Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Λίβας



Νοτιάς! Όχι, δεν τον γνωρίζεις αν δεν έχεις ζήσει εδώ. Με το που ξεκινήσει, ξέρεις πως θα μείνει. Για μια, δυο ή και τρις βδομάδες να λυσσομανάει χωρίς σταματημό, με τρομερές εντάσεις μεγέθους 130, 150 ή 160klm/h και να παίρνει τα πάντα στο πέρασμά του. Σακούλες, σκουπίδια,  φύλλα, κλαδιά, χώματα, γλάστρες… αλλά να μη σταματάει εκεί. Να ρίχνει δέντρα γερά που μπορεί να στέκονταν 50 με 100 χρόνια αγέρωχα, να τα ξεριζώνει, να τα σπάει και να βουίζει συνεχώς λυσσασμένα. Όλη την ώρα, όλη τη μέρα, όλη τη βδομάδα, να συνεχίζει, να συνεχίζει.
Να μεταφέρει σκόνη, να θολώνει την ατμόσφαιρα, να κάνει τη μέρα ωχρή και κίτρινη, να τα ξεραίνει όλα.

Να περιμένεις το βοριά ως λύτρωση και ο βοριάς να μην έρχεται. Να περιμένεις τη βροχή ως λύτρωση, και η βροχή να μην έρχεται. Να περιμένεις να περάσει, να σου κάνει το κεφάλι καζάνι, να μη τολμάς να βγεις από το σπίτι, να καταστρέφει τα σπαρτά, τα λουλούδια, τα πάντα και να βουίζει, να βουίζει μανιασμένα.

Να σε τρελαίνει, να σε τρελαίνει, να κλείνεις πόρτες και παράθυρα και να επιμένει. Να κάνει κόκκινο το χιόνι στις πλαγιές των βουνών, κίτρινη θολή τη μέρα, θερμό κύμα αέρα, να δυσανασχετείς και να υπομένεις τον εφιάλτη, μη μπορώντας να αντιδράσεις.

Να μη λέει να φύγει. Σαν να ήρθε για να σε θάψει εδώ, να σε σκεπάσει μια για πάντα, σαν να μην πρόκειται να σταματήσει αν δεν τα καταφέρει. Να χτυπάνε πόρτες και παράθυρα, να μην τολμάς να ξεμυτίσεις και να πιέζει το κεφάλι σου, να το πιέζει έως ότου τα μυαλά σου χυθούν σαν μαρμελάδα έξω από το κρανίο σου. Και να συνεχίζει, και να δυναμώνει…

                (Ο βοριάς έρχεται ως θεραπεία. Δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, ποτέ τόσο επίμονος κι έρχεται ως αγαλλίαση της ψυχής και του νου, να ξεμυτίσουμε από τις κρυψώνες μας, να δούμε όλες τις ζημιές που έφερε ο νοτιάς και να διορθώσουμε όσες μπορούμε.  Έρχεται να μας δροσίσει και να ξεκουράσει το βαβουριασμένο μας κεφάλι.)

Θα περάσει κι αυτός και θα ‘ρθει κι άλλος. Κι έπειτα άλλος. Το ζήτημα είναι πως κάθε φορά που μας επισκέπτεται, ξεχνάει να φύγει και οι μέρες και οι ώρες αυτές, είναι το λιγότερο, εφιαλτικές.



Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Τη βραδιά που συνάντησα τον Μίλτο Σαχτούρη


Υπήρχε κόσμος, οχλαγωγία πολύ
Κι όλοι γύρω από τον ποιητή
Γλείφτες κι ανίδεοι να τον επαινούν  
Επίσημοι χαλβάδες να κάνουν δημόσιες σχέσεις
Να τον βασανίσουν γενικώς
Κι αυτός, ευγενικός όπως πάντα κι ενοχλημένος
Να υπομένει

Δεν άντεξα, τους φώναξα
“Κάντε πέρα. Δεν το βλέπετε; Υποφέρει.
Άνοιξα δρόμο παραμερίζοντάς τους
Άνοιξα τα χέρια μου, μα δεν τον αγκάλιασα

Μεγάλε ποιητή και φίλε
Μίλτο Σαχτούρη
Σε χαιρετώ
Θα τα πούμε, όπως πάντα
Όπως κάθε φορά τα λέμε
Κι ας μην υπάρχεις
Κι ας νομίζω πως υπάρχω

