Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ευθεία

Πίνακας του Jeremy Man


Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.


Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. 


απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Άτιτλο Ι

Δεν τον φοβάμαι το Θάνατο
Τη ζωή φοβάμαι, μη τυχόν
και δεν προλάβω να τη ζήσω
σε όλο της το μεγαλείο

(Από τη συλλογή: Η Νόσος Της Ποίησης, 2009)

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Κάτι σαν πρόλογος από το βιβλίο Χ-έγερση υποσυνειδήτου

Σαν πρόλογος

Δεν συνηθίζω να προλογίζω τα έργα μου, αλλά αυτή τη φορά, έκρινα απαραίτητο να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα. Το λόγο, θα τον καταλάβετε παρακάτω.

Αυτό το βιβλίο είναι η 3η ουσιαστικά λογοτεχνική δουλειά μου και περιέχει ποιήματα, πεζά και πεζοποιήματα. Όπως θα παρατηρήσατε όμως, συνοδεύεται κι από ένα cd. Τι περιέχει όμως το cd αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Όταν είχα εκδώσει για πρώτη φορά, ο εκδότης μου είχε πει πως πρέπει να γίνει κάποια παρουσίαση για την προώθηση του έργου. «Και πώς γίνονται δηλαδή οι παρουσιάσεις;» αναρωτήθηκα. Από άλλες παρουσιάσεις που έτυχε να παραστώ, είχα δει πως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που λένε δυο λόγια – ή πολλά παραπάνω – κάποιοι ηθοποιοί που απαγγέλουν αποσπάσματα και καμιά φορά υπάρχει και μουσική. Εγώ λοιπόν, δεν είχα κανέναν να μιλήσει για μένα, χώρια που ακόμα κι αν είχα, δεν θα επέλεγα να γίνει κάπως έτσι. Επίσης, αυτές οι στείρες αίθουσες με τις καρεκλίτσες στη σειρά και τις λάμπες φθορίου όλες αναμμένες, δεν είναι το ιδανικότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα που βγαίνει για πρώτη φορά ξυπόλυτος στα αγκάθια. Έπρεπε λοιπόν να βρω κάτι πιο οικείο. Ένα μπαρ για παράδειγμα. Ωραία. Κι επειδή δεν διακρίνομαι για τη ρητορική μου δεινότητα, αποφάσισα να διαβάσω μόνο ποιήματα. Έπρεπε όμως να σκεφτώ με ποιο τρόπο θα καλυπτόταν το κενό μεταξύ των ποιημάτων. Πήρα λοιπόν, τηλέφωνο το φίλο μου το Γιάννη που είναι μουσικός και του πρότεινα συνεργασία. Μια κιθάρα να αυτοσχεδιάζει και μια φωνή να απαγγέλει. Άρχισε να στρώνει κάπως το πράμα. Μπαρ, σκοτεινός φωτισμός, ποτά, τσιγάρα, ποίηση και μουσική. Αυτό, μάλιστα. Μου άρεσε. Από τότε λοιπόν, σε κάθε παρουσίαση, συνεργάζομαι με το Γιάννη.

