Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Είμαστε όλοι ψώνια




Ψώνια με την τέχνη μας
ψώνια με το σώμα μας
ψώνια με τα απόκρυφά μας
ψώνια γενικώς
ψώνια ειδικώς
Εκθέτουμε την τέχνη μας
εκθέτουμε την ψυχή μας
ζητάμε αποδοχή
αναγνώριση
επιβεβαίωση
ζητάμε τον κόσμο όλο
Δεν το παραδεχόμαστε ποτέ
Χλευάζουμε και κατακρίνουμε τους άλλους
τους ρηχούς
Εμείς έχουμε βάθος
εμείς είμαστε έξω από το σύστημα
εμείς είμαστε καταραμένοι
Ξεφεύγουμε από τη μοναξιά με αλκοόλ
ναρκωτικά, έρωτα
και τέχνη φυσικά
Εκδιδόμαστε
Εκδιδόμαστε φανερά
Διαφορά καμία από τους πόρνους δεν έχουμε
ή μήπως έχουμε;
Αυτοί νικούν τη λήθη
ή κυνικά αδιαφορούν
ενώ εμείς
είμαστε απλά
ματαιόδοξα ψώνια
του κερατά


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συνάντηση νέων λογοτεχνών




Ήταν μια από κείνες τις μέρες που πέθαινα από ανία, προσπαθώντας, χωρίς να κάνω τίποτα, να σκοτώσω τον κενό χρόνο. Ο υπολογιστής αποβλάκωνε τον εγκέφαλο καθώς έλεγχα ξανά και ξανά το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, περιμένοντας να συμβεί το τέλος του κόσμου, ή κάτι τέλος πάντων που να αξίζει. Μάταια όμως, δε συνέβενε τίποτα. Είπα να αναβάλω τα σχέδια της αυτοκτονίας μου και να πιω ακόμη μια φθηνή μπύρα, βάζοντας παράλληλα να παίζει ένας δίσκος του Tom Waits στο στερεοφωνικό και να πλάσω όνειρα και σκέψεις στον τοίχο απέναντί μου. Κάτι σαν προσωπική προβολή σε φανταστικό κινηματογράφο, το κάνω συχνά. Έλα μου όμως που εκείνη τη μέρα ο τοίχος δεν είχε τίποτα να δείξει και η ανία κατανικούσε τα πάντα. Έτσι, βαριεστημένα, έριχνα κλεφτές ματιές στο διαδίκτυο και στο e-mail, μπας και κάτι μου τραβήξει την προσοχή και καταφέρω με κάποιο τρόπο να σκοτώσω τον ήδη νεκρό χρόνο.

Αυτό συνεχιζόταν για κάμποσο και θα συνεχιζόταν για όλη τη βραδιά αν δεν είχε έρθει εκείνο το μήνυμα που με ειδοποιούσε πως υπάρχει συνάντηση νέων λογοτεχνών σε μισή ώρα από τώρα κάπου στα Εξάρχεια και πως θα έχουν διαθέσιμα βιβλία σε φθηνές τιμές, συν γνωριμία μεταξύ μας και κάτι άλλα ξενέρωτα.

Πριν λίγο καιρό με είχε προσεγγίσει κάποιος λογοτέχνης λέγοντάς μου για τη δημιουργία αυτής της ομάδας και πως θα ενημερωνόμασταν μέσω e-mail για σχετικές δραστηριότητες. Είπα, γιατί όχι; και συμπεριέλαβε κι εμένα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά, γιατί όχι;  

Τέλος πάντων, δεν είχα διάθεση, αλλά ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την απραξία που με είχε καταβάλει. Ας κοινωνικοποιηθώ λίγο, είπα. Σίγουρα δεν έχω τίποτα να χάσω. Πήρα τηλέφωνο κάποιον φίλο μπας και μπορούσε να πάμε μαζί. Μου είπε πως δεν γίνεται γιατί έχει κανονίσει συνάντηση με γκόμενα. Σεβαστό. Το γαμήσι πάνω απ’ όλα. Με παρότρυνε μάλιστα να πάω μόνος μου. Έκατσα, τα ζύγιασα, σκέφτηκα πως θα χρειαστεί να αφήσω τον κόσμο μου για λίγο, δίστασα, αλλά η διάθεση που είχα να σκοτώσω την ανία, υπερνίκησε τη διάθεση για απομόνωση κι έτσι το αποφάσισα.