Σ’ ευχαριστώ



Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Ξάγρυπνοι φρουροί

Την ώρα που κοιμούνται όλοι, κάποιοι ξαγρυπνούν και κρατάνε τσίλιες
Για να περάσει η ώρα, ζωγραφίζουν ή γράφουν ποιήματα
Κι όταν η μέρα φέξει και ξυπνήσουν όλοι, αυτοί πέφτουν για ύπνο
να ξεκουραστούν για να συνεχίσουν και το επόμενο βράδυ

Είναι οι προστάτες των ονείρων σας
και οι εκφραστές των ανείπωτων ονειρώξεών σας
κι ας μην τους αντιλαμβάνεται κανείς 

Αυτοί πιστοί στο μυστικό σκοπό τους, συνεχίζουν ακάθεκτοι
για όλους εσάς αλλά προπαντός για τους εαυτούς τους 
Είναι οι ξάγρυπνοι φρουροί της νύχτας   

painting by Pablo Picasso

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Απρόσμενος έλεγχος υπόπτου



Επέστρεφα από την παλιά πόλη στα Περιβόλια όντας πεζός κι έχοντας πάρει μια μπύρα από το περίπτερο. Ήδη έχουμε αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία, να δούμε πώς θα πάει. Το παρουσιαστικό μου είναι αυτό που είναι, μούσια και μαλλιά. Μαλλιά όχι πολύ μακριά, αφού έκανα το λάθος να πάω να κουρευτώ και το μετανιώνω κάθε στιγμή και λεπτό, έως ότου μεγαλώσουν ξανά. Αλλά φαίνεται πως το μήκος δεν παίζει ιδιαίτερη σημασία καθώς, όπως και να είμαι, πάντα αλήτης μοιάζω. Μέσα μου, χαίρομαι γι’ αυτό, αλλά καταλαβαίνω πως με βλέπουν οι μπάτσοι με τα στερεότυπά τους: Ως ύποπτο. Άρα, σωστά πράττω/υπάρχω.

Ας συνεχίσουμε όμως με την ιστορία. Έχοντας πάρει την μπύρα μου από το περίπτερο και περπατώντας κατά μήκος της παραλίας για να φτάσω σπίτι μου, τη στιγμή μάλιστα που στάθηκα να στρίψω ένα τσιγάρο (από τα απλά, με καπνό), φαίνεται πως προσέλκυσα το ενδιαφέρον του περιπολικού που σταμάτησε δίπλα μου και γυρνώντας το κεφάλι, είδα 2 μπάτσους να κατευθύνονται προς το μέρος μου. Ντυμένοι με αλεξίσφαιρα, ασύρματους και όπλα, ο ένας γύρω στα 30 κι ο άλλος, ανάθεμα αν είχε κλείσει τα 20. Το χειριστήκαν σωστά, μου έκαναν ενέδρα, ο ένας από κει κι ο άλλος από δω. Βλέποντάς τους να πλησιάζουν καθώς έστριβα το τσιγάρο μου, απευθύνομαι σε αυτούς με την ευγένεια που με χαρακτηρίζει, λέγοντάς τους:

«Καλησπέρα σας κύριοι. Σε τι μπορώ να βοηθήσω;»
«Καλησπέρα» μου απαντάει ο μεγαλύτερος από τους δύο και συνεχίζει: «Έχεις ταυτότητα;»
«Βεβαίως» απαντώ και ανοίγω το σακάκι μου να του τη δείξω, χωρίς εντωμεταξύ να με έχει σημαδέψει με το όπλο του. Μάλλον τους αιφνιδίασα. Ο “μεγάλος” 30χρονος μπάτσος δίνει την ταυτότητα στον 20χρονο για να την πάει στον άλλο που δεν είδα από κοντά, να την βάλουν σε ένα μηχανάκι και να κάνουν, όπως το λεν αυτοί: “εξακρίβωση στοιχείων”. Ο ίδιος που στέκεται μαζί μου, με ρωτάει: «Από πού είσαι;» και του απαντώ: «Έχω ζήσει σε πολλά μέρη της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. Έχω γεννηθεί στην Αθήνα και τα τελευταία 10 χρόνια μένω εδώ.» Προσπάθησε να κρύψει τον εντυπωσιασμό του και συνέχισε:
«Τι δουλειά κάνεις;» Εδώ φαίνεται πως τον μπλόκαρα λίγο καθώς του είπα την αλήθεια χωρίς καμία αναστολή:
«Είμαι ζωγράφος, λογοτέχνης και ποιητής. Αλήθεια, διαβάζεις καθόλου ποίηση;» Εντάξει, το ομολογώ, αυτό δεν έπρεπε να το κάνω, αλλά το έκανα. Και η προφανής απάντηση, ήρθε κι έκατσε σαν να την είχα σχεδιάσει:
«Πέρα από το σχολείο, όχι». Ωραία λοιπόν, για να στείλουμε αδιάβαστο το μπατσάκι, σκέφτηκα κι έπραξα:

«Το σχολείο καταστρέφει την ποίηση βάζοντάς την σε πλαίσια. Η ποίηση είναι ένα εργαλείο που σε απελευθερώνει από τα στεγανά και σε κάνει να μπορείς να εκφράσεις την ποταπή πραγματικότητα ή οποιοδήποτε συναίσθημα, αντίληψη και λοιπά, με όμορφο τρόπο. Είναι μια τέχνη που αναιρεί κάθε νόμο, διατηρώντας την απόλυτη ελευθερία έκφρασης και που όλο αυτό συντελεί στη δημιουργία ενός έργου, που υπερβαίνει πολλές φορές και τις δυνατότητες του ίδιου του δημιουργού. Είναι η ομορφιά της ζωής»

Εντάξει, ο μπατσάκος έμεινε μαλάκας και για να μη φανεί τελείως άσχετος και απαίδευτος, είπε «Συμφωνώ»! Το παιχνίδι ήταν δικό μου κι αφού είχε αποδέκτες, αποφάσισα να το πάω λίγο παραπέρα. Έτσι, ανακρίνω εγώ: Από πού είσαι; ερωτώ. Από δω, μου λέει. Από ποιο χωριό; Ξαναρωτώ. Από την πόλη μου λέει. Και φαίνομαι ύποπτος; Ξαναρωτώ. Όλοι, μου λέει, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Δεν μου απαντάς, του λέω, αλλά δεν πειράζει. Μπορώ να καταλάβω. (θα μπορούσα να είμαι πιο καυστικός, αλλά αποφάσισα να μην είμαι καθώς ήθελα να κοιμηθώ σπίτι μου.)

Μετά με ρωτάει, πού πάω. Εδώ πιο κάτω του λέω, στη γυναίκα μου που με περιμένει. Είναι φιλόλογος σε ένα ορεινό χωριό. (Αυτό ήθελα να το τονίσω για να τον κάνω να αισθανθεί ακόμα πιο άβολα)

Φιλόλογοι, λογοτέχνες, ζωγράφοι, προφανώς κατάλαβαν πως δεν μπορούν να καταλάβουν και μη μπορώντας να με μαζέψουν για μια μπύρα, με άφησαν ελεύθερο. Κι εγώ, πίνοντας την μπύρα μου επιδεικτικά και καπνίζοντας το “νόμιμο” τσιγάρο μου, ενώ ο 20χρονος μπατσάκος μου έδινε πίσω την ταυτότητα, απάντησα: «Καλό σας βράδυ κύριοι!» Κάτι που φυσικά δεν εννοούσα, αλλά οι περιστάσεις με έκαναν να το πω για να μην τη βγάλω στο τμήμα. Ή απλά για να κάνω εντύπωση. Το διασκέδασα και δεν το κρύβω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά φεύγοντας από κει, ένοιωσα νικητής. Με βάλαν στο δικό τους παιχνίδι το οποίο ανέστρεψα εναντίον τους. Ίσως να μην κατάλαβαν την ειρωνεία μου, αλλά σίγουρα κατάλαβαν πως έχουν να κάνουν με κάποιον που δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί του. Είχα κερδίσει σε όλα τα σημεία.

Τελικά, το να πουλάς πνεύμα, δεν είναι εύκολη υπόθεση κι αλίμονο, δεν το έχουν όλοι.


Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Σκόρπιες σκέψεις

Ι
Πέρασε μια ωραία σκέψη από το μυαλό μου, ένας συνειρμός. Ήταν πραγματικά όμορφη. Προσπάθησα να την επαναφέρω για να την καταγράψω. Άρχισε να χαλάει κι όσο πήγαινε, χαλούσε περισσότερο. Την παράτησα και πολύ σωστά έπραξα. Όταν γράφεις κάτι, πρέπει να είναι αυθόρμητο, άμεσο και να έχει τη δύναμη της απλότητας και της βαθύτητας συνάμα. Αν προσπαθήσεις να το επαναφέρεις παιδεύοντάς το, θα βγει ένα τερατούργημα. Κάποιες φορές ίσως όχι, αλλά αυτές τις φορές, η έμπνευση, ο συνειρμός, συνεχίζουν να σε ακολουθούν. Όταν όμως φύγουν, έφυγαν. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.