Πριν δυο χρόνια, έτυχε να κανονίσω μια ποιητική βραδιά εφ’ όλης της ύλης, σε φιλικό καφενείο. Φυσικά, πάλι θα έβγαζε ο Γιάννης το φίδι από την τρύπα. Μόνο που αυτή τη φορά, μου πρότεινε να παίξει ακόμα ένας φίλος. Ο Παύλος με τα πλήκτρα του. Φυσικά και δέχτηκα. Έπρεπε όμως να κάνουμε κάποιες πρόβες, καθώς δυο όργανα για να αυτοσχεδιάσουν, θα πρέπει να συνεννοούνται μεταξύ τους για να μην πατάει ο ένας στο βουνό κι ο άλλος στη θάλασσα. Πρέπει να κάναμε 4 με 5 πρόβες, αλλά εκεί συνέβη κάτι το απρόσμενο. Τους έλεγα μια ιδέα για το πώς φαντάζομαι τι, κι αυτοί έγραφαν μουσικά κομμάτια, το ένα μετά το άλλο. Την πρώτη κιόλας μέρα της πρόβας, γράφτηκαν 7 κομμάτια και τις υπόλοιπες, άλλα 4 ή 5. Δε θυμάμαι ακριβώς. Έτσι, χωρίς να το έχουμε πολύ μελετήσει, είχε δημιουργηθεί αυθόρμητα, μια μικρή παράσταση. Εκείνη η βραδιά, ήταν μια έκπληξη για όλους – καθώς και για μένα τον ίδιο φυσικά. Δεν είχα φανταστεί πως μπορώ να απαγγέλλω με τη συνοδεία μιας μικρής ορχήστρας. Είπαμε λοιπόν, πως κάποτε θα τα ηχογραφήσουμε κανονικά. Το είπαμε, κάναμε κάποιες πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις και το αφήσαμε. Ο καθένας είχε τις δουλειές του και όλο το αναβάλαμε.

Μετά από καιρό, μιλώντας πάλι με το Γιάννη και τον Παύλο, τους είπα πως ετοιμάζω νέα έκδοση και πως καλό θα ήταν να ξαναδουλεύαμε τα κομμάτια με σκοπό, είτε να τα ανεβάσουμε σε κάποια διαδικτυακή σελίδα για ελεύθερο κατέβασμα, είτε να τα δίναμε μαζί με το βιβλίο. Η απάντηση ήταν θετική και κινητοποιήθηκε όλη η ομάδα. Να δανειστούμε επαγγελματικά μικρόφωνα, να φτιάξουμε εκ νέου κάποια κομμάτια σε μουσική και να μπω μες τη ντουλάπα για τη λήψη της φωνής – καθώς επαγγελματικό στούντιο δεν καταφέραμε να κλείσουμε. Όσο για την επεξεργασία των κομματιών, το editing και το mastering, τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Γιάννης.

Πρότεινα λοιπόν αυτό το εγχείρημα στις εκδόσεις των συναδέλφων και δέχτηκαν.
Όλο αυτό λοιπόν, δεν θα γινόταν αν ο Γιάννης και ο Παύλος δεν με στήριζαν ηθικά και καλλιτεχνικά κι αν η ομάδα των εκδόσεων δεν πίστευε σε εμένα και στο έργο μου. Δεν είμαι τύπος που αποδίδει ευχαριστίες, αλλά εδώ, το κάνω από καρδιάς. Τους ευχαριστώ όλους πολύ.
Κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο – cd, στα χέρια σας, ελπίζω να το απολαύσετε και να ταξιδέψετε με την ποίηση και τη μουσική του. Εις το επανιδείν.

Χρήστος Ζάχος
 Ρέθυμνο 13/3/14


To cd, μπορείτε να το ακούσετε εδώ:
Το βιβλίο το βρίσκετε εδώ:

Κιθάρα, recording, mixing, mastering: Γιάννης Ισαακίδης
Πλήκτρα: Παύλος Κριτσωταλάκης
Φωνή/απαγγελία: Χρήστος Ζάχος






Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Ποιήματα γραμμένα στο καφενείο



Αναμφισβήτητη τέχνη

Τι πιο όμορφο από τέσσερα κορίτσια
να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου
με το χλομό φωτισμό
να περιγράφει τα υπέροχα πόδια τους
που τα επιδεικνύουν
τόσο θελκτικά…

Μια τέχνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς


~.~

Διαφορετικές Τέχνες

Ώχρα, κόκκινο και μαύρο
καθώς η σελήνη και οι χλομοί λαμπτήρες 
δημιουργούν γύρω σου
πανέμορφα θέματα  
που δεν θα ζωγραφίσεις ποτέ.

Τελικά η ζωγραφική και η ποίηση
είναι όντως διαφορετικές τέχνες;


~.~


 πίνακας του Fabian Perez


Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης



Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο  ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να  φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.







Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία

Λίστα με τα βιβλιοπωλεία που μπορείτε να βρείτε την τελευταία μου λογοτεχνική δουλειά «Χ-έγερση υποσυνειδήτου»


1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΘΗΝΑ)
2. Ποτέ πια στον Ιανό... 
3. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ (ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ-ΘΕΣ/ΚΗ)
4. ΠΑΤΑΚΗΣ (ΑΘΗΝΑ)
5. ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (ΘΕΣ/ΚΗ)
6. ΚΕΝΤΡΙ (ΘΕΣ/ΚΗ)
7. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ)
8. ΠΛΑΙΣΙΟ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
9. ΚΛΑΨΙΝΑΚΗΣ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
11. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ (Κατόπιν παραγγελίας)




Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Άλλη μια μουσική απαγγελία...

που εμπεριέχεται στο CD που συνοδεύει το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"


Τα ποιήματα που ακούγονται μπορείτε να τα βρείτε στις 2 τελευταίες εκδόσεις ("Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" και "Χ-έγερση υποσυνειδήτου") ή κάπου διάχυτα μέσα από αυτό το μπλογκ.


Οι φωτογραφίες που ακολουθούν, είναι από την παρουσίαση στο Χαλικούτι το 2012
Εκεί, ουσιαστικά, παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το όλο εγχείρημα...




Γιάννης Ισαακίδης στην κιθάρα και Παύλος Κρυτσωταλάκης στα πλήκτρα



Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

X - έγερση υποσυνειδήτου


Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου
(ποιήματα και πεζά)
σε συνεργασία με τις εκδόσεις των συναδέλφων
Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

Ημερομηνία πρώτης έκδοσης:
12/5/14


Παραθέτω απόσπασμα από το υλικό που υπάρχει στο CD






Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το παραγγείλετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα  βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

Σύντομα θα ενημερώσω με αναλυτική λίστα για όλα τα σημεία πώλησης. Εννοείται πως πάντα μπορείτε να το παραγγείλετε και από το βιβλιοπωλείο της γειτονιά σας. 



Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Αναμένοντας...

Εγκυμονώ. Είμαι στις μέρες μου και σύντομα θα γεννήσω. Δεν θα πάρει πολύ, όλα είναι έτοιμα πια, μένει μόνο να περιμένω. Και περιμένω. Η αναμονή είναι δύσκολο πράγμα, εμπεριέχει αγονία, λαχτάρα και κενό χρόνο, σαν να βρίσκεσαι σε κάποια αίθουσα ιατρείου, καθισμένος σε μια καρέκλα, με τις παγερές λάμπες φθορίου να σου κουράζουν την όραση, το νου, κι εσύ να κάθεσαι εκεί να περιμένεις καρτερικά τα καλά ή τα κακά νέα. Θα ήθελες όμως, πολύ να βγεις έξω για ένα τσιγάρο, αλλά διστάζεις, αν γίνει τώρα και το χάσω;

Μπα… όχι ακριβώς, είναι διαφορετικά. Αυτό που περιγράφω παραπάνω, είναι η αναμονή του μελλοντικού πατέρα ή του φιλικού/συγγενικού προσώπου κάποιου ασθενή σε δημόσιο ιατρείο. Δεν είναι το ίδιο, δεν έχει καμία σχέση. Είναι απλά η αναμονή ενός δημιουργού που αδημονεί να δει το έργο του στην τελική του μορφή. Σε αυτή που θα κοινωνήσει με μια μερίδα ανθρώπων. Αυτή την αναμονή μπορείς να την παρομοιάσεις με πολλές άλλες, αλλά, ουσιαστικά, δεν μοιάζει με καμία. Μόνο που καμιά φορά ξεχνιόμαστε… αλλά όχι, τι είναι αυτά που λέω. Είναι απλά σκέψεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της αναμονής. Κι ας νομίζεις πως είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, ουσιαστικά, ποτέ δεν είσαι.