Έπρεπε όμως να πάρω λίγα βιβλία μαζί μου. Πού να τα έβαζα; Σκέφτηκα τη θήκη του λάπτοπ. Πήρα λοιπόν καμιά δεκαριά, τα έχωσα μέσα και ξεκίνησα να πάω Αθήνα με συγκοινωνία. Ήταν ταλαιπωρία βέβαια, αλλά είπα να την υποστώ. Άλλωστε δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω. Ούτε κάτι χειρότερο, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. 

Φθάνοντας λοιπόν εκεί μετά από καμιά ώρα – σε κάποιο μπαρ που δεν το είχα και πολύ σε υπόληψη – αντικρίζω ένα θέαμα που δε μου πολυάρεσε. Κόσμος πολύς μαζεμένος να στέκεται, να πίνει χρωματιστά ποτά και να χορεύει κάτι άθλιες εύθυμες μουσικές. Εδώ είναι, λέω, δεν μπορεί, δεν έχω κάνει λάθος. Θα μπω και θα ρωτήσω. Φοράω το υπεροπτικό μου ύφος, το μπουφάν μου που με ζέσταινε πολύ και δεν είχα πού να το αφήσω, τη τσάντα του λάπτοπ που με βάραινε και δεν είχα πού να πετάξω, και μπουκάρω. Βλέπω μια σερβιτόρα με έναν δίσκο στο χέρι να μοιράζει σφηνάκια. Έρχεται και σε μένα και μου προσφέρει. Το πίνω. Ήταν κάτι με 100% χυμό, γλυκό, χωρίς ίχνος αλκοόλ. Αηδιάζω. Κόσμος παντού χορεύει, μιλάει, μοιάζουν όλοι γνωστοί μεταξύ τους, νιώθω ο μόνος ξεκάρφωτος. Μετά από λίγο μου φέρνει κι άλλο. Άστο, λέω, θα πάρω τίποτα άλλο. Κοιτάω τριγύρω. Πού είναι οι λογοτέχνες; τη ρωτάω. Έχεις μπροστά σου μια λογοτέχνη! Γοητευμένος, αποκρίνομαι.  Σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση από κάθε άλλο, σκέφτομαι.
Στέκεται κάποιος δίπλα μου.
-          Είσαι λογοτέχνης; τον ρωτάω.
-          Όχι, μου απαντάει.
-          Καλύτερα, του λέω.
-          Γιατί; με ξαναρωτάει.
-          Γιατί είναι η χειρότερη φάρα, του λέω.
-          Όχι, μου λέει, υπάρχουν και χειρότεροι.
-          Οι ηθοποιοί; 
-          Ναι.
-          Δεν είσαι ηθοποιός, έτσι;
-          Όχι.
-          Ευτυχώς…
Πάω στο μπαρ να πάρω μπύρα, αλλά βλέπεις ο μπάρμαν ήταν πολύ απασχολημένος για να μου δώσει σημασία. Βαριέμαι την αναμονή κι έτσι τα παρατάω. 

Εν τω μεταξύ, ακριβώς έξω από το μαγαζί, στα καλά καθούμενα, σκάνε 5-6 διμοιρίες ματατζήδες. Ακόμα και πάνω από τα κεφάλια κάποιων που κάθονταν έξω να απολαύσουν τη μπύρα τους. Φυσικά, φεύγει ο κόσμος και κάποιοι – από τους θαμώνες και ευτυχώς, όχι από τους μπάτσους –  έρχονται μέσα. Το μαγαζί γεμίζει ασφυκτικά.  Μα τι να θέλουν τώρα γαμώ τη χούντα μου γαμώ! αναρωτιέμαι. Από συζητήσεις που κρυφακούω, καταλαβαίνω πως ήρθαν να καταστείλουν την κατάληψη που έχει απέναντι. Αν είναι δυνατόν! 6 διμοιρίες για μια κατάληψη, έτσι απροκάλυπτα; Α, ξέχασα, χούντα… ναι.