ΙΙ
Δεν είμαι σαν τους άλλους συγγραφείς, δεν μπορώ να γράψω όποτε θέλω, δεν μπορώ να γράψω με σύστημα, δεν είμαι συγγραφέας. Είμαι ποιητής και γράφω μόνο όταν δεν πάει άλλο. Όταν η ψυχή κοντεύει να μου βγει από το στόμα ή όταν τρελαίνομαι. Ορισμένες φορές βέβαια, καταγράφω και κάποιες ιδέες που έχω αλλά αυτό βγαίνει συνήθως ως πεζό. Κι επειδή χειρίζομαι τη γραφή με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει πολύς χρόνος ανεκμετάλλευτος. Εκεί έρχεται να κολλήσει η ζωγραφική. Δεν είμαι ζωγράφος αλλά είναι λυτρωτικό να ζωγραφίζω. Συμπληρώνει τις περιόδους λευκής σελίδας.


ΙΙΙ
Δεν είμαι ζωγράφος. Χρησιμοποιώ τη ζωγραφική ως τρόπο έκφρασης. Σκοπός μου δεν είναι να μάθω, αλλά χρησιμοποιώντας το σχέδιο και το χρώμα, μαθαίνω. Αργά, με τον δικό μου τρόπο. Γι’ αυτό, μην προσπαθήσετε να βρείτε λάθη και σωστά στα έργα μου. Είναι απλά τα έργα μου. Η ζωγραφική συμπληρώνει το ποιητικό μου έργο και αυτός είναι ο σκοπός. Να εκφράσω τον εαυτό μου μέσα από τα χρώματα και τις λέξεις. Με τις λέξεις το έχω καλύτερα, αλλά δεν θα μπορούσα να περιοριστώ σε αυτές. Το χρώμα με εκφράζει κι εκφράζομαι μέσω αυτού. Δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς.

ΙV
Ο Μάρτης κρατάει πάντα την υπόσχεσή του. Άστατος, μια καλοκαίρι, μια χειμώνας. Μέχρι εχθές μας βασάνιζε ένας τρελός νοτιάς. Σκόνη, ζέστη, και δυνατός επίμονος αέρας. Κι ένα απόγευμα, η μέρα έγινε ωχρή, κίτρινή και θολή. Ο νοτιάς χαμήλωσε τις εντάσεις. Έπεσε λίγη βροχή. Λάσπη. Αλλά γαλήνια. Και αμέσως μετά, βοριάς. Βοριάς και βροχή. Και ο αέρας άρχισε να παγώνει όλο και πιο πολύ. Έτσι ώστε, όταν βγήκα από το σπίτι, ένιωσα τον χειμώνα που δεν είχε φέρει ο Φλεβάρης. Με ένα μπουφανάκι κατάλαβα πως χρειάζομαι κασκόλ και κάτι πιο ζεστό να φορέσω. Χειμώνας! Κι έχει πλάκα, γιατί εχθές ήταν καλοκαίρι.

Αλλά καλά κάνει. Πρέπει να βρέξει να κάνει κρύο. Πόσα κρύα μας έμειναν; Ένα δυό ακόμα. Μετά έρχεται ο Απρίλης και νιώθεις για τα καλά την άνοιξη. Έπειτα ο Μάης και πάλι καλοκαίρι. Αυτή η βασανιστική εποχή που λες και θέλει ο ήλιος να κάψει τον πλανήτη μας. Που τα πάντα αδρανούν και η φύση κιτρινίζει. Που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πέρα από το να προσμένουμε τον ερχομό του φθινοπώρου. Κι ας ελπίσουμε πως τον επόμενο χειμώνα, θα τον καταλάβουμε ως χειμώνα και όχι ως άνοιξη ή καλοκαίρι. Αλλά ο Μάρτης, κράτησε την υπόσχεσή του και πάλι. Ποτέ δεν μας προδίδει ο Μάρτης, είναι τίμιος.


