Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Κάτι σαν πρόλογος από το βιβλίο Χ-έγερση υποσυνειδήτου

Σαν πρόλογος

Δεν συνηθίζω να προλογίζω τα έργα μου, αλλά αυτή τη φορά, έκρινα απαραίτητο να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Το λόγο, θα τον καταλάβετε παρακάτω.

Αυτό το βιβλίο είναι η 3η ουσιαστικά λογοτεχνική δουλειά μου και περιέχει ποιήματα, πεζά και πεζοποιήματα. Όπως θα παρατηρήσατε όμως, συνοδεύεται κι από ένα cd. Τι περιέχει όμως το cd αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όταν είχα εκδώσει για πρώτη φορά, ο εκδότης μου είχε πει πως πρέπει να γίνει κάποια παρουσίαση για την προώθηση του έργου. «Και πώς γίνονται δηλαδή οι παρουσιάσεις;» αναρωτήθηκα. Από άλλες παρουσιάσεις που έτυχε να παραστώ, είχα δει πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που λένε δυο λόγια – ή πολλά παραπάνω – κάποιοι ηθοποιοί που απαγγέλουν αποσπάσματα και καμιά φορά υπάρχει και μουσική. Εγώ λοιπόν, δεν είχα κανέναν να μιλήσει για μένα, χώρια που ακόμα κι αν είχα, δεν θα επέλεγα να γίνει κάπως έτσι. Επίσης, αυτές οι στείρες αίθουσες με τις καρεκλίτσες στη σειρά και τις λάμπες φθορίου όλες αναμμένες, δεν είναι το ιδανικότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα που βγαίνει για πρώτη φορά ξυπόλυτος στα αγκάθια. Έπρεπε λοιπόν να βρω κάτι πιο οικείο. Ένα μπαρ για παράδειγμα. Ωραία. Κι επειδή δεν διακρίνομαι για τη ρητορική μου δεινότητα, αποφάσισα να διαβάσω μόνο ποιήματα. Έπρεπε όμως να σκεφτώ με ποιο τρόπο θα καλυπτόταν το κενό μεταξύ των ποιημάτων. Πήρα λοιπόν, τηλέφωνο το φίλο μου το Γιάννη που είναι μουσικός και του πρότεινα συνεργασία. Μια κιθάρα να αυτοσχεδιάζει και μια φωνή να απαγγέλει. Άρχισε να στρώνει κάπως το πράμα. Μπαρ, σκοτεινός φωτισμός, ποτά, τσιγάρα, ποίηση και μουσική. Αυτό, μάλιστα. Μου άρεσε. Από τότε λοιπόν, σε κάθε παρουσίαση, συνεργάζομαι με το Γιάννη.

Πριν δυο χρόνια, έτυχε να κανονίσω μια ποιητική βραδιά εφ’ όλης της ύλης, σε φιλικό καφενείο. Φυσικά, πάλι θα έβγαζε ο Γιάννης το φίδι από την τρύπα. Μόνο που αυτή τη φορά, μου πρότεινε να παίξει ακόμα ένας φίλος. Ο Παύλος με τα πλήκτρα του. Φυσικά και δέχτηκα. Έπρεπε όμως να κάνουμε κάποιες πρόβες, καθώς δυο όργανα για να αυτοσχεδιάσουν, θα πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην πατάει ο ένας στο βουνό κι ο άλλος στη θάλασσα. Πρέπει να κάναμε 4 με 5 πρόβες, αλλά εκεί συνέβη κάτι το απρόσμενο. Τους έλεγα μια ιδέα για το πώς φαντάζομαι τι, κι αυτοί έγραφαν μουσικά κομμάτια, το ένα μετά το άλλο. Την πρώτη κιόλας μέρα της πρόβας, γράφτηκαν 7 κομμάτια και τις υπόλοιπες, άλλα 4 ή 5. Δε θυμάμαι ακριβώς. Έτσι, χωρίς να το έχουμε πολύ μελετήσει, είχε δημιουργηθεί αυθόρμητα, μια μικρή παράσταση. Εκείνη η βραδιά, ήταν μια έκπληξη για όλους – καθώς και για μένα τον ίδιο φυσικά. Δεν είχα φανταστεί πως μπορώ να απαγγέλλω με τη συνοδεία μιας μικρής ορχήστρας. Είπαμε λοιπόν, πως κάποτε θα τα ηχογραφήσουμε κανονικά. Το είπαμε, κάναμε κάποιες πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις και το αφήσαμε. Ο καθένας είχε τις δουλειές του και όλο το αναβάλαμε.

Μετά από καιρό, μιλώντας πάλι με το Γιάννη και τον Παύλο, τους είπα πως ετοιμάζω νέα έκδοση και πως καλό θα ήταν να ξαναδουλεύαμε τα κομμάτια με σκοπό, είτε να τα ανεβάσουμε σε κάποια διαδικτυακή σελίδα για ελεύθερο κατέβασμα, είτε να τα δίναμε μαζί με το βιβλίο. Η απάντηση ήταν θετική και κινητοποιήθηκε όλη η ομάδα. Να δανειστούμε επαγγελματικά μικρόφωνα, να φτιάξουμε εκ νέου κάποια κομμάτια σε μουσική και να μπω μες τη ντουλάπα για τη λήψη της φωνής – καθώς επαγγελματικό στούντιο δεν καταφέραμε να κλείσουμε. Όσο για την επεξεργασία των κομματιών, το editing και το mastering, τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Γιάννης.

Πρότεινα λοιπόν αυτό το εγχείρημα στις εκδόσεις των συναδέλφων και δέχτηκαν.
Όλο αυτό λοιπόν, δεν θα γινόταν αν ο Γιάννης και ο Παύλος δεν με στήριζαν ηθικά και καλλιτεχνικά κι αν η ομάδα των εκδόσεων δεν πίστευε σε εμένα και στο έργο μου. Δεν είμαι τύπος που αποδίδει ευχαριστίες, αλλά εδώ, το κάνω από καρδιάς. Τους ευχαριστώ όλους πολύ.
Κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο – cd, στα χέρια σας, ελπίζω να το απολαύσετε και να ταξιδέψετε με την ποίηση και τη μουσική του. Εις το επανιδείν.

