα είναι σκληρά
Δεν έχω τι να βάλω για προσκεφάλι…

Μουρμουρίζουν οι λαμαρίνες
η μηχανή, το πλοίο όλο
Ίσως να θέλει απλά να μας νανουρίσει 
Καληνύχτα λοιπόν
Τα λέμε αύριο με την αυγή
σε άλλο λιμάνι



Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Η τελευταία ομορφιά της άνοιξης

Ευτυχώς υποχώρησε αυτή η πρώιμη ζέστη και αυτός ο λίβας που μας κάνει να δυσανασχετούμε και έδωσε τη θέση του τώρα σε ένα όμορφο λυτρωτικό δροσερό αεράκι και τα σύννεφα μαζεύτηκαν και ο νους καθάρισε, το σώμα ανάσανε και η μυρωδιά της βροχής πάντα προηγείται – τι όμορφα που μυρίζει η βροχή και οι πρώτες σταγόνες έπεσαν να ξεδιψάσουν τη γη και τους ανθρώπους και η θερμοκρασία έπεσε κι άλλο, αναγκάστηκα να βάλω μπλούζα και να βγω στο μπαλκόνι να απολαύσω τη βροχή, να κοιτάω τον ορίζοντα και τα σύννεφα κι ένα γεράκι που κάνει κύκλους και μετά να χάνεται και η βροχή να σταματάει για λίγο – το ξέρω όμως, πως είναι για λίγο, θα συνεχίσει,
αυτός ο αναζωογονητικός αέρας, η μυρωδιά της γης, ολάκερης της φύσης, η τελευταία ομορφιά της άνοιξης, Μάιος μήνας, λίγο πριν έρθει το καλοκαίρι για τα καλά και ανελέητα μας ψήσει.

Οι άνθρωποι που δεν απολαμβάνουν τη βροχή, είναι οι ίδιοι που δεν αγαπούν τη φύση, τη ζωή.
Η ώρα είναι λίγο πριν νυχτώσει, η βροχή έχει προσωρινά σταματήσει και τα πουλιά κελαηδάνε ακόμα. Οι άνθρωποι είναι κρυμμένοι στα σπίτια τους και η βροχή…
Το ξέρω, θα μου κάνει τη χάρη, σε λίγο θα συνεχίσει.  


Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Η Τέχνη του Ζην (ή Ένας Κυνικός στον Κήπο του Επίκουρου)

Το διάβασμα, δεν είναι τίποτε άλλο από την ανάγνωση της δομημένης σκέψης του γράφοντα. Και αυτό είναι μια μορφή τέχνης. Όταν δεν έχεις κάποιο βιβλίο μαζί σου, άσε τις σκέψεις σου να ταξιδέψουν και να εξελιχθούν. Αυτή είναι η στιγμή της δική σου δημιουργίας. Και αν κάποια σου αρέσει, σημείωσέ τη. Αυτό που μας καθορίζει στη ζωή είναι ο τρόπος σκέψης. Μη τη χαραμίζεις σε αηδίες. Η ζωή είναι μικρή. Μάθε να σκέφτεσαι.

Διάβαζε μόνο φιλοσοφία και ποίηση. Τα υπόλοιπα είναι απλά γνώσεις που ίσως, και να μη σου χρησιμεύσουν ποτέ. Τη γνώση την αποκτάμε με την πάροδο του χρόνου και με την προσωπική εξέλιξη της σκέψης.

Η φιλοσοφία υπάρχει σε κάθε μορφή τέχνης, σε κάθε τι στη ζωή. Η φιλοσοφία και η τέχνη, είναι η ίδια η ζωή. Μη μένεις μακριά τους, γιατί μένεις μακριά από τη ζωή.

Τα πάντα στη ζωή είναι ο έρωτας και η ηδονή. Το τέλος αυτών, είναι ο θάνατος.
Ο έρωτας και η ηδονή, δεν είναι απαραίτητα υλικές απολαύσεις. Συνήθως, όταν πραγματικά συμβαίνουν, είναι άκρως πνευματικές.

Ηδονή είναι το κάθε τι. Ένα παξιμάδι με ελιές κι ένα καραφάκι ρακή. Η απόλαυση μιας κουβέντας με φίλους, ένας βραδινός περίπατος στην παραλία, ένα λουλούδι που ανθίζει. Ηδονή είναι η ίδια η ζωή.

Το να ζεις χωρίς να ζεις, είναι έγκλημα. Δεύτερη ευκαιρία δεν είχε ποτέ κανείς.

Έχε πάντα ένα βιβλίο μαζί σου και τα μάτια σου ανοιχτά. Μην αφήνεις τη ζωή να περνάει από μπροστά σου χωρίς να κάνεις τίποτα. Δεν θα σου το συγχωρήσει ποτέ.