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Κυνικό άσμα (η αναρχία) - μια αυθόρμητη στιγμή


Αρχικά, δεν ήξερα αν έπρεπε να ανεβάσω αυτό το απόσπασμα από την παρουσίαση στις 5/1/16 στον χώρο των εκδόσεων των συναδέλφων. Ούτε τελικά είμαι σίγουρος. Έγιναν, όμως, όλα τελείως αυθόρμητα. Ο φίλος ο Γιάννης που πάντα με βοηθάει στις παρουσιάσεις, η έμπνευση της στιγμής κι ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα με ένα τελείως αιρετικό "ποίημα" / τραγούδι - όπως το είχα σκεφτεί πριν καν το γράψω, παίρνοντας το μπάνιο μου λίγο καιρό πριν. Δηλαδή, υπήρχαν όλα στο κεφάλι μου και το ποίημα είχε εκδοθεί στην τελευταία μου ποιητική δουλειά το 2014. Αλλά, τίποτε άλλο. 

Καθώς είχα αναλάβει την απαγγελία της ποίησής μου με τη συνοδεία της κιθάρας του Γιάννη, μου ήρθε αστραπιαία η σκέψη και πρότεινα τον ρυθμό. Ο Ρυθμός έγινε πράξη αμέσως και οι στίχοι ήρθαν απλά να κολλήσουν σε αυτόν. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα παρατηρήσετε κι εσείς βλέποντας και ακούγοντας το απόσπασμα αυτό. Ο ήχος βέβαια και η εικόνα, είναι τελείως ερασιτεχνικά με τα πενιχρά μέσα που διαθέταμε, αλλά ήταν το μοναδικό που μπορούσαμε να κάνουμε. Τα ακουστικά ή ένα ζευγάρι καλών ηχείων, ίσως βοηθήσουν στην παρακολούθηση του παρακάτω αποσπάσματος. 

Το "ποίημα" αυτό, είχε γραφτεί (ναι από μόνο του) το 2012 και την πρώτη δημοσίευση μπορείτε να βρείτε εδώ. Την πρώτη δημόσια απαγγελία, στο βίντεο που ακολουθεί: 



Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Περί γραφής ΙΙ



Η ωραία της παρέας, τι μας λες ρε Πολυχρόνη, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι.

Είναι αφάνταστο το τι ασυναρτησίες μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας συγγραφέας με σκοπό να πάρει την κινητήρια δύναμη για να ξεκινήσει το έργο του. Να καταφέρει να βουτήξει στο υποσυνείδητό του και απ’ αυτό, να αντλήσει λέξεις και έννοιες  που, δεν θα μπορούσε να βρει διαφορετικά, παρά μονάχα με τον τρόπο: δεν σκέφτομαι και γράφω. Η αναίρεση μπροστά σε κάθε συμβατική έννοια, το αντί, το στερητικό Α. Την ίδια του την οντότητα, ψυχή τε και πνεύματι, σε μια αντιπαράθεση με όλον τον κόσμο.

Αλλά σκοπός όλης αυτής της άρνησης είναι, να βρεθεί ο τρόπος ο οποίος θα μας δείξει μια αλήθεια που, με συμβατικό τρόπο και λογική, δεν θα ανακαλύπταμε ποτέ. Είναι το φτυάρι, ως εργαλείο, που σκάβει μέσα μας για να ανακαλύψουμε πράγματα που το συνειδητό δεν θα μας επέτρεπε διαφορετικά.

Πώς ο Πινόκιο πήρε ζωή από τον Τζεπέτο και η μύτη του μεγάλωνε όταν έλεγε ψέματα, ή πώς ο Κάφκα μεταμορφώθηκε σε κατσαρίδα και ο Φίλιπ Ροθ  σε βυζί; Πώς ο ονειροπόλος του Καρυωτάκη ήθελε να κλείσει το χρόνο σε ένα κουτί και να ελευθερώσει κάθε άνθρωπο από τις συμβατικές του καθημερινές υποχρεώσεις;

Η φαντασία και το ταλέντο, δεν φτάνουν από μόνα τους. Το φτυάρι ως εργαλείο εσωτερικής αναζήτησης στο υποσυνείδητο, μπορεί να αναδείξει τις κρυφές έννοιες του νου, που δίχως αυτό, θα ήταν δύσκολο ή και ακατόρθωτο να ανακαλύψουμε.  Η ελεύθερη γραφή, το κίνημα του υπερρεαλισμού και η μεθοδευμένη μελέτη ωραίων ποιητών, μας δείχνουν το δρόμο.