Είμαι μέσα, δεν έχω πιει γουλιά κι έχω μείνει σαν χάνος και κοιτάω έξω από τη τζαμαρία τη στρατιά. Με εντοπίζει κάποιος μπάτσος  και μου κάνει νόημα να πάω έξω να με κανονίσει. Θα ενοχλήθηκε φαίνεται που τον κοίταζα. Όχι ρε πούστη τώρα, αυτό μας έλειπε. Κάνω τον αδιάφορο κι εύχομαι να μην μπουν μέσα ή μη πετάξουν τίποτα χημικά και πεθάνουμε σαν τα ποντίκια.

Εκείνη την ώρα παρατηρώ πως πιο μέσα υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο. Σωτήριο. Προχωράω λοιπόν στο βάθος – να ξεφορτωθώ και τα ανεπιθύμητα βλέμματα και να αποφύγω, εί δυνατόν, ανεπιθύμητες καταστάσεις – και ρωτώ ξανά για τους λογοτέχνες και πώς λειτουργεί η όλη κατάσταση. Ήταν μια κοπέλα που έδειχνε πως δουλεύει εκεί.
-       Να, μου λέει, κάθονται στο μπαρ (ποιοι; αυτοί που χορεύουν;) και μιλάνε μεταξύ τους.
-          Καλά, λέω, μπορώ να αφήσω κι εγώ κάνα βιβλίο εδώ, να το έχετε;
-          Ευχαρίστως. Έχετε δελτίο αποστολής, ή κόβεται μόνος σας τιμολόγιο;
-         Τίποτα από τα δύο. Απλά έχω φέρει μαζί μου μερικά αντίτυπα.
-       Δεν μπορούμε να τα δεχτούμε έτσι. Αν θέλετε μου λέτε τίτλο και εκδοτικό να τα παραγγείλουμε.
Της λέω τίτλους και εκδοτικούς, χωρίς καμία αυταπάτη - ήθελα απλά να χρονοτριβήσω λίγο μέχρι να φύγουν οι μπάτσοι -  και επιστρέφω στο μπαρ. Καταλαβαίνω πως η φάση είναι στημένη εδώ και καιρό και πως ήμουν ο τελευταίος που είχε ενημέρωση για το τι θα γινόταν. Κανένα πρόβλημα. Τουλάχιστον να πιω καμιά μπύρα. 

Την ώρα που πλησίαζα το μπαρ, για καλή μας τύχη, οι διμοιρίες αποχωρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις των στενών των Εξαρχείων. Ή αποχωρούσαν, ή πήγαιναν για ξύλο και πόλεμο χημικών. Τουλάχιστον, έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο κι έτσι ένιωσα μια μικρή πρόσκαιρη, ανακούφιση.

Στριμώχνομαι μεταξύ άλλων για να παραγγείλω, αλλά ο μπάρμαν, άφαντος. Κάποια στιγμή εμφανίζεται και του ζητάω μια βαρελίσια erdinger, μεγάλο ποτήρι. Μου λέει πως έχουν ένα μέγεθος, και τελικά βλέπω πως είναι μικρό 330ml. Ας είναι. Γεμίζει το ποτήρι και το ακουμπάει μπροστά μου. Είχα πεθάνει στη δίψα και δεν άντεξα. Έπιασα το ποτήρι και το κατέβασα με μιας.
-  Πόσο; Ρωτάω
-  5,50, μου λέει.
-  Πόσο; Ξαναρωτάω σαν να μην άκουσα καλά
-  5,50, μου λέει ξανά.
- Καλά, βάλε ένα ακόμα. Το βάζει, το ακουμπάει μπροστά μου και μου ζητάει 11 ευρώ. Εντάξει, του λέω, πάρε αυτά, δεν έχω άλλα. Του αφήνω 3 ευρώ. Δυσανασχετεί. Με κοιτάει με απέχθεια. Μου λέει πως πρέπει να πληρώσω. Του λέω πως δεν παίζει μία και πως, αν θέλει, μπορεί να τα ζητήσει από τον εκδότη μου. Απομακρύνεται χωρίς να πει κουβέντα.