Χρήστος Ζάχος
 Ρέθυμνο 13/3/14


To cd, μπορείτε να το ακούσετε εδώ:
Το βιβλίο το βρίσκετε εδώ:

Κιθάρα, recording, mixing, mastering: Γιάννης Ισαακίδης
Πλήκτρα: Παύλος Κριτσωταλάκης
Φωνή/απαγγελία: Χρήστος Ζάχος






Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Ποιήματα γραμμένα στο καφενείο



Αναμφισβήτητη τέχνη

Τι πιο όμορφο από τέσσερα κορίτσια
να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου
με το χλομό φωτισμό
να περιγράφει τα υπέροχα πόδια τους
που τα επιδεικνύουν
τόσο θελκτικά…

Μια τέχνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς


~.~

Διαφορετικές Τέχνες

Ώχρα, κόκκινο και μαύρο
καθώς η σελήνη και οι χλομοί λαμπτήρες 
δημιουργούν γύρω σου
πανέμορφα θέματα  
που δεν θα ζωγραφίσεις ποτέ.

Τελικά η ζωγραφική και η ποίηση
είναι όντως διαφορετικές τέχνες;


~.~


 πίνακας του Fabian Perez


Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης



Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο  ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να  φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.







Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία που μπορείτε να βρείτε την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά «Χ-έγερση υποσυνειδήτου»


1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΘΗΝΑ)
2. Ποτέ πια στον Ιανό... 
3. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ (ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ-ΘΕΣ/ΚΗ)
4. ΠΑΤΑΚΗΣ (ΑΘΗΝΑ)
5. ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (ΘΕΣ/ΚΗ)
6. ΚΕΝΤΡΙ (ΘΕΣ/ΚΗ)
7. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ)
8. ΠΛΑΙΣΙΟ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
9. ΚΛΑΨΙΝΑΚΗΣ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
11. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ (Κατόπιν παραγγελίας)




Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Άλλη μια μουσική απαγγελία...

που εμπεριέχεται στο CD που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"


Τα ποιήματα που ακούγονται μπορείτε να τα βρείτε στις 2 τελευταίες εκδόσεις ("Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" και "Χ-έγερση υποσυνειδήτου") ή κάπου διάχυτα μέσα από αυτό το μπλογκ.


Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι από την παρουσίαση στο Χαλικούτι το 2012
Εκεί, ουσιαστικά, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το όλο εγχείρημα...




Γιάννης Ισαακίδης στην κιθάρα και Παύλος Κρυτσωταλάκης στα πλήκτρα



Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

X - έγερση υποσυνειδήτου


Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου
(ποιήματα και πεζά)
σε συνεργασία με τις εκδόσεις των συναδέλφων
Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

Ημερομηνία πρώτης έκδοσης:
12/5/14


Παραθέτω απόσπασμα από το υλικό που υπάρχει στο CD






Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το παραγγείλετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα  βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

Σύντομα θα ενημερώσω με αναλυτική λίστα για όλα τα σημεία πώλησης. Εννοείται πως πάντα μπορείτε να το παραγγείλετε και από το βιβλιοπωλείο της γειτονιά σας. 



Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Αναμένοντας...

Εγκυμονώ. Είμαι στις μέρες μου και σύντομα θα γεννήσω. Δεν θα πάρει πολύ, όλα είναι έτοιμα πια, μένει μόνο να περιμένω. Και περιμένω. Η αναμονή είναι δύσκολο πράγμα, εμπεριέχει αγονία, λαχτάρα και κενό χρόνο, σαν να βρίσκεσαι σε κάποια αίθουσα ιατρείου, καθισμένος σε μια καρέκλα, με τις παγερές λάμπες φθορίου να σου κουράζουν την όραση, το νου, κι εσύ να κάθεσαι εκεί να περιμένεις καρτερικά τα καλά ή τα κακά νέα. Θα ήθελες όμως, πολύ να βγεις έξω για ένα τσιγάρο, αλλά διστάζεις, αν γίνει τώρα και το χάσω;

Μπα… όχι ακριβώς, είναι διαφορετικά. Αυτό που περιγράφω παραπάνω, είναι η αναμονή του μελλοντικού πατέρα ή του φιλικού/συγγενικού προσώπου κάποιου ασθενή σε δημόσιο ιατρείο. Δεν είναι το ίδιο, δεν έχει καμία σχέση. Είναι απλά η αναμονή ενός δημιουργού που αδημονεί να δει το έργο του στην τελική του μορφή. Σε αυτή που θα κοινωνήσει με μια μερίδα ανθρώπων. Αυτή την αναμονή μπορείς να την παρομοιάσεις με πολλές άλλες, αλλά, ουσιαστικά, δεν μοιάζει με καμία. Μόνο που καμιά φορά ξεχνιόμαστε… αλλά όχι, τι είναι αυτά που λέω. Είναι απλά σκέψεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της αναμονής. Κι ας νομίζεις πως είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, ουσιαστικά, ποτέ δεν είσαι.

Ο Πικάσο έλεγε πως ποτέ δεν ξέρεις τι θα ζωγραφίσεις αν δεν ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Άσχετο, αλλά καλό. Ο Μπουκόφσκι έλεγε πως η διαφορά ενός διανοούμενου από έναν καλλιτέχνη, είναι ότι ο διανοούμενος θα πει κάτι απλό με δύσκολο τρόπο, ενώ ο καλλιτέχνης, κάτι δύσκολο με απλό τρόπο. Κι αυτό άσχετο, κι αυτό καλό. Μπορώ να πω κι άλλα καλά άσχετα, όπως για παράδειγμα, το εικαστικό έργο που έφτιαξε ο πεντάχρονος ανιψιός μου με κορδόνια και ξύλα αφού τελειώσαμε το βάψιμο της κουζίνας, κι εγώ θέλοντας να μαζέψω τα υλικά, τόσο απερίσκεπτα και άχαρα, δίχως τύψη καμιά, του το χάλασα, ή για το πώς οι μέλισσες ιδρύουν τις αυτοκρατορίες τους και για το πόσο άδολα ή δόλια ζήσαμε αφήνοντας τα γένια μας ως τα γόνατα, για να μη φαίνεται πόσο παιδιά γινόμαστε όταν τραγουδούμε – όπως έλεγε και ο Τάσος ο Λειβαδίτης, αλλά ας υποθέσουμε πως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία κι ας εστιάσουμε στο λόγο που σήμερα κάθομαι και γράφω αυτές τις γραμμές.