Η τέχνη να το ανακαλύψεις, να το συντάξεις και να βγάλεις κάτι εντελώς δικό σου, είναι μια τέχνη που δεν μπορεί να διαχειριστεί – ούτε να καταλάβει – ο καθένας. Σήμερα, γράφουν όλοι, αλλά ουσιαστικά, κανείς δεν ξέρει να γράφει. Είναι ένας αέναος αγώνας να ανακαλύψεις τον εαυτό σου και την τέχνη σου. Αρκεί να έχεις κάτι να πεις. Διαφορετικά, άστο, βαρεθήκαμε.

Κι όσο για τους «κριτές», αναγνώστες ή σχολιαστές του έργου σου που δεν έχουν περάσει απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αλήθεια, τι μπορούν να καταλάβουν; Τίποτα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται; Αφού αδιαφορεί γι' αυτά κι ο ίδιος ο δημιουργός. Οπότε, γεια και χαρά. Σε έναν άλλο κόσμο ίσως…




Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Φωτογραφίες από την παρουσίαση 5/1/2016 στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων

ψυχεδέλεια και χάος

Σκίτσο του φίλου Γιώργου Μικάλεφ 
για την παρουσίαση

Αυτοί είναι! Δόσιμο στεγνό.

Γιάννης Ισαακίδης (κιθάρα), η αφεντιά μου και ο 
Κώστας Λεγάκης να προλογίζει το έργο μου




Σοβαρά τώρα, θέλετε κι άλλο;


Να κάνουμε ένα ακόμη τσιγάρο



Άντε, εβίβες λοιπόν!


Αυτά. Εις το επανιδείν. 

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Παρουσίαση στην Αθήνα - "Χ-έγερση Υποσυνειδήτου"

Την Τρίτη 5/1/2016 στις 7:30μμ
Στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια
Σας καλούμε σε μια βραδιά ποίησης και μουσικής
Θα διαβάσω ποιήματα από την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά
Χ-έγερση Υποσυνειδήτου
και θα με συνοδέψει με την κιθάρα του ο
Γιάννης Ισαακίδης
Σας περιμένουμε να τα πούμε από κοντά


Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Σπατάλη



Άκουσα έναν ήχο
Μια βρύση να στάζει
Δεν ήταν της κουζίνας
Πήγα στο μπάνιο κι έσφιξα τις βρύσες
Δεν ήταν όμως ούτε αυτές
Γύρισα στο καθιστικό
Άνοιξα την εξώπορτα
Τίποτα
Βγήκα στο μπαλκόνι
Ο ήχος δεν προερχόταν από κει
Ακουγόταν μόνο από το καθιστικό
Σαν να προερχόταν από κάπου αλλού

Τα παράτησα
Κάθισα στη σιωπή και άκουγα μια βρύση να στάζει
Αργά αλλά επίμονα
Τι να 'ταν;

Ένας χτύπος που μετρά
το χρόνο της ζωής
που άσκοπα περνάει

artwork by Κώστας Τσόκλης




Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

2 ποιήματά μου δημοσιευμένα στο bibliotheque

Ο φίλος ποιητής Γιάννης Ζελιαναίος με ενημέρωσε πως στην ενότητα straw dogs του biblotheque, έχει δημοσιεύσει κάποιο από τα ποιήματά μου - από αυτά που είχαν δημοσιευτεί και στον πρώτο τεύχος του περιοδικού. Μπαίνοντας να το δω, ανακάλυψα πως υπάρχει κι άλλη μια δημοσίευση στις 9/6/15 με το τίτλο "Ο θάνατος του Ποιητή".
Το πρώτο μπορείτε να το βρείτε εδώ
και το δεύτερο, εδώ

Υπάρχει βέβαια και κάποιο άλλο με το όνομά μου, αλλά δεν είναι δικό μου. Πρόκειται για τον συνονόματο ποιητή Χρήστο Ζάχο από την Κέρκυρα. Ίσως λοιπόν, να πρέπει να υιοθετήσω το Χρήστος Αντισθένης Ζάχος στα βιβλία που εκδίδω, έτσι ώστε να μπορείτε να ξεχωρίζετε ποιος είναι ποιος.
Όπως και να 'χει, το ποίημα του συνονόματου στο bibliotheque, μπορείτε να το βρείτε εδώ.

artworks : Waldemar Strempler  



Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Οι στοχασμοί ενός περιπατητή - Βίντεο, μουσική απαγγελία


Από την ποιητική συλλογή "Χ-έγερση Υποσυνειδήτου", Εκδόσεις των συναδέλφων
Video art: Θανάσης Πάνου
Μουσική: Γιάννης Ισαακίδης
Απαγγελία: Χρήστος Ζάχος