Είχα ένα ποτήρι γεμάτο μπύρα. Σκέφτομαι να παραμείνω λίγο ακόμα, μέχρι να το τελειώσω. Μετά, βλέπουμε. Στρίβω ένα τσιγάρο με όσα τρίματα μου είχαν απομείνει. Ανάβοντάς το, πέφτει λίγη στάχτη σε ένα μπουφάν που ήταν αφημένο σε ένα σκαμπό μπροστά μου. Την προλαβαίνω αμέσως και τη διώχνω με το χέρι μου. Εντάξει, το προλάβαμε, λέω στο διπλανό μου ο οποίος ξινίζει τα μούτρα του και μου λέει με ειρωνικό ύφος: 
-     Ανέβα και πάνω αν γουστάρεις.
-     Θες να ανέβω πάνω; Άστο καλύτερα, είναι ψηλό το σκαμπό.
-     Πήγαινε παραπέρα. Τι θες να σε πάρω αγκαλιά;
-    Ναι μωρό μου, έλα να δείξουμε στη γκόμενά σου τι ψευτόμαγκας είσαι. Γουστάρεις;
Γυρνάει στη γκόμενά του όπου του λέει να σταματήσει. Υπακούει. Θέλει να κάνει τον τσαμπουκά αλλά φοβάται. Δεν θέλω να το συνεχίσω, δεν υπάρχει λόγος κι έτσι απομακρύνομαι. Άλλωστε ο σκοπός της επίσκεψής μου ήταν άλλος. Ποιος; Δε θυμάμαι, αλλά όχι αυτός. Βγαίνω έξω να ανασάνω καθαρό αέρα. Κάθομαι σε ένα από τα τραπεζάκια να πιω με την ησυχία μου τη μπύρα.  Πολύ χολέρα εκεί μέσα…

Κάτι πρεζάκια νταγκλάρουν στα παγκάκια της πλατείας. Όσα είναι όρθια ακόμα, κάνουν τράκα για ευρώ. Τους λέω πως δεν έχω ευρώ, αλλά 10 ολόκληρες δραχμές. Λέω ψέματα. Το καταλαβαίνουν. Φεύγουν. Παρατηρώ από μακριά τι γίνεται στο μπαρ. Έχει περισσότερο ενδιαφέρον η πλατεία. Λίγο ακόμη, θα περιμένω λίγο ακόμη.

Κάποια στιγμή, κλείνει η μουσική και μια γκόμενα μιλάει στο μικρόφωνο και παρουσιάζει κάποιους από το σινάφι. “Οι τάδε και οι άλλοι λογοτέχνες σήμερα είναι μαζί μας και όποιος θέλει, μπορεί να τους προσεγγίσει…”
Κι έπειτα η αποθέωση. Παίρνει το μικρόφωνο κάποιος με αδελφίστικη φωνή και λέει: 
ΣΉΜΕΡΑ ΕΊΣΤΕ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΊ, ΓΙΑΤΊ ΈΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΈΚΠΛΗΞΗ! 
ΌΠΟΙΟΣ ΒΡΕΙ ΤΑ ΚΙΛΆ ΜΟΥ ΣΕ ΔΕΚΑΔΙΚΌ ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΑ ΨΙΘΥΡΊΣΕΙ ΣΤΟ ΑΥΤΊ, ΘΑ ΚΕΡΔΊΣΕΙ ΈΝΑ ΣΟΥΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ ΔΏΡΟ! 
ΈΝΑ ΑΝΤΊΤΥΠΟ ΑΠΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΜΟΥ!!!