Ας μου το συγχωρέσει ο φίλος ποιητής Τόλης Νικηφόρου, αλλά από μια συζήτηση που είχαμε για το έργο μας και τη δραστηριότητά μας, προέκυψαν οι παρακάτω σκέψεις, τις οποίες, θέλησα να τις μοιραστώ μαζί σας. Έτυχε λοιπόν, αυτή την περίοδο, να ετοιμάζουμε και οι δυο νέες δουλειές. Ο Τόλης μια ποιητική έκδοση με τίτλο: «Φωτεινά παράθυρα», κι εγώ έναν αχταρμά με ποιήματα και πεζά. Όταν με ρώτησε λοιπόν για το βιβλίο μου, του απάντησα με τα παρακάτω λόγια:

“Ο τίτλος δεν είναι έγερση, αλλά «Χ - έγερση υποσυνειδήτου». Το αγγλικό Χ κάνει παιχνίδι με την προφορά της λέξης «Εξέγερση» και το «υποσυνειδήτου» την τοποθετεί κάπου βαθιά μέσα μας - χωρίς να έχει απαραίτητα πολιτικές προεκτάσεις, αλλά και χωρίς να τις απορρίπτει, χωρίς να γίνεται απαραίτητα συνειδητό, αλλά και χωρίς να χάνεται στο ασυνείδητο. Η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα στεγανά με σκοπό την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Ως προοίμιο  για την ουτοπική κοινωνία που ονειρευόμαστε και που πιστεύω πως κάποτε θα έρθει (αισιοδοξία;). Τα ποιήματα πραγματεύονται  την εσωτερική διαμάχη με το «εγώ», προσδοκώντας τη λύτρωση - την έγερση του υποσυνείδητου που αλλάζει μορφή και γίνεται πια συνειδητό. Κανένα ποίημα δεν θα μπορέσει ποτέ να αλλάξει τον κόσμο - όπως έλεγε και ο Αναγνωστάκης αν θυμάμαι καλά - μπορούν όμως να εκφράσουν μια εποχή, μια μερίδα ανθρώπων, και εί δυνατόν, να αφυπνίσουν. Λες να το πάρει κανείς χαμπάρι; Δεν ξέρω... Άλλωστε, ο σκοπός που κάνουμε τέχνη, είναι πρωτίστως για να λυτρωθούμε εμείς. Από κει και πέρα, τα αφήνουμε ελεύθερα να τραβήξουν το δρόμο τους. Ίσως γι’ αυτό ευχόμαστε στα νέα βιβλία να είναι καλοτάξιδα, όχι μόνο με την έννοια της μεταφοράς τους από τόπο σε τόπο, αλλά ελεύθερα ώς έννοιες, να βρούνε πραγματικούς αποδέκτες και να εξαντλήσουν την όποια αξία τους με τον τρόπο που μόνο αυτά γνωρίζουν. Εμείς, φυσικά και δεν γνωρίζουμε τίποτα.”   

Αλλά νομίζω πως ήδη σας έχω εκμυστηρευθεί πολλά. Ας αφήσουμε λοιπόν να εκδοθεί πρώτα το βιβλίο, κι έπειτα, θα πούμε κι άλλα. Μπορείτε ωστόσο να έχετε μια ιδέα για το πώς πρόκειται να γίνει το εξώφυλλο.











Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Νέο υλικό

Ταλαιπωρημένος από την ασυδοσία των εκδοτικών οίκων, είχα χάσει κάθε εμπιστοσύνη και είχα αποφασίσει πως  την επόμενη δουλειά μου θα την εξέδιδα μόνος μου. Ίσως βέβαια να φταίει και το γεγονός πως σπάνια βγαίνω από την κάμαρά μου, ίσως και η επιφυλακτικότητά μου, αλλά όπως και να ‘χει, δεν το είχα πάρει χαμπάρι. Τα έφερε όμως έτσι η τύχη, που, όσο κι αν κοιτούσα κάτω, δεν γινόταν να μη σκοντάψω πάνω τους. Σκόνταψα λοιπόν, όπως συνηθίζω να κάνω, αλλά δεν έπεσα στον ανοιχτό υπόνομο που έχασκε μπροστά μου. Κάποιοι βρίσκονταν εκεί και με σταμάτησαν. Κι επειδή το φανάρι μου από καιρό είχε σβήσει κι είχα χάσει το δρόμο μου, πίστεψα πως είναι Άνθρωποι και τους εμπιστεύτηκα. Αλλά κι εκείνοι έδειξαν πως εμπιστεύονται εμένα. Ήταν μια ομάδα ανθρώπων που δεν υπακούουν, ούτε κι έχουν αφεντικά. Διαχειρίζονται μόνοι τους τις ζωές τους, τη δουλειά τους, συναποφασίζουν και προσφέρουν στην τέχνη και στον πολιτισμό.  Είχαν στήσει έναν εκδοτικό οίκο, που σέβεται τον δημιουργό και το βιβλίο. Αυτό το αυτονόητο που όμως, δεν είναι αυτονόητο για πολλούς…  Μου είπαν πως μπορούν να αναλάβουν και τη δική μου δουλειά. Δέχτηκα. Φυσικά, υπήρξαν κάποιες δυσκολίες στην αρχή που όμως ξεπεράστηκαν, και όλα φαίνεται πως έχουν πάρει πια το δρόμο τους.
Την επόμενη δουλειά μου λοιπόν, να την περιμένετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων, η οποία θα είναι μια συλλογή με ποιήματα και πεζά ή πεζοποιήματα, υπό τον τίτλο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου» που θα επιμεληθούμε μαζί με τους εκδότες. Προς το παρόν, μπορώ να σας εμπιστευτώ μόνο αυτά. Α, ναι, και πως ο παρακάτω πίνακας θα κοσμεί το εξώφυλλο. Και πως ετοιμάζουμε και μια έκπληξη. Και πως.. αυτά. Τα υπόλοιπα, μετά την έκδοση (η οποία δεν θα αργήσει). Stay in tune…




Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί η βροχή…


Το κύμα της συνείδησης
των πράξεων
των λέξεων
της μέρας
της νύχτας
της ψυχής
της ζωής
του θανάτου
της Μαρίας
Ποιας Μαρίας;
Ποιου θανάτου;
Ποιας ζωής;
Της ζωής ρε!
Αυτή με τον ωραίο κώλο
και όλα αυτά τα κόκκινα μακριά φορέματα που την κάνουν
τόσο μυστηριακά εξωπραγματική
σαν μάγισσα μες τη βροχή που δε λέει να σταματήσει
και καλά κάνει δηλαδή
γιατί οι άνθρωποι μες τη βροχή δεν χρειάζονται ομπρέλες
γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται ανθρώπους
γιατί το χαρτί δεν χρειάζεται το μελάνι
μόνο χρώματα κι αισθήσεις και λέξεις που...

Γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται τους ανθρώπους
τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας
και η αστραπή
φως στη σκοτεινιά της ψυχής για μια στιγμή
και πάλι σκοτάδι
όπως πριν
όμορφο όμως
σαν αυτό που χρησιμοποιούν οι ποιητές
για να γράψουν για κόκκινα φορέματα σε μαύρο φόντο
καθώς
η
βροχή
δε
χρειάζεται
ομπρέλες




πίνακας του Gustave Caillebotte
 "Jour de Pluie à Paris"

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Αntisocial



Η αλήθεια είναι πως είμαι αντικοινωνικός. Δεν έγινα τώρα, από μικρό παιδί ήμουν. Θυμάμαι μάλιστα, πως όταν ήμουν στο δημοτικό και όλα τα άλλα παιδάκια έπαιζαν μπάλα, εγώ προτιμούσα μια γωνία να τους παρακολουθώ και να τραγουδάω. Τι τραγουδούσα; Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, θάλασσα, θάλασσα τι μου ‘χεις κάνει, και άλλα άσματα της εποχής. Δεν τους γούσταρα και δεν με γούσταραν. Και οι δάσκαλοι, βέβαια, με φωνάζανε καπετάν φασαρίας. Μάλλον θα ήμουν αντιδραστικός σε κάθε μου κίνηση και δεν θα άφηνα κανέναν να μπει στον κόσμο μου. Ήμουν εγώ και το όνειρό μου, ένα παιδί που δεν θα μεγαλώσει ποτέ.

Αργότερα, στο γυμνάσιο που είχα άλλες ανησυχίες, όπως η μουσική και το πώς μπορεί ένας έφηβος να ανακαλύψει το σώμα του και τίποτε άλλο, συνήθιζα να ακούω άλλες μουσικές από αυτές που ήταν στη μόδα. Δηλαδή, κόντρα στους Mc Hammer, Vanilla ice, new kids on the block και Kylie Minogue, άκουγα, scorpions, iron maiden, nirvana και metallica. Και η αλήθεια είναι πως δεν άργησα να ανακαλύψω τους led Zeppelin, doors, Jimi Hendrix, Janis Joplin και άλλους. Και ήμουν ο μόνος που τα άκουγε αυτά. Πώς να κάνουμε παρέα με τα άλλα παιδιά; Αφού κράταγα λεφτά από το χαρτζιλίκι για τυρόπιτα στο σχολείο και περίμενα όλη την εβδομάδα να μαζευτούν, για να πάω να γράψω καινούρια κασέτα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς.

Και λίγο αργότερα, όχι πολύ, όταν σε κάποιο θρανίο, είδα γραμμένο το: «Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…» και από κάτω το όνομα «Κώστα Καρυωτάκης», εντυπωσιάστηκα τόσο, που έσπευσα  να πάω στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς και να ζητήσω το βιβλίο του. Παραξενεμένη η υπάλληλος, με ρώτησε αν μας είχε βάλει η καθηγήτριά μας να μελετήσουμε ποιήματα του Καρυωτάκη, κι εγώ της πέταξα στα μούτρα πως, όχι, για μένα το θέλω. Κοκάλωσε για λίγο, αλλά μου είπε πως μπορεί να το παραγγείλει. Και την επόμενη μέρα, πήγα να το παραλάβω. 2,600 δραχμές, ακριβό πολύ για την εποχή, 1993 κι εγώ 15 χρονών με τζιν πουκάμισο, τσουλούφι να πέφτει στα μάτια και οικονομίες από το χαρτζιλίκι για την τυρόπιτα. Τελικά, στα παιδικά μου χρόνια, δεν πρέπει να έφαγα ποτέ τυρόπιτα.

Τέλος πάντων, αυτά κάναν την αρχή κι έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τη μετέπειτα πορεία μου. Πάντα αντιδραστικός, μόνος, ασυμβίβαστος κι επαναστάτης χωρίς αιτία, τότε. Έπειτα, βρήκα και την αιτία αλλά… συνέχισα τα ίδια. (Τελικά, η αιτία, δεν είναι λόγος επανάστασης. Πρέπει να το έχεις μέσα σου).
Παρόλο που οι ρυτίδες και τα άσπρα γένια ζωγραφίζουν όμορφα την εικόνα μου, δεν παύω ούτε στιγμή να είμαι ένας έφηβος, ένα μικρό παιδί που ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο και που πιστεύει πως μπορεί να τα καταφέρει. Επιρρεπής στο όνειρο, στον έρωτα, στο αλκοόλ και τις ουσίες, γυρεύοντας πάντα για καταφύγιο το διέξοδο που μας προσφέρει η τέχνη,  έφτιαξα το δικό μου κόσμο, που εκεί δε χωράει κανείς. Η ποίηση και η ζωγραφική ήρθαν αργότερα σαν φυσικό αποτέλεσμα. Κάπως έπρεπε να βρω τρόπο έκφρασης και να αφήσω αυτό που επιθυμούσα, να φανεί προς τα έξω. Καθάρια ψυχή, χωρίς φκιασίδια και ωραιοποιήσεις. Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να το αντιληφθεί ο καθένας, αλλά εμένα, τι με νοιάζει; Αυτό που θέλω να κάνω, το κάνω, και από κει και πέρα, να πα να γαμηθείτε όλοι. Ω, μα είδες τώρα; Τι ωραία ευχή σας δίνω, αλλά, ούτε αυτό μπορείτε να αντιληφθείτε.

Δεν ξέρω γιατί γράφω όλα τα παραπάνω, μάλλον για να ικανοποιήσω τον ναρκισσισμό μου. Ή δεν έχει καμία σημασία το γιατί. Έτσι απλά. Άντε, τα λέμε πάλι. Εβίβες, σαλούτε, μπροστ!



Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Εκκωφαντική σιωπή



Εκκωφαντική σιωπή
Σκατά, ποιος άλλος το χει πει;
Εκκωφαντική σιωπή
Αδράνεια, νωθρότητα
Συσσωρευμένη ένταση
Ας γίνει κάτι
Ένας ήχος, ένας κρότος
Μια έκρηξη
Κάτι
Δεν το αντέχω αυτό
Κοχλάζει ο κρατήρας
Περιμένω
Περιμένω…

Μη
Μην ανοίγεις το συρτάρι
Μην κλείνεις τη ντουλάπα
Μη χτυπάς τα αντικείμενα
Μην κινείσαι
Μην αναπνέεις
Δεν το βλέπεις;
Είναι επικίνδυνα εδώ

Μη μιλάς
Μη σκέπτεσαι
Πες κάτι,
Πάψε επιτέλους να ακούς τη σιωπή!

Περιμένω
Κάτι
Δεν ξέρω

Περιμένω…


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Δίνη

*


Ένας φίλος μου είπε:
Οι άνθρωποι χάνονται στο χρόνο
Τους ρουφάει, εξαφανίζονται
Μη σε ρουφήξει κι εσένα
Αλλά ήμουν μες τη δίνη του κυκλώνα
Και είπα μηχανικά: 
Όχι ρε


*ο πίνακας είναι άγνωστου καλλιτέχνη

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Η έμπνευση, μια σπάτουλα και το εξαίσιο πτώμα




Μπήκε άξαφνα στο δωμάτιο
Οι κινήσεις έγιναν αστραπιαία. Με είχε αποσπάσει την ώρα της έμπνευσης. Η σπάτουλα βρισκόταν στο τραπεζάκι. Την άρπαξα και του έκοψα το λαιμό πέρα ως πέρα. Δε φανταζόμουν πως η σπάτουλα ζωγραφικής μπορεί να γίνει φονικό εργαλείο. Αλλά εδώ που τα λέμε, κι ένα πινέλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φονικό εργαλείο. Σπαρταρούσε και σκόρπιζε το αίμα παντού. Περίμενα να ησυχάσει. Μια για πάντα. Κι όντως, ησύχασε. Μια για πάντα. Τον άρπαξα από τα πόδια και τον έσυρα μέχρι το μπάνιο – τον πέταξα μες την μπανιέρα και άνοιξα τη βρύση. Πώς βρέθηκε μες το δωμάτιο, από πού μπήκε, τι ήθελε; Κρίμα, δεν πρόφτασα να ρωτήσω, δεν θα μάθαινα ποτέ. Τώρα ήταν αργά. Ή μήπως όχι;




            Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, είδα πως υπήρχαν αίματα παντού. Αυτή η εικόνα, δεν το κρύβω, μου γέννησε μια νέα έμπνευση. Έπιασα αμέσως τα πινέλα μου και άπλωσα το φρέσκο αίμα στον καμβά με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις. Ήταν ολοφάνερο, τώρα ήξερα τι να κάνω. 

Έπιασα τα χρώματα και άρχισα να τα αναμιγνύω με το ζεστό ακόμα, αίμα. Το αποτέλεσμα γινόταν όλο και καλύτερο, αλλά δεν με γέμιζε ακόμα για να σταματήσω. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια φαεινή ιδέα κι έκανα τρις περιστροφές στο δωμάτιο. Μόλις είχα ανακαλύψει μια τεχνική που – ανάθεμα – κανένας άλλος ζωγράφος δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει. Μια καινοτομία, κάτι μοναδικό, κάτι ολόδικο μου. Ένας μοναδικός τρόπος να εισχωρεί το ένα χρώμα μέσα στο άλλο, διατηρώντας την ακεραιότητά του, αλλά να αναμιγνύεται σε έναν βαθμό και με τα άλλα χρώματα, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο, χρησιμοποιώντας την κίνηση, δείχνοντας κίνηση, αποτυπώνοντας κίνηση, παίζοντας και γελώντας σε έναν ψυχεδελικό χορό, που εγώ και μόνον εγώ ξέρω να χορεύω. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Σαν να είχε συντελέσει μια άλλη δύναμη για να γίνει, σαν να το είχε φτιάξει κάποιος άλλος και όχι εγώ. Κι όμως, εγώ το είχα φτιάξει.

Άφησα το έργο να στεγνώσει και περίμενα. Ήμουνα ήρεμος τώρα, ικανοποιημένος. Άναψα ένα τσιγάρο κι έβαλα ρακή στο ποτήρι. Τα αίματα θα προσπαθούσα να τα καθαρίσω την επόμενη το πρωί. Ήμουν εξαντλημένος. Τι θα έκανα όμως με εκείνο το πτώμα; Ποιος να ήταν άραγε και πώς μπήκε εδώ μέσα; Πήγα στο μπάνιο να κοιτάξω. Τα αίματα ήταν μέχρι την μπανιέρα, η μπανιέρα γεμάτη νερό και το πτώμα… το πτώμα… δεν είναι δυνατό. Τι έγινε το πτώμα; 






Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Προοίμιο



Το νοιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειαστεί  

Μια καινούρια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!



*ο πίνακας που συνοδεύει τις παραπάνω λέξεις, 
είναι ένα από τα τελευταία έργα μου, Ιούνιος 2013



Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Λίγο πριν τη δημιουργία




μάτια μελανά απ’ την αγρύπνια
Χρώματα άτεχνα πεταμένα σε φθηνό καμβά
Ένα ακόμα ποτήρι πριν ανατείλει ο ήλιος
Κραυγές απόγνωσης μέσα στη νύχτα
Σώματα παραιτημένα κάτω από τον καναπέ
Άδεια μπουκάλια και κεφάλια που ξεχειλίζουν
στα σοκάκια της παράνοιας
Δόντια που σπάνε φτύνοντας λέξεις
στο χαρτί, στους τοίχους, στο δωμάτιο
και 1000 μαχαίρια να παραμονεύουν
πότε η πόρτα θα ανοίξει 



(Πίνακας του  Jackson Pollock -  number one 1948)

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Η απενοχοποίηση των λέξεων


Σκοπός μου είναι να απενοχοποιήσω τις λέξεις 
από τις έννοιές τους

Σκατά
Μουνί
Κώλος
Πούτσα
Μαλακία
Γαμήσι

Σε πειράζει αυτό, ε;
Πες το:

Κόπρανα
Αιδοίο
Πρωκτός
Πέος
Αυνανισμός
Συνουσία

Τώρα είναι καλύτερα;
Τελικά σε πειράζουν οι λέξεις και όχι οι έννοιές τους
Έχεις πρόβλημα

πίνακας του Amadeo Modigliani






Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Ο φτωχός Edward - Tom Waits



Did you hear the news about Edward?
On the back of his head he had another face
Was it a woman's face or a young girl?
They said to remove it would kill him
So poor Edward was doomed