Ο Πικάσο έλεγε πως ποτέ δεν ξέρεις τι θα ζωγραφίσεις αν δεν ξεκινήσεις να ζωγραφίζεις. Άσχετο, αλλά καλό. Ο Μπουκόφσκι έλεγε πως η διαφορά ενός διανοούμενου από έναν καλλιτέχνη, είναι ότι ο διανοούμενος θα πει κάτι απλό με δύσκολο τρόπο, ενώ ο καλλιτέχνης, κάτι δύσκολο με απλό τρόπο. Κι αυτό άσχετο, κι αυτό καλό. Μπορώ να πω κι άλλα καλά άσχετα, όπως για παράδειγμα, το εικαστικό έργο που έφτιαξε ο πεντάχρονος ανιψιός μου με κορδόνια και ξύλα αφού τελειώσαμε το βάψιμο της κουζίνας, κι εγώ θέλοντας να μαζέψω τα υλικά, τόσο απερίσκεπτα και άχαρα, δίχως τύψη καμιά, του το χάλασα, ή για το πώς οι μέλισσες ιδρύουν τις αυτοκρατορίες τους και για το πόσο άδολα ή δόλια ζήσαμε αφήνοντας τα γένια μας ως τα γόνατα, για να μη φαίνεται πόσο παιδιά γινόμαστε όταν τραγουδούμε – όπως έλεγε και ο Τάσος ο Λειβαδίτης, αλλά ας υποθέσουμε πως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία κι ας εστιάσουμε στο λόγο που σήμερα κάθομαι και γράφω αυτές τις γραμμές.

Ας μου το συγχωρέσει ο φίλος ποιητής Τόλης Νικηφόρου, αλλά από μια συζήτηση που είχαμε για το έργο μας και τη δραστηριότητά μας, προέκυψαν οι παρακάτω σκέψεις, τις οποίες, θέλησα να τις μοιραστώ μαζί σας. Έτυχε λοιπόν, αυτή την περίοδο, να ετοιμάζουμε και οι δυο νέες δουλειές. Ο Τόλης μια ποιητική έκδοση με τίτλο: «Φωτεινά παράθυρα», κι εγώ έναν αχταρμά με ποιήματα και πεζά. Όταν με ρώτησε λοιπόν για το βιβλίο μου, του απάντησα με τα παρακάτω λόγια:

“Ο τίτλος δεν είναι έγερση, αλλά «Χ - έγερση υποσυνειδήτου». Το αγγλικό Χ κάνει παιχνίδι με την προφορά της λέξης «Εξέγερση» και το «υποσυνειδήτου» την τοποθετεί κάπου βαθιά μέσα μας - χωρίς να έχει απαραίτητα πολιτικές προεκτάσεις, αλλά και χωρίς να τις απορρίπτει, χωρίς να γίνεται απαραίτητα συνειδητό, αλλά και χωρίς να χάνεται στο ασυνείδητο. Η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα στεγανά με σκοπό την απόλυτη ελευθερία της έκφρασης. Ως προοίμιο  για την ουτοπική κοινωνία που ονειρευόμαστε και που πιστεύω πως κάποτε θα έρθει (αισιοδοξία;). Τα ποιήματα πραγματεύονται  την εσωτερική διαμάχη με το «εγώ», προσδοκώντας τη λύτρωση - την έγερση του υποσυνείδητου που αλλάζει μορφή και γίνεται πια συνειδητό. Κανένα ποίημα δεν θα μπορέσει ποτέ να αλλάξει τον κόσμο - όπως έλεγε και ο Αναγνωστάκης αν θυμάμαι καλά - μπορούν όμως να εκφράσουν μια εποχή, μια μερίδα ανθρώπων, και εί δυνατόν, να αφυπνίσουν. Λες να το πάρει κανείς χαμπάρι; Δεν ξέρω... Άλλωστε, ο σκοπός που κάνουμε τέχνη, είναι πρωτίστως για να λυτρωθούμε εμείς. Από κει και πέρα, τα αφήνουμε ελεύθερα να τραβήξουν το δρόμο τους. Ίσως γι’ αυτό ευχόμαστε στα νέα βιβλία να είναι καλοτάξιδα, όχι μόνο με την έννοια της μεταφοράς τους από τόπο σε τόπο, αλλά ελεύθερα ώς έννοιες, να βρούνε πραγματικούς αποδέκτες και να εξαντλήσουν την όποια αξία τους με τον τρόπο που μόνο αυτά γνωρίζουν. Εμείς, φυσικά και δεν γνωρίζουμε τίποτα.”   