            Αηδίασα. Ήπια όση μπύρα μου είχε απομείνει, έσβησα το τσιγάρο μου κι έφυγα. Δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα εκεί, ανάμεσά τους. Η τέχνη απαιτεί απόλυτη μοναξιά. Τι δουλειά είχα εγώ μέσα σε ένα συνωστισμένο μπαρ τέτοιου είδους; Προτιμώ να βρίσκομαι αντιμέτωπος με τους δαίμονές μου, παρά με τους ανθρώπους. Τους πρώτους, έχω μάθει να τους αντιμετωπίζω. 



*Πίνακας  του Edward Hopper , Nighthawks

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Ίσως να είναι τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός σαν ξημερώσει η μέρα




Κάθε βράδυ σαν μείνω μόνος
βάζω να ακούσω μουσική
ανοίγω μια μπύρα
και κάθομαι να κοιτάω επίμονα τον τοίχο απέναντι.
Για να έχει περισσότερο ενδιαφέρον
τον έχω γεμίσει με πίνακες.
Αφού πιω 3-4 μπύρες, βάζω μπρος τη ρακή.
Στρίβω τσιγάρα πολλά
και τα καπνίζω το ένα μετά το άλλο.
Κάποιες φορές λέω να ζωγραφίσω
άλλες να γράψω
τις περισσότερες φορές όμως
δεν κάνω τίποτα.
Τα χρώματα
η μουσική
με ταξιδεύουν αλλού
και η ώρα περνάει.
Πριν το καταλάβω, έχει κιόλας φέξει.
Βγαίνω στο μπαλκόνι, χαιρετάω τη μέρα
στρίβω ακόμα ένα τσιγάρο
και περιμένω να περάσει η σκουπιδιάρα.
Αυτοί θα έχουν μόλις ξυπνήσει.
Ακούω το θόρυβο της μηχανής
και παρακολουθώ τους κάδους να αδειάζουν
στο μεγάλο στόμα.
Η ματαιότητα σαν πέπλο έχει καλύψει τις ζωές μας.
Ποτίζω τις γλάστρες
και παρατηρώ πώς ξυπνάνε τα άνθη.
Αναλογίζομαι τη διαφορά μας
κι έπειτα αποφασίζω να ξεκουραστώ.
Κλείνω τα πατζούρια και αφήνω τη μέρα έξω
Τα λέμε σε λίγες ώρες ξανά