The face could laugh and cry
It was his devil twin
And at night she spoke to him
Things heard only in hell
But they were impossible to separate
Chained together for life

Finally the bell tolled his doom
He took a suite of rooms
And hung himself and her from the balcony irons
Some still believe he was freed from her
But I knew her too well
I say she drove him to suicide
And took poor Edward to hell



Ακούσατε τα νέα για τον Edward;
Πίσω στο κεφάλι του, είχε ένα άλλο πρόσωπο
Ήταν γυναίκας ή νεαρού κοριτσιού;
Είπαν πως αν το αφαιρούσε θα πέθαινε
Έτσι ο φτωχός Edward ήταν καταδικασμένος

Το πρόσωπο αυτό μπορούσε να γελάει ή να κλαίει
Ήταν ο δίδυμος δαίμονάς του
και τις νύχτες του έλεγε
πράγματα που μόνο στην κόλαση μπορούσαν να ακουστούν
αλλά ήταν αδύνατο να διαχωριστούν
αλυσοδεμένοι μαζί για πάντα

Τέλος, οι καμπάνες της καταδίκης του, χτύπησαν
Νοίκιασε ένα δωμάτιο
και κρεμάστηκε από τα κάγκελα του μπαλκονιού
Κάποιοι ακόμα πιστεύουν πως ελευθερώθηκε από αυτή
Αλλά εγώ την ήξερα καλά
Τον ώθησε στην αυτοκτονία  

και πήρε τον φτωχό Edward στην κόλαση 



Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Οι γελωτοποιοί...




Οι γελωτοποιοί σήμερα λέγονται ποιητές
και μαραίνονται στα σκυθρωπά δωμάτιά τους 
για να ανθήσουν μολυσμένα άνθη 

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Ύλη

*



Το βιβλίο, ναι, είναι έμψυχο
Όχι οι έννοιες
ούτε οι καταγεγραμμένες σκέψεις του ηλίθιου συγγραφέα
Ήταν δέντρο, έγινε χαρτί με μελάνι τυπωμένο πάνω του
Φθείρεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλοιώνεται, ξεψυχάει
Ζει και περιμένει να περάσει στην απόλυτη φθορά
Και ο καναπές σου, επίσης
Οι τοίχοι, τα παράθυρα
τα πάντα γύρω σου
Ποιος λέει πως είναι άψυχα υλικά;
Δεν έχεις ιδέα
Ζουν, τα πάντα ζουν και περιμένουν καρτερικά
μια αποσύνθεση που μπορεί να κρατήσει αιώνες
Σαπίζουν, καταστρέφονται, γίνονται θρύμματα
απειροελάχιστη ύλη 
εξαφανίζονται
Αλλά όσο ζουν
καταλαβαίνουν, νιώθουν, θλίβονται, χαίρονται
κάνουν ό,τι κάνεις κι εσύ που νομίζεις πως ζεις
Τίποτα

Μόνο οι άνθρωποι είναι άψυχοι
Εγώ, εσύ, αυτός, ηλίθιοι όλοι μας
Νομίζουμε πως γνωρίζουμε
ενώ το μόνο που συμβαίνει πραγματικά
είναι πως συνειδητοποιούμε τη ματαιότητα των πάντων
Νομίζουμε πως ξεχωρίζουμε…
Αρχίδια!



*Ο πίνακας είναι του Michaelangelo Di Caravaggio 

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Straw Dogs, τεύχος 1 (Συζήτηση/Συνέντευξη)

Το Straw Dogs magazine είναι ένα περιοδικό για τις τέχνες με έδρα του την Κύπρο. Την ύλη του καλύπτουν πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες από τον χώρο της ποίησης, πεζογραφίας, ζωγραφικής, φωτογραφίας, μουσικής, κινηματογράφου, κ.α. Σκοπός του περιοδικού είναι να αναδείξει νέα παιδιά που θέλουν να παρουσιάσουν την δουλειά τους για πρώτη φορά σε μορφή εντύπου.

Υπεύθυνοι για αυτό το εγχείρημα είναι ο Γιάννης Ζελιαναίος και η Γιώτα Παναγιώτου.
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2012 και μπορείτε να το προμηθευτείτε στέλνοντας mail στο strawdogsmagazine@yahoo.com
ή επικοινωνώντας με το βιβλιοπωλείο Φοίβη (Σόλωνος 99, 5ος Όροφος. Τηλ: 210 3304012, mail fene17@otenet.gr )
Το blog του περιοδικού είναι http://strawdogsmagazine.blogspot.gr
Υπόψη πως τα θέματα του περιοδικού δεν αναρτώνται στο blog.

Επίσης, στο παραπάνω mail μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Γιάννη και τη Γιώτα και να στείλετε μέρος της δουλειά σας αν επιθυμείτε να συμμετέχετε σε ένα από τα επόμενα τεύχη.

Το πρώτο τεύχος φιλοξένησε και μια συζήτηση/συνέντευξη που φτιάξαμε με το Γιάννη καθώς και μέρος της δουλειάς μου.


Παραθέτω ένα απόσπασμα της συζήτησης αυτής:



Η Νόσος της Ποίησης μέσα από τις Εμπειρίες ενός Πνιγμένου

Περιπλανώμενος κάπου μεταξύ Αθήνας και Ρεθύμνου, ατόφιο «μπάσταρδο» παιδί της γενιάς του ’78, ο Χρήστος Ζάχος πάντα με μια μποτίλια ρακή στη τσέπη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση από τα δεκατέσσερά του όταν και αντίκρισε το στίχο ενός ποιήματος του αγαπημένου του Κώστα Καρυωτάκη στο θρανίο του σχολείου. Τα πάντα πήραν τον δρόμο τους από εκεί και πέρα κι όταν καμιά φορά δεν θρόνιαζε τις λέξεις στο χαρτί, πάλευε στα δωμάτια με την δεύτερη αγαπημένη του τέχνη, τη ζωγραφική.
Γνωρίστηκα μαζί του όπως γνωρίζονται και οι περισσότεροι καλλιτέχνες σήμερα. Μέσα από τα ιστολόγια που κρατάει του ζήτησα να μου στείλει τα βιβλία του κι ανταποκρίθηκε άμεσα. Αλλεπάλληλα mail ακολούθησαν όπου και μοιραστήκαμε τις ίδιες ανησυχίες, σκέψεις πάνω στην ποίηση και όχι μόνο. Μέσα από αυτές τις κουβέντες φτιασιδώθηκε και η παρακάτω κουβέντα που θα διαβάσετε.