Καλλιέργησε το πνεύμα σου. Ο άνθρωπος χωρίς πνεύμα είναι ζωντανός νεκρός.

Ζήσε όσο προλαβαίνεις ακόμα. Αύριο θα είναι αργά. 


Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Η μόνη ουσία

Ι
Και ζήσαμε σε έναν κόσμο μάταιο
που μόνο οι σκιές έδειχνε να έχουν
κάποια ουσία ανυπόστατη
όπως αυτή του πλοίου που ίπταται
κρύβοντάς μας για λίγο τον ήλιο
ή καλύτερα
σκιάζοντάς μας
για να πάρουμε κουράγιο να συνεχίσουμε
αυτό το ταξίδι
της ζωής ή του ονείρου
με μοναδικό μας προορισμό
τον ύπνο των αιώνων

ΙΙ
H ανυπαρξία είναι όμως
το ίδιο ασήμαντη με την ύπαρξη
σαν κόκκους άμμου
που ελευθερώθηκαν
στην απεραντοσύνη του σύμπαντος
και μόνο η ηδονή φαντάζει
να είναι η στιγμή
που γινόμαστε τόσο τεράστιοι
που ακόμα και το σύμπαν μοιάζει
τόσο μικρό μπροστά της…

H ουσία της ζωής και της γέννησης των πάντων

ΙΙΙ
Tο πλοίο συνέχισε την πορεία του
και μόνο όσοι ξαγρυπνούσαν
μπορούσαν να μείνουν ζωντανοί
καθώς τους υπόλοιπους
τους είχε πάρει από καιρό
ο ύπνος

ΙV
Τα φώτα της στεριάς στο βάθος
και η απομάκρυνση του πλοίου
απ’ αυτά
Η ζωή είναι το ταξίδι
με μόνο προορισμό το θάνατο
Και η ηδονή…




Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Στο καφενείο του χωριού

Εκείνο το βράδυ δεν είχε κόσμο στο καφενείο και τα φώτα ήταν πολύ δυνατά – παρόλο που η ώρα ήταν περασμένη. Έπαιζε μάλιστα και μια μουσική λάτιν και μέσα βρίσκονταν ένας ενήλικας, δύο παιδιά και ο καφετζής. Είχε κρύο ακόμα, αλλά αφού χαιρέτισε και είδε την κατάσταση, προτίμησε να καθίσει έξω, μόνος του. Πήρε ρακή κι ελιές.

Υπήρχαν κάποια πολύχρωμα λαμπιόνια κρεμασμένα από τον τοίχο του καφενείου, σε έναν στύλο απέναντι. Καθώς δεν είχε τι άλλο να κάνει, άρχισε να τα μετράει. Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πράσινο. Εφτά. Κι από την άλλη μεριά το ίδιο, μόνο που υπήρχε ένα καμένο και χαλούσε τη συμμετρία. Απέναντί του, το φαράγγι και τα πλατάνια που φωτίζονταν από κάποιους χαμηλούς προβολείς. Έτσι, για να τονίζεται τα βράδια η ομορφιά του τοπίου ή για να μην πέσει κανένας μεθυσμένος στο ποτάμι... 

Είχε κρύο και υγρασία, αλλά δεν ήθελε να μπει μέσα. Το σκηνικό ήταν πολύ εύθυμο και δεν μπορούσε να εκφράσει τη θλίψη του. Ήθελε να πιει. Δεν είχε που αλλού να πάει…






Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Σοβαρότητα, γελοιότητα, ελευθερία, τέχνη, υστεροφημία, λήθη