Καλημέρα

                       Καληνύχτα

             Ξημέρωσε …




*Πίνακας του Clunde Monet, impresion of sunrise

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Άκου ελληνάκο

*


            Αχρείε, βολεψάκια, άξεστε, μικροαστέ, ξεδιάντροπε, μασκαρά, κακομοίρη, ανεγκέφαλε, ανιστόρητε, γελοίε, υποκείμενο, ελληναρά της φραπεδιάς και του ωχαδερφισμού που αποχαυνώνεσαι στην τηλεόραση σαν πρόβατο και λειτουργείς σαν κουρδισμένο ρομποτάκι ανίκανο να αντιδράσει ό,τι κι αν του κάνουν. Άκου ελληνάκο  που τολμάς και υπονομεύεις το μέλλον μου πιστεύοντας σε κάθε προβοκάτσια, κατευθυνόμενε από τα ΜΜΕ και τις δηλώσεις των επιτήδειων πολιτικάντηδων και μεγαλοδημοσιογράφων, αυτών που σε έφτασαν σε σημείο να μην έχεις παιδεία, ασφάλιση για την υγεία,  λεφτά να πληρώσεις το ρεύμα, που θα βρεθείς στο δρόμο χωρίς τίποτα και παρόλα αυτά, να τους πιστεύεις και να πηγαίνεις να τους ψηφίσεις τυφλά, φοβούμενος να αντιδράσεις και να πάρεις τη ζωή και το μέλλον στα χέρια σου, που έχεις μάθει μια ζωή να είσαι δουλοπρεπής και να προσκυνάς αφέντες, αγάδες, αφεντικά, που δεν ξέρεις τι θα πει ελευθερία, που δεν ξέρεις τι θα πει αποφασίζω εγώ για μένα και δε χρειάζομαι κανέναν να με εξουσιάζει, να υπονομεύει και να καταστρέφει τη ζωή μου.
Άθλιε φιλήσυχε πολίτη που δέχεσαι και ανέχεσαι κάθε φασισμό φοβούμενος να αντιδράσεις, φοβούμενος να σκεφτείς διαφορετικά, αγνοώντας παντελώς τη σημασία της λέξης “επανάσταση”, είσαι υπεύθυνος για όλο αυτό το πανηγύρι της εξαθλίωσης της ζωής μας,  του ανύπαρκτου μέλλοντός μας. Ό,τι κι αν σου έκαναν, το ανέχτηκες παθητικά και έσκυβες πάντα το  κεφάλι. Κακομοίρη ανθρωπάκο, που όταν σου δόθηκε η ευκαιρία να αλλάξεις λίγο τα πράγματα, εσύ προτίμησες το χειρότερο εξουσιαστή να σου πάρει ό,τι σου  είχε απομείνει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι εντάξει, εσύ είσαι ζώον, ανεπίδεκτος μαθήσεως, ο υπόλοιπος όμως κόσμος που παίρνεις στο λαιμό σου, τι σου φταίει; Τι σου φταίμε όλοι εμείς που αγωνιζόμαστε καθημερινά να μην πέσουμε στον απόπατο, τι σου φταίν' τα νέα παιδιά που τα αφήνεις χωρίς καμία ελπίδα; Φοβήθηκες μη χάσεις το σπίτι σου, τώρα που θα σου το πάρει η τράπεζα, τι θα πεις; Τώρα που θα μείνεις στο δρόμο και θα τρέφεσαι με συσσίτιο, τι θα πεις;  Τώρα που οι φασίστες θα μπούνε στα σπίτια μας και θα τα λεηλατούν, τώρα που θα τραμπουκίζουν κάθε τι διαφορετικό, το γιο σου που είναι μαλλιάς, άρα και αναρχικός, την κόρη σου που είναι αριστερή, το φίλο μου που είναι μετανάστης και ήρθε εδώ ελπίζοντας για ένα καλύτερο αύριο, εμένα, εσένα το φιλήσυχο πολίτη, τι θα κάνεις; Αλλά τι ρωτάω, ξέρω τι θα κάνεις. Θα τους ανεχτείς, θα ανεχτείς τα πάντα κι όταν, αν έρθει ποτέ ξανά η ευκαιρία να διαλέξεις, πάλι τους ίδιους θα διαλέξεις γιατί, σε απλά ελληνικά, είσαι μαλάκας! Αλλά να ξέρεις, τη μαλακία μπορεί πολλοί να την αγάπησαν, το μαλάκα όμως, κανείς.

            Ντρέπομαι πραγματικά που ανήκω σε αυτή την άθλια φυλή, ντρέπομαι που νομίζετε πως είσαστε απόγονοι των αρχαίων ελλήνων και άλλες μαλακίες, ντρέπομαι που ο διπλανός μου δεν έχει καταλάβει τίποτα, κι ενώ του παίρνουν το σπίτι, αυτός θέλει να δείχνει οικονομικά άνετος γυαλίζοντας μια αχρησιμοποίητη mercedes στην αυλή του, ντρέπομαι για τα όνειρα των μικροαστών, ντρέπομαι γι’ αυτούς που κάθονται όλη μέρα σε μια high-class-άτη καφετέρια πίνοντας φραπεδιές ή φρεντοτσίνο και αδιαφορούν παντελώς για το αν ο πατέρας τους έχει να τους δώσει χαρτζιλίκι, ντρέπομαι που ενώ οι παππούδες μας πολέμησαν τους γερμανούς φασίστες στα βουνά, να έρχονται τώρα οι ανεγκέφαλοι και ανιστόρητοι και να νομιμοποιούν ένα ακραίο νεοναζιστικό κόμμα, ντρέπομαι που όλοι αυτοί θεωρούν τους εαυτούς τους έλληνες κι έχουν την αυταπάτη πως έπραξαν το σωστό. Αν είναι λοιπόν αυτός ο ελληνικός λαός, να με συμπαθάτε, αλλά δεν ανήκω σε αυτόν. Εμένα πατρίδα μου είναι ολόκληρη η γη και φυλή μου, το ανθρώπινο είδος. Αυτό που τείνει να εκλείψει τελευταία…