Ποια είναι η άποψη σου για την ελληνική ποίηση σήμερα;

Κοίτα… εκδίδονται κάθε χρόνο πάρα πολλές ποιητικές συλλογές από τις οποίες, δύσκολα ξεχωρίζει κάτι. Υπάρχουν μάλιστα, δεκάδες ή και εκατοντάδες blogs με ποίηση. Τι παρακολουθούμε απ' όλα αυτά; Ένα ελάχιστο ποσοστό. 
Από αυτά που διαβάζω και παρακολουθώ, έχω καταλήξει στο εξής:
Ένα μεγάλο ποσοστό είναι βαρετά και τετριμμένα πράγματα. Υπάρχει όμως και ένα μικρότερο ποσοστό που ξεχωρίζει έντονα, πεισματικά. 
Είναι ορισμένοι νέοι ποιητές και ποιήτριες  που  δεν ενδιαφέρονται για εκδόσεις και λοιπά και με αγριεμένο μάτι και θολωμένο μυαλό, μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια, κάνουν πραγματική Ποίηση.  Κι αν καμιά φορά κάνουν το λάθος να εκδώσουν (η αιώνια ματαιοδοξία των καλλιτεχνών) και να μπουν στο "σύστημα" αυτού του σιναφιού, πληγώνονται και τα παρατάνε. Δεν κάνουν ποίηση για την ποίηση και τους κριτικούς, αλλά για να σώσουν την ψυχή τους. Για να μην τρελαθούν. Αυτούς θέλω να γνωρίσω. Σε αυτούς ελπίζω.

Πιστεύεις δηλαδή ότι τον να εκδίδεσαι είναι λάθος; Προσωπικά θεωρώ πως έτσι κι αλλιώς η τέχνη είναι πρώτα για να σώσεις τον κώλο και την ψυχή σου και το να εκδοθείς έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θεωρώ όμως μεγάλη ηττοπάθεια να μην μπορείς να αντιμετωπίσεις το έξω και ειδικά το σινάφι. Απ την στιγμή που τα βγάζεις προς τα έξω αναζητάς κάτι, να γνωρίσεις ομοϊδεάτες σου όπως σωστά λες. Η γνώμη μου είναι πως άλλο το να σώσεις την ψυχή σου κι άλλο η έκδοση. Άλλωστε όπως έλεγε κι ένα κοινός μας «φίλος», if you are going to try go all the way.


Δεν πιστεύω πως είναι λάθος να εκδίδεσαι, λάθος είναι η αντιμετώπιση των εκδοτών προς τους συγγραφείς τους. Πηγαίνεις σε κάποιον εκδότη με μια βαλίτσα όνειρα και καταφέρνει να στα καταρρίψει από την πρώτη κιόλας συνάντηση.  Ζητάνε υπέρογκα ποσά για την έκδοση, διαφήμιση, διακίνηση – υποτίθεται – του βιβλίου και αφού τα πάρουν, αδιαφορούν και δεν κάνουν τίποτα. Ίσως να μην είναι όλοι έτσι, ίσως να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά…
Οι περισσότεροι είναι έμποροι και στυγνοί επιχειρηματίες που δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη και την λογοτεχνία, παρά μόνο για το πόσα θα πουλήσουν. Αν πουλάει ο τσελεμεντές και βιβλιαράκια του τύπου «κάντο μόνος σου», αυτά θα βάλουν στο “μαγαζί” τους. Αν τους πεις για ποίηση, θα σου πουν: «Η ποίηση και το διήγημα δεν πουλάνε! Γράψε κάνα μυθιστόρημα, ελαφρύ, τύπου “άρλεκιν”, και θα στο μοσχοπουλήσω!». Απογοητεύεσαι και πας και βρίσκεις κάποιον που εκδίδει ποίηση και χαίρεσαι που δέχτηκε να “συνεργαστείτε”. Μετά βλέπεις κι αυτός τα ίδια κάνει και αναρωτιέσαι: γιατί δεν έκανα αυτοέκδοση; Η αυτοέκδοση είναι μια καλή λύση για να αποφύγεις την αυθαιρεσία των εκδοτών, αλλά κι εκεί, πρέπει να μάθεις να κάνεις μόνος σου τη διακίνηση – πράγμα ψυχοφθόρο για τους καλλιτέχνες.
Λοιπόν, τι λύση υπάρχει; Να βρεις κάποιον σωστό εκδότη που θα πιστέψει σε σένα και θα προωθήσει το έργο σου. Ουτοπικό δεν ακούγεται αυτό; Δεν ξέρω. Θέλει πολύ προσοχή και ψάξιμο αν κάποιος αποφασίσει να εκδώσει.
Αλλά το κακό – ή καλό – με τους καλλιτέχνες, είναι πως κανείς δεν κρατάει το έργο του για τον εαυτό του. Θέλει να το μοιραστεί για να ελαφρύνει η ψυχή του. Νοιώθει υποχρέωση να βγει προς τα έξω, να εκδοθεί. Ναι. Όπως και οι πουτάνες. Άλλωστε, λόγω της έκδοσης δεν έχουμε πιάσει αυτή την κουβεντούλα; 
 (...)


Πάμε λίγο το πράγμα απ’ τα γεννοφάσκια του. Πότε ξεκίνησες να γράφεις και που, το που στο ρωτάω γιατί πάντα αυτοί που γράφουν έχουν ένα αγαπημένο μέρος που κάθονται και «παλεύουν» με το χαρτί, το γιατί γράφεις δεν θα στο ρωτήσω γιατί το θεωρώ ηλίθιο.  Απ’ την άλλη διαβάζοντας τα βιβλία σου ήταν σαν να είδα περιόδους σημαντικές στη ζωή σου, που τις έβαλες κάτω για να τις «ξεματιάσεις». Κι ένα δεύτερο σκέλος, πότε ξέρεις ότι ένα ποίημα που ΄χεις γράψει είναι καλό για σένα;