Δεν μπορώ τη σοβαρότητα, τους σοβαρούς υπεύθυνους ανθρώπους. Είμαι γελοίος, ναι και γελωτοποιός. Προτιμώ αυτούς που αφήνονται στη ζωή και γίνονται έρμαιό της. Τους μέθυσους, τους ευάλωτους, τους απανταχού αλήτες. Ίσως γιατί τέτοιος είμαι κι εγώ. Καμία τέχνη δεν μπορεί να πηγάσει μέσα από συμβιβασμούς και συστήματα. Η τέχνη είναι άναρχη και άναρχοι όσοι ασχολούνται με αυτή. Το να είσαι κοινωνικά αποδεκτός, είναι κατάρα. Ελευθερία είναι να κινείσαι ελεύθερα, κόντρα σε όλα τα στεγανά της κοινωνίας και των «συνετών» ανθρώπων. Ελευθερία είναι να μην υπάρχουν κανόνες και να λειτουργείς σύμφωνα με τη φύση. Ό,τι πηγαίνει κόντρα στη φύση, είναι αφύσικο και καταπιεστικό. Η γνώση σε απελευθερώνει. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πολλά. Λίγη τροφή, μια στέγη, έρωτα και την ελευθερία της δημιουργίας. Οι άνθρωποι ζουν φυλακισμένοι σε κοινότητες, φύγε από τους ανθρώπους. Ο έρωτας σε απελευθερώνει. Πρέπει να είσαι πάντα ερωτευμένος με τη ζωή την ίδια και δεν θα σε νοιάξει ποτέ ο θάνατος. Ο θάνατος είναι η ανυπαρξία. Ας ζήσουμε τη ζωή όσο προλαβαίνουμε ακόμα. Αύριο είναι αργά. Και η λήθη, η μόνη αλήθεια της ζωής και του θανάτου. Υστεροφημία, στάσου στα γόνατα και πάρε στο στόμα σου τον έρωτά μου. Έτσι, ίσως να νιώσεις κι εσύ λίγο ζωντανή…


Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Ολόκληρο το βίντεο από την παρουσίαση στο Ποέτα, Θεσσαλονίκη

Ευχαριστώ τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου που προλόγισε για το έργο μου, τον Δημήτρη Κρεμμύδα για τη μουσική κάλυψη της βραδιάς, το Ζέφυρο Βρύζα για τη σκηνοθετική του ματιά καθώς και όλους τους φίλους από το ποέτα και όσους βρέθηκαν εκεί για να με στηρίξουν με τον τρόπο τους. 
Καλή συνέχεια σε όλους και
εις άλλα με υγεία! 


Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Φωτογραφίες από την παρουσίαση στο Ποέτα - Θεσσαλονίκη

Θέλω να ευχαριστήσω τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου για την όμορφη ομιλία του, τον Δημήτρη Κρεμμύδα για την μουσική κάλυψη της βραδιάς, όλα τα παιδιά του συνεργατικού καφενείου - βιβλιοπωλείου Ποέτα, καθώς και όλους εσάς που βρεθήκατε εκεί και με τιμήσατε με την παρουσία σας.
Να είστε όλοι καλά!
Εις το επανιδείν!

Από αριστερά: Δημ. Κρεμμύδας στην κιθάρα, 
ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου κι εγώ






Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Παρουσίαση σε Θεσσαλονίκη και Λιτόχωρο

Παρουσίαση της τελευταία μου λογοτεχνικής δουλειάς " Χ - έγερση υποσυνειδήτου", στο καφέ – βιβλιοπωλείο Ποέτα στη Θεσσαλονίκη.
Θα προλογίσει ο ποιητής και λογοτέχνης Τόλης Νικηφόρου.
Την εκδήλωση θα ντύσει μουσικά ο Δημήτρης Κρεμμύδας με την κλασική του κιθάρα. 
Θα διαβαστούν ποιήματα και από τις προηγούμενες δουλειές μου, καθώς κι από τη νέα μου υπό έκδοση συλλογή, "Ασημαντότητες".
Θα ακολουθήσει συζήτηση.
Παρασκευή 7 Απριλίου και ώρα 8:00μμ
Συνεταιριστικό βιβλιοπωλείο – καφέ: Ποέτα, (Αριστοτέλους 34) Θεσσαλονίκη.




Επίσης, την Τετάρτη 12 Απριλίου και ώρα 8μμ, θα γίνει μια ακόμα παρουσίαση στο Λιτόχωρο Πιερίας, στο καφενείο "Ρωμέικο" δίπλα στο φαράγγι του Ενιπέα.
Την εκδήλωση θα ντύσει μουσικά ο Δημήτρης Κρεμμύδας με την κλασική του κιθάρα. 
Θα διαβαστούν ποιήματα και από τις προηγούμενες δουλειές μου, καθώς κι από τη νέα μου υπό έκδοση συλλογή, "Ασημαντότητες".
Θα ακολουθήσει συζήτηση. 


Το λεωφορείο

Το λεωφορείο συνέχιζε το αέναο ταξίδι του
σε μια απέραντη ευθεία
και τα βουνά στο βάθος
που όλο πλησίαζαν
και ο ήλιος που σαν αυτόχειρας είχε κρεμαστεί
στην ώρα της δύσης –
                         δεν έλεγε να σκοτεινιάσει
και οι ενοχλητικοί συνεπιβάτες
            τα επιβλητικά σύννεφα
                        οι χαμένες χίμαιρες
κι όλο πήγαινε
κι όλο πήγαινε…

Δεν έλεγε να φτάσει
το λεωφορείο

Δεν έλεγε να φτάσει