*O πίνακας είναι του Tom Wrenn - faces of agony 

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Οι στοχασμοί ενός περιπατητή


*


Πατάω στο έδαφος
Βρίσκομαι στον πλανήτη γη
Περπατάω πάνω στον πλανήτη γη
Αντιλαμβάνομαι την απεραντοσύνη του
Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή οντότητα είμαι
Ξέρω πως υπάρχουν ακόμα πιο μικρές οντότητες
απειροελάχιστες
Ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πολύ μεγαλύτερες
Κινούμαι πάνω στον πλανήτη ενώ
κινείται κι αυτός
Γυρίζει, ασταμάτητα γυρίζει
Όσο απέραντος κι αν μου φαίνεται
ξέρω πως είναι ένας από τους μικρότερους
Ξέρω πως το σύμπαν είναι άπειρο
Δεν είμαι σίγουρος
Το σίγουρο είναι πως έχει πολύ κίνηση εδώ
πολύ ζωή
Κατά συνέπεια, και πολύ θάνατο
Τα πάντα είναι θνητά, εύθραυστα
Δεν ξέρω
Βλέπω τη θάλασσα, τον ορίζοντα
τον ουρανό και τα βουνά θολά στο βάθος
σα να είναι διάφανα, κομμάτι του ουρανού
Το ξέρω πως δεν είναι
Άνθρωποι τρέχουν για τις δουλειές τους
πηγαίνουν διακοπές, μαλώνουν
δημιουργούν πολέμους
συμφιλιώνονται, συνουσιάζονται
βιάζονται
δημιουργούν καινούριες ζωές
δημιουργούν τέχνη
καταστρέφουν τις ζωές τους
καταστρέφουν τις ζωές των άλλων
καταστρέφουν τον πλανήτη
Αντιλαμβάνομαι τη ματαιότητα των πάντων
Αντιλαμβάνομαι…

Αλήθεια,
                    πού πήγαινα; 





*Η φωτογραφία με το γλυπτό είναι
"Ο περιπατητής" του Ελβετού καλλιτέχνη Alberto Giacometti. 
Έργο της περιόδου 1961-1962.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Ένας συνηθισμένος διάλογος