Πότε ξεκίνησα… χμ…
Ήμουν 14άρων και στο θρανίο του σχολείου κάποιος είχε γράψει “Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…” και από κάτω Κ.Καρυωτάκης. Με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ, που την επόμενη πήγα και πήρα το βιβλίο του με τα ποιήματα και τα πεζά.
Κάθε βράδυ λοιπόν, την ώρα που έπεφταν όλοι για ύπνο, έπαιρνα το βιβλίο, πήγαινα στο σαλόνι και το διάβαζα αργά, να μπορέσει να με συνεπάρει, να νοιώσω τον οίστρο του ποιητή. Έπειτα το έκλεινα και σε ένα τετράδιο άρχιζα να σκαρώνω τα δικά μου ανορθόγραφα και αδέξια στιχάκια. Αυτό υπήρξε η αρχή και συνέχισα μέχρι τα 17. Μετά σταμάτησα να γράφω.
Έχει  ο καιρός γυρίσματα όμως, και γύρω στα 25 μου χρόνια, άρχισα να γράφω ξανά. Συνέχισα με πάθος και έγραφα σχεδόν κάθε μέρα. Ίσως να έφταιγε και η κατάθλιψη  εκείνον τον καιρό, δεν ξέρω.
Στα 30 μου, είχα μαζέψει το υλικό της «Νόσου» και του «Κραταιά» τα οποία εξέδωσα το 2009. Το «κραταιά», είχε αρχικό τίτλο «Η μούσα και ο ποιητής» και βγήκε σε περιορισμένα αντίτυπα (15;). Το 2010 το επανεκδίδω αλλάζοντας τον τίτλο σε «κραταιά ως θάνατος αγάπη», σε 50 αντίτυπα. Άστο να γίνει σπάνιο αυτό – εξάλλου είναι πολύ προσωπικό και δεν το προώθησα καθόλου. Την επόμενη χρονιά, άλλαξα εκδοτικό και εξέδωσα το «Εμπειρίες». Αλλά κάτσε, εσύ κάτι άλλο με είχες ρωτήσει…
Α, το πού γράφω. Συνήθως στον υπολογιστή στο καθιστικό. Αλλά γράφω και σε χαρτί και έξω από το σπίτι, στα ταξίδια και οπουδήποτε βρεθώ. Όχι συχνά όμως, όχι όπως παλιά. Δεν προσδοκώ να γράψω, απλά περιμένω. Και όταν έρθει η θεά της έμπνευσης, αρπάζω το στυλό και προσπαθώ να την απαθανατίσω. Κάτι σαν φωτογραφία ή σχέδιο της στιγμής.
Κι όσο για το πότε γνωρίζω αν ένα ποίημα είναι καλό… από τη σύλληψή του. Κάποια ποιήματα – το ξέρω πως ήταν καλά –  δεν πρόλαβα να τα καταγράψω κι έτσι, χάθηκαν. Αυτά που έχουν γεννηθεί κάτω από περίεργες ή και άσχημες καταστάσεις, το ξέρω, είναι καλά. Κάποια άλλα που προσπάθησα να γράψω, αλλά η θεά της έμπνευσης είχε φύγει, το ξέρω, είναι κακά. Αλλά, δεν πετάω ποιήματα. Τα αφήνω στο τετράδιο και κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, γυρνάω σε αυτά και θυμάμαι…
Αλλά, όταν βάζεις την ψυχή σου σε κάτι, γίνεται να μην είναι καλό; (...)

Τι σε τρομάζει στο γράψιμο περισσότερο σε σχέση με τον εαυτό σου; Και τι περιμένεις από την ποίησή σου; Εντάξει δυο οι ερωτήσεις αλλά έτσι κι αλλιώς όλο κλέβουμε…   

Αφού γουστάρουμε την παρανομία, τι λες τώρα… Λοιπόν.
Στο γράψιμο δεν με τρομάζει τίποτα. Ίσως η γραφή μου να τρομάζει κάποιους άλλους – κυρίως κοντινά μου πρόσωπα. Αλλά αυτοί που τρομάζουν, είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν ή το βλέπουν συναισθηματικά. Στα γραπτά μου, έχω πεθάνει κάμποσες φορές και άλλες τόσες έχω βγάλει τη γλώσσα στο θάνατο. Όταν όμως κάποιος δικός σου διαβάζει για το θάνατό σου, δεν μπορεί να το δει λογοτεχνικά. Συναίσθημα βλέπεις…  σε γνωρίζει, σε αγαπά.
Με τη γραφή ξορκίζω καταστάσεις και ό,τι με βαραίνει. Το βγάζω, αλαφρώνω, και ανήκει στο παρελθόν, έχοντας αφήσει ένα σημάδι. Ένα ποίημα ή διήγημα. Με αυτόν τον τρόπο αυτοθεραπεύομαι και το μόνο που μένει, είναι η τέχνη. Το ίδιο και με τους πίνακες. Πόσες φορές που ένοιωθα σκατά, δεν πήρα καμβάδες και χρώματα να ξεσπάσω πάνω τους; Και τι έμεινε μετά; Ένας πίνακας.
Η τέχνη λοιπόν, λειτουργεί σαν αυτοθεραπεία. Αν δεν έκανα τέχνη, θα ήμουν νεκρός. Αν δεν αφηνόμουν στα πάθη μου (έρωτα, ποτό, τέχνη, αμπελοφιλοσοφίες…), πάλι νεκρός θα ήμουν.
Τι περιμένω από την ποίηση μου; Να συνεχίσω να νοσώ από αυτήν και θεραπεία ποτέ να μη βρω. Να γράφω. Όσο είμαι ζωντανός να γράφω. Να ξορκίζω τις κακές στιγμές και να υμνώ τις όμορφες. Άλλωστε, Η ποίηση είναι νόσος. Αν δεν πάσχεις από ποίηση, δεν μπορείς να κάνεις ποίηση*.
Κι αν κάποιος μπορέσει και εκφραστεί ή εμπνευστεί μέσα από τα γραπτά μου, αυτό μου προκαλεί μια ενδόμυχη ικανοποίηση. Τι θα ήταν οι καλλιτέχνες χωρίς το ναρκισσισμό τους;
Δεν επιχείρησα ποτέ να μάθω να γράφω ή να ζωγραφίζω. Το έκανα χωρίς να ξέρω. Το έκανα για να μην τρελαθώ, για να παραμείνω ζωντανός. Έτσι συνεχίζω λοιπόν, και για αύριο, δεν ξέρω τίποτα.
(…)


Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε στην έντυπη μορφή του περιοδικού.

Παραθέτω και μια παρουσίαση, όπως έγινε στην εκπομπή "Εντέχνως".
Καλή συνέχεια σε όλους.