Οι στοχασμοί ενός περιπατητή

Πατάω στο έδαφος
Βρίσκομαι στον πλανήτη γη
Περπατάω πάνω στον πλανήτη γη
Αντιλαμβάνομαι την απεραντοσύνη του
Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή οντότητα είμαι
Ξέρω πως υπάρχουν ακόμα πιο μικρές οντότητες
απειροελάχιστες
Ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πολύ μεγαλύτερες
Κινούμαι πάνω στον πλανήτη ενώ
κινείται κι αυτός
Γυρίζει, ασταμάτητα γυρίζει
Όσο απέραντος κι αν μου φαίνεται
ξέρω πως είναι ένας από τους μικρότερους
Ξέρω πως το σύμπαν είναι άπειρο
Δεν είμαι σίγουρος
Το σίγουρο είναι πως έχει πολύ κίνηση εδώ
πολύ ζωή
Κατά συνέπεια, και πολύ θάνατο
Τα πάντα είναι θνητά, εύθραυστα
Δεν ξέρω
Βλέπω τη θάλασσα, τον ορίζοντα
τον ουρανό και τα βουνά θολά στο βάθος
σα να είναι διάφανα, κομμάτι του ουρανού
Το ξέρω πως δεν είναι
Άνθρωποι τρέχουν για τις δουλειές τους
πηγαίνουν διακοπές, μαλώνουν
δημιουργούν πολέμους
συμφιλιώνονται, συνουσιάζονται
βιάζονται
δημιουργούν καινούριες ζωές
δημιουργούν τέχνη
καταστρέφουν τις ζωές τους
καταστρέφουν τις ζωές των άλλων
καταστρέφουν τον πλανήτη
Αντιλαμβάνομαι τη ματαιότητα των πάντων
Αντιλαμβάνομαι…

Αλήθεια,
                    πού πήγαινα;




Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Νυχτερινό πρελούδιο σε Α ελάσσονα



Όμορφη η βραδιά
Όμορφο το φεγγάρι
φωτίζει την πλάση με το μαγικό του φως
Όμορφα τα άστρα και τα σύννεφα
Όμορφη η θάλασσα και ο αλήτης που περπατά
με ένα μπουκάλι μπύρα στο ένα χέρι
μια τσάντα με ποιήματα στο άλλο

Συνεχίζει να περπατά
Παίρνει ύψος
χάνεται
Σε λίγο θα γίνει
ο μοναχικός διαβάτης της σελήνης









Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Στο καφενείο “Κιμωλία”



Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό… όχι, αυτό δεν είναι δικό μου. Φταίει φαίνεται πως επηρεάστηκα από ένα βαζάκι με λίγες μαργαρίτες που υπήρχαν στο τραπεζάκι του καφενείου που κάθισα και περίμενα τον καφετζή να μου φέρει ένα καραφάκι ρακή. Καθόμουν σε ένα από τα τραπεζάκια που υπήρχαν έξω στον πεζόδρομο με θέα το μικρό πλατεάκι με ορισμένες νεραντζιές κι ένα κυπαρίσσι στο κέντρο, μια μαρμάρινη βρυσούλα και το χλωμό φωτισμό που έδινε μια μυστηριακή εικόνα στο όλο τοπίο.

Υπήρχαν κι άλλοι εκεί. Μια παρέα από ελληνογερμανούς που πότε μιλούσαν τη μια γλώσσα, πότε την άλλη – ηλικιωμένοι, τρεις. Ένας νεαρός, μάλλον φοιτητής ή καθηγητής, που μελετούσε ένα χοντρό βιβλίο κι έχοντας δίπλα του ένα τετράδιο ανοιχτό, που από τον οποίο ζήτησα δυο κόλλες χαρτί για να αποτυπώσω τις σκέψεις αυτές.

Σε λίγο κατέφθασε μια παρέα δύο καθηγητών που γνωριζόμασταν λίγο και μετά τις τυπικές χαιρετούρες, κάθισαν στο διπλανό τραπέζι. 

Στον από πάνω δρόμο υπήρχε ένα φιλικό βιβλιοπωλείο που, καθώς καθόμουν μόνος με τις σκέψεις μου, θέλησα να το επισκεφτώ για λίγο και να πάρω κάποιο βιβλίο ποίησης, αλλά αυτό έγινε αρχικά, πριν πάρω τις 4 σελίδες  από το τετράδιο του διπλανού μοναχικού θαμώνα.