Αλλά νομίζω πως ήδη σας έχω εκμυστηρευθεί πολλά. Ας αφήσουμε λοιπόν να εκδοθεί πρώτα το βιβλίο, κι έπειτα, θα πούμε κι άλλα. Μπορείτε ωστόσο να έχετε μια ιδέα για το πώς πρόκειται να γίνει το εξώφυλλο.











Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Νέο υλικό

Ταλαιπωρημένος από την ασυδοσία των εκδοτικών οίκων, είχα χάσει κάθε εμπιστοσύνη και είχα αποφασίσει πως  την επόμενη δουλειά μου θα την εξέδιδα μόνος μου. Ίσως βέβαια να φταίει και το γεγονός πως σπάνια βγαίνω από την κάμαρά μου, ίσως και η επιφυλακτικότητά μου, αλλά όπως και να ‘χει, δεν το είχα πάρει χαμπάρι. Τα έφερε όμως έτσι η τύχη, που, όσο κι αν κοιτούσα κάτω, δεν γινόταν να μη σκοντάψω πάνω τους. Σκόνταψα λοιπόν, όπως συνηθίζω να κάνω, αλλά δεν έπεσα στον ανοιχτό υπόνομο που έχασκε μπροστά μου. Κάποιοι βρίσκονταν εκεί και με σταμάτησαν. Κι επειδή το φανάρι μου από καιρό είχε σβήσει κι είχα χάσει το δρόμο μου, πίστεψα πως είναι Άνθρωποι και τους εμπιστεύτηκα. Αλλά κι εκείνοι έδειξαν πως εμπιστεύονται εμένα. Ήταν μια ομάδα ανθρώπων που δεν υπακούουν, ούτε κι έχουν αφεντικά. Διαχειρίζονται μόνοι τους τις ζωές τους, τη δουλειά τους, συναποφασίζουν και προσφέρουν στην τέχνη και στον πολιτισμό.  Είχαν στήσει έναν εκδοτικό οίκο, που σέβεται τον δημιουργό και το βιβλίο. Αυτό το αυτονόητο που όμως, δεν είναι αυτονόητο για πολλούς…  Μου είπαν πως μπορούν να αναλάβουν και τη δική μου δουλειά. Δέχτηκα. Φυσικά, υπήρξαν κάποιες δυσκολίες στην αρχή που όμως ξεπεράστηκαν, και όλα φαίνεται πως έχουν πάρει πια το δρόμο τους.
Την επόμενη δουλειά μου λοιπόν, να την περιμένετε από τις εκδόσεις των συναδέλφων, η οποία θα είναι μια συλλογή με ποιήματα και πεζά ή πεζοποιήματα, υπό τον τίτλο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου» που θα επιμεληθούμε μαζί με τους εκδότες. Προς το παρόν, μπορώ να σας εμπιστευτώ μόνο αυτά. Α, ναι, και πως ο παρακάτω πίνακας θα κοσμεί το εξώφυλλο. Και πως ετοιμάζουμε και μια έκπληξη. Και πως.. αυτά. Τα υπόλοιπα, μετά την έκδοση (η οποία δεν θα αργήσει). Stay in tune…




Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί η βροχή…


Το κύμα της συνείδησης
των πράξεων
των λέξεων
της μέρας
της νύχτας
της ψυχής
της ζωής
του θανάτου
της Μαρίας
Ποιας Μαρίας;
Ποιου θανάτου;
Ποιας ζωής;
Της ζωής ρε!
Αυτή με τον ωραίο κώλο
και όλα αυτά τα κόκκινα μακριά φορέματα που την κάνουν
τόσο μυστηριακά εξωπραγματική
σαν μάγισσα μες τη βροχή που δε λέει να σταματήσει
και καλά κάνει δηλαδή
γιατί οι άνθρωποι μες τη βροχή δεν χρειάζονται ομπρέλες
γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται ανθρώπους
γιατί το χαρτί δεν χρειάζεται το μελάνι
μόνο χρώματα κι αισθήσεις και λέξεις που...

Γιατί οι ομπρέλες δεν χρειάζονται τους ανθρώπους
τα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας
και η αστραπή
φως στη σκοτεινιά της ψυχής για μια στιγμή
και πάλι σκοτάδι
όπως πριν
όμορφο όμως
σαν αυτό που χρησιμοποιούν οι ποιητές
για να γράψουν για κόκκινα φορέματα σε μαύρο φόντο
καθώς
η
βροχή
δε
χρειάζεται
ομπρέλες




πίνακας του Gustave Caillebotte
 "Jour de Pluie à Paris"

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Αntisocial



Η αλήθεια είναι πως είμαι αντικοινωνικός. Δεν έγινα τώρα, από μικρό παιδί ήμουν. Θυμάμαι μάλιστα, πως όταν ήμουν στο δημοτικό και όλα τα άλλα παιδάκια έπαιζαν μπάλα, εγώ προτιμούσα μια γωνία να τους παρακολουθώ και να τραγουδάω. Τι τραγουδούσα; Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, θάλασσα, θάλασσα τι μου ‘χεις κάνει, και άλλα άσματα της εποχής. Δεν τους γούσταρα και δεν με γούσταραν. Και οι δάσκαλοι, βέβαια, με φωνάζανε καπετάν φασαρίας. Μάλλον θα ήμουν αντιδραστικός σε κάθε μου κίνηση και δεν θα άφηνα κανέναν να μπει στον κόσμο μου. Ήμουν εγώ και το όνειρό μου, ένα παιδί που δεν θα μεγαλώσει ποτέ.

Αργότερα, στο γυμνάσιο που είχα άλλες ανησυχίες, όπως η μουσική και το πώς μπορεί ένας έφηβος να ανακαλύψει το σώμα του και τίποτε άλλο, συνήθιζα να ακούω άλλες μουσικές από αυτές που ήταν στη μόδα. Δηλαδή, κόντρα στους Mc Hammer, Vanilla ice, new kids on the block και Kylie Minogue, άκουγα, scorpions, iron maiden, nirvana και metallica. Και η αλήθεια είναι πως δεν άργησα να ανακαλύψω τους led Zeppelin, doors, Jimi Hendrix, Janis Joplin και άλλους. Και ήμουν ο μόνος που τα άκουγε αυτά. Πώς να κάνουμε παρέα με τα άλλα παιδιά; Αφού κράταγα λεφτά από το χαρτζιλίκι για τυρόπιτα στο σχολείο και περίμενα όλη την εβδομάδα να μαζευτούν, για να πάω να γράψω καινούρια κασέτα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς.

Και λίγο αργότερα, όχι πολύ, όταν σε κάποιο θρανίο, είδα γραμμένο το: «Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…» και από κάτω το όνομα «Κώστα Καρυωτάκης», εντυπωσιάστηκα τόσο, που έσπευσα  να πάω στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς και να ζητήσω το βιβλίο του. Παραξενεμένη η υπάλληλος, με ρώτησε αν μας είχε βάλει η καθηγήτριά μας να μελετήσουμε ποιήματα του Καρυωτάκη, κι εγώ της πέταξα στα μούτρα πως, όχι, για μένα το θέλω. Κοκάλωσε για λίγο, αλλά μου είπε πως μπορεί να το παραγγείλει. Και την επόμενη μέρα, πήγα να το παραλάβω. 2,600 δραχμές, ακριβό πολύ για την εποχή, 1993 κι εγώ 15 χρονών με τζιν πουκάμισο, τσουλούφι να πέφτει στα μάτια και οικονομίες από το χαρτζιλίκι για την τυρόπιτα. Τελικά, στα παιδικά μου χρόνια, δεν πρέπει να έφαγα ποτέ τυρόπιτα.