Van Gogh

-          Ωπ! Τι έγινε ρε; Εδώ είσαι;
-          Για να με βλέπεις… τι λέει; Καλά;
-          Ωραίος σκύλος. Δικός σου είναι; Πώς τον λένε;
-          Ρόσι
-          Πώς, Ρώσο
-          Όχι, Ρόσι, από το Βαλεντίνο Ρόσι
-          Δίκιο έχεις. Ρώσος. Του ταιριάζει. Έτσι άσπρος όπως είναι… Πάρε μετά τηλέφωνο, θα είμαστε στο δασάκι.
-          Καλό;
-          Θα δεις.
-          Και ο Ρόσι;
-          Ε, το Ρώσο, φέρ’ τον μαζί
-          Δεν πιστεύω να’ χει σκυλιά…
-          Όχι, κάτι δεντράκια μόνο.
-          Δικά σας;
-          Του δάσους.
-          Άγρια δηλαδή;
-          Ναι.
-          Και έχουν φούντα;
-          Όχι ρε, τα δεντράκια τα έχουμε στο κτήμα.
-          Αυτό σε ρωτάω ρε
-          Ε, κι εγώ τι είπα, κάτι άλλο;
-          Καλά, θα σε πάρω τηλέφωνο
-          Αν αργήσεις, δε θα έχει
-          Τι ώρα θα πάτε;
-          Θα σου πω στο τηλέφωνο
-          Και πού είναι το δασάκι;
-          Να, μόλις βγεις από το χωριό, όλο δάσος είναι
-          Ναι ρε, αλλά σε ποιο σημείο;
-          Πάρε πιο μετά και θα σου πω
-          Γιατί δε μου λες τώρα;
-          Μη μας πάρουν χαμπάρι…
-          Ποιος ρε. Καλύτερα πες μου τώρα. Τα τηλέφωνα παρακολουθούνται
-          Και τι θα καταλάβουν αν σου πω έλα κείθε για παράδειγμα;
-          Τίποτα, αλλά ούτε κι εγώ.
-          Αμάν ρε αδελφέ μου. Θα συναντηθούμε κάπου και θα πάμε μαζί.
-          Πού;
-          Θα σου πω
-          Φαύλος κύκλος
-          Όχι ρε, θα σου πω να κόψεις δρόμο
-          Άλλο λέω…
-          Τι;
-          Τίποτα.
-          Καλά, δε σε βλέπω καλά.
-          Τελικά με βλέπεις καλά ή όχι;
-          Σκας γάιδαρο ρε!
-          Ενώ εσύ…
-          Εγώ τι;
-          Ελέφαντα
-          Σκάει και ο ελέφαντας;
-          Κι άμα πιούμε το τσιγάρο θα μπορούμε να συνεννοηθούμε;
-          Γιατί ρε, δε συνεννοούμαστε τώρα;
-          Πώς… θα πέσει πολύ γέλιο
-          Αφού είναι καλό σου λέω
-          Α, πες έτσι. Έχεις πιει ε;
-          Ναι αλλά, πού κολλάει αυτό;
-          Στα χαρτάκια
-          Έχουμε και χαρτάκια ρε, μη σκας.
-          Ε τι είμαι να σκάσω; Γάιδαρος;
-          Εδώ που τα λέμε, φέρνεις λίγο…
-          Ε τότε, μπορεί και να σκάσω.
-          Κάντο παραπέρα όμως μη μας πάρουν τα σκάγια…
-          Πάγωσα.
-          Πήγαινε μέσα ρε, έχει τζάκι
-          Όχι, για το χιούμορ σου λέω
-          Ποιο χιούμορ;
-          Έλα μου ντε;
-          Τα χεις παίξει ε; άντε να πιεις να στανιάρεις
-          Θα μιλάμε κιόλας;
-          Φυσικά.
-          Όπως τώρα;
-          Άμα γεια σου!
-          Κατάλαβα.
-          Τι κατάλαβες;
-          Τα πάντα.
-          Σπίρτο είσαι
-          Κι εσύ, αλλά έχεις πάρει υγρασία…
-          Μπα, δεν καταλαβαίνω τίποτα εγώ
-          Αυτό είναι σίγουρο
-          Και τι κάνεις στην Αθήνα;
-          Άσε, θα τα πούμε εκεί.
-          Σιγά μην κατέβω εγώ στην Αθήνα
-          Μπορώ να φανταστώ το λόγο.
-          Ε, τι τώρα; Μαλακίες; Που θα βρεις καλύτερα από δω;
-          Σε αυτό συμφωνούμε. Αλλά εγώ έλεγα για το δασάκι…
-          Τι έλεγες για το δασάκι;
-          Άστο. Πάμε τώρα
-          Δεν κρατιέσαι μωρή κουφάλα…
-          Ναι, θέλω να κατουρήσω
-          Πήγαινε εδώ
-          Στη φύση είναι καλύτερα
-          Σίγουρα.
-          Άντε πάμε
-           Φύγαμε.