Όλα αυτά μοιάζουν να είναι από άλλη εποχή, όμως δεν είναι. Σκέφτομαι τη δεκαετία του 1920 και τα ποιήματα και πεζά του Κώστα Καρυωτάκη. Και στη δικιά του περίπτωση, ο χρόνος μετρούσε διαφορετικά, αλλά όπως έχουμε ανακαλύψει ή συμπεράνει πολλάκις, ο χρόνος δεν υπάρχει. Ή αν υπάρχει, είναι τελείως σχετικός. Μπορούμε να πούμε πως το πρώτο καραφάκι ρακή έφυγε γρήγορα, το δεύτερο κράτησε πιο πολύ και το τρίτο δεν έχει έρθει ακόμα, οπότε, δεν γνωρίζουμε τη σχετικότητά του με το χρόνο.

Έχω πάρει ένα μαύρο καβουράκι. Δεν το φοράω συχνά. Σκέφτομαι πως πρέπει να το καθιερώσω καθώς τα μαλλιά υποχωρούν επικίνδυνα στους κροτάφους τους οποίους πιάνω συνεχώς. Τι ψάχνω; Τη χαμένη μου νιότη ή απλά ανακαλύπτω τα σημεία του γήρατος  που ου γαρ έρχεται μόνον. Άλλωστε μου πηγαίνει και δεν αλλοιώνει την εικόνα μου. Εξάλλου, η εικόνα μου είναι κάτι που το διαχειρίζομαι καθαρά και μόνον εγώ. Κι αφού ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη επινόηση και τις επιταγές της μόδας δεν ακολούθησα ποτέ, δεν με εμποδίζει τίποτα. Κάνω και το κομμάτι μου ως «μοναχικός καλλιτέχνης». Αλλά τι λέμε τώρα αφού το καβουράκι δεν το έχω καν μαζί μου. Ανούσιες σκέψεις ενός κυνικού ονειροπόλου.

Δεν ξέρω πώς μπορώ να καταλήξω αυτό το γραπτό. Δεν κλείνει, είναι απλά μια συνέχεια των σκέψεων που δεν σταματούν ποτέ.




Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Εμμονή



Συνέχισε να γαυγίζεις σκύλε
Η νευρικότητα που εκπέμπεις, κατακλύζει το ηχοτοπίο της νύχτας
Δεν αφήνεις ούτε τη σκέψη μου να ειπωθεί
Φοβητσιάρη νευρικέ δούλε
Δίχως νου, δίχως αισθήσεις
Σου το λέω καθαρά
Η γάτα μου θα σε κατασπαράξει
Και θα έχει πανσέληνο
Θα είναι όμορφη η βραδιά
Η γαλήνη θα απλωθεί παντού γύρω
Και το σκοτάδι θα σε σκεπάσει.
Συνέχισε σκύλε, συνέχισε να γαυγίζεις. 





Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Ασημαντότητες ΙΙ

Ο πλανήτης μας είναι μικρός
Γλιστράω πάνω του
κι αισθάνομαι τον ορίζοντα τόσο κοντά
που αν κάνω να απλώσω τα χέρια μου
τον φτάνω
Και έπειτα πάλι ορίζοντας και στεριά
και το μισόγιομο φεγγάρι
να αντικατοπτρίζει τη μαγεία του πάνω στη θάλασσα
έτσι ώστε να μας κάνει να νοιώσουμε
το μεγαλείο της ασημαντότητάς μας


                           *~*


Φωτογραφία της Suzi Smith




Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Στη βιβλιοθήκη



Ήταν ανεβασμένη στη σκάλα της βιβλιοθήκης
Εξέπεμπε έναν ακατάβλητο ερωτισμό
Άπλωσε το χέρι της να πιάσει ένα βιβλίο
Την παρακολουθούσα
Έχασε την ισορροπία της
Έκανα να τη συγκρατήσω
Πέσαμε και οι δύο
Μείναμε για λίγο έτσι
κι έπειτα άρχισε να με φιλάει
Τη σταμάτησα
Δεν σε γνωρίζω, είπα
Καλύτερα έτσι, είπε
Συμφώνησα




Φωτογραφία της Erica Simone

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Μυστηριακή συγκυρία



Κόκκινη φωτιά η όψη σου
υπό το φως των αστραπών
κυριαρχεί τις αισθήσεις

Σε έχω μάθει Σελήνη
και δεν με νοιάζει
Μόνο να σε θαυμάζω

Ας βρέξει λοιπόν