Τέλος πάντων, αυτά κάναν την αρχή κι έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τη μετέπειτα πορεία μου. Πάντα αντιδραστικός, μόνος, ασυμβίβαστος κι επαναστάτης χωρίς αιτία, τότε. Έπειτα, βρήκα και την αιτία αλλά… συνέχισα τα ίδια. (Τελικά, η αιτία, δεν είναι λόγος επανάστασης. Πρέπει να το έχεις μέσα σου).
Παρόλο που οι ρυτίδες και τα άσπρα γένια ζωγραφίζουν όμορφα την εικόνα μου, δεν παύω ούτε στιγμή να είμαι ένας έφηβος, ένα μικρό παιδί που ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο και που πιστεύει πως μπορεί να τα καταφέρει. Επιρρεπής στο όνειρο, στον έρωτα, στο αλκοόλ και τις ουσίες, γυρεύοντας πάντα για καταφύγιο το διέξοδο που μας προσφέρει η τέχνη,  έφτιαξα το δικό μου κόσμο, που εκεί δε χωράει κανείς. Η ποίηση και η ζωγραφική ήρθαν αργότερα σαν φυσικό αποτέλεσμα. Κάπως έπρεπε να βρω τρόπο έκφρασης και να αφήσω αυτό που επιθυμούσα, να φανεί προς τα έξω. Καθάρια ψυχή, χωρίς φκιασίδια και ωραιοποιήσεις. Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να το αντιληφθεί ο καθένας, αλλά εμένα, τι με νοιάζει; Αυτό που θέλω να κάνω, το κάνω, και από κει και πέρα, να πα να γαμηθείτε όλοι. Ω, μα είδες τώρα; Τι ωραία ευχή σας δίνω, αλλά, ούτε αυτό μπορείτε να αντιληφθείτε.

Δεν ξέρω γιατί γράφω όλα τα παραπάνω, μάλλον για να ικανοποιήσω τον ναρκισσισμό μου. Ή δεν έχει καμία σημασία το γιατί. Έτσι απλά. Άντε, τα λέμε πάλι. Εβίβες, σαλούτε, μπροστ!



Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Εκκωφαντική σιωπή



Εκκωφαντική σιωπή
Σκατά, ποιος άλλος το χει πει;
Εκκωφαντική σιωπή
Αδράνεια, νωθρότητα
Συσσωρευμένη ένταση
Ας γίνει κάτι
Ένας ήχος, ένας κρότος
Μια έκρηξη
Κάτι
Δεν το αντέχω αυτό
Κοχλάζει ο κρατήρας
Περιμένω
Περιμένω…

Μη
Μην ανοίγεις το συρτάρι
Μην κλείνεις τη ντουλάπα
Μη χτυπάς τα αντικείμενα
Μην κινείσαι
Μην αναπνέεις
Δεν το βλέπεις;
Είναι επικίνδυνα εδώ

Μη μιλάς
Μη σκέπτεσαι
Πες κάτι,
Πάψε επιτέλους να ακούς τη σιωπή!

Περιμένω
Κάτι
Δεν ξέρω

Περιμένω…


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Δίνη

*


Ένας φίλος μου είπε:
Οι άνθρωποι χάνονται στο χρόνο
Τους ρουφάει, εξαφανίζονται
Μη σε ρουφήξει κι εσένα
Αλλά ήμουν μες τη δίνη του κυκλώνα
Και είπα μηχανικά: 
Όχι ρε


*ο πίνακας είναι άγνωστου καλλιτέχνη

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Η έμπνευση, μια σπάτουλα και το εξαίσιο πτώμα




Μπήκε άξαφνα στο δωμάτιο
Οι κινήσεις έγιναν αστραπιαία. Με είχε αποσπάσει την ώρα της έμπνευσης. Η σπάτουλα βρισκόταν στο τραπεζάκι. Την άρπαξα και του έκοψα το λαιμό πέρα ως πέρα. Δε φανταζόμουν πως η σπάτουλα ζωγραφικής μπορεί να γίνει φονικό εργαλείο. Αλλά εδώ που τα λέμε, κι ένα πινέλο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φονικό εργαλείο. Σπαρταρούσε και σκόρπιζε το αίμα παντού. Περίμενα να ησυχάσει. Μια για πάντα. Κι όντως, ησύχασε. Μια για πάντα. Τον άρπαξα από τα πόδια και τον έσυρα μέχρι το μπάνιο – τον πέταξα μες την μπανιέρα και άνοιξα τη βρύση. Πώς βρέθηκε μες το δωμάτιο, από πού μπήκε, τι ήθελε; Κρίμα, δεν πρόφτασα να ρωτήσω, δεν θα μάθαινα ποτέ. Τώρα ήταν αργά. Ή μήπως όχι;




            Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, είδα πως υπήρχαν αίματα παντού. Αυτή η εικόνα, δεν το κρύβω, μου γέννησε μια νέα έμπνευση. Έπιασα αμέσως τα πινέλα μου και άπλωσα το φρέσκο αίμα στον καμβά με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις. Ήταν ολοφάνερο, τώρα ήξερα τι να κάνω. 

Έπιασα τα χρώματα και άρχισα να τα αναμιγνύω με το ζεστό ακόμα, αίμα. Το αποτέλεσμα γινόταν όλο και καλύτερο, αλλά δεν με γέμιζε ακόμα για να σταματήσω. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια φαεινή ιδέα κι έκανα τρις περιστροφές στο δωμάτιο. Μόλις είχα ανακαλύψει μια τεχνική που – ανάθεμα – κανένας άλλος ζωγράφος δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει. Μια καινοτομία, κάτι μοναδικό, κάτι ολόδικο μου. Ένας μοναδικός τρόπος να εισχωρεί το ένα χρώμα μέσα στο άλλο, διατηρώντας την ακεραιότητά του, αλλά να αναμιγνύεται σε έναν βαθμό και με τα άλλα χρώματα, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο, χρησιμοποιώντας την κίνηση, δείχνοντας κίνηση, αποτυπώνοντας κίνηση, παίζοντας και γελώντας σε έναν ψυχεδελικό χορό, που εγώ και μόνον εγώ ξέρω να χορεύω. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Σαν να είχε συντελέσει μια άλλη δύναμη για να γίνει, σαν να το είχε φτιάξει κάποιος άλλος και όχι εγώ. Κι όμως, εγώ το είχα φτιάξει.

Άφησα το έργο να στεγνώσει και περίμενα. Ήμουνα ήρεμος τώρα, ικανοποιημένος. Άναψα ένα τσιγάρο κι έβαλα ρακή στο ποτήρι. Τα αίματα θα προσπαθούσα να τα καθαρίσω την επόμενη το πρωί. Ήμουν εξαντλημένος. Τι θα έκανα όμως με εκείνο το πτώμα; Ποιος να ήταν άραγε και πώς μπήκε εδώ μέσα; Πήγα στο μπάνιο να κοιτάξω. Τα αίματα ήταν μέχρι την μπανιέρα, η μπανιέρα γεμάτη νερό και το πτώμα… το πτώμα… δεν είναι δυνατό. Τι έγινε το πτώμα; 






Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Προοίμιο



Το νοιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειαστεί  

Μια καινούρια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!



*ο πίνακας που συνοδεύει τις παραπάνω λέξεις, 
είναι ένα από τα τελευταία έργα μου, Ιούνιος 2013



Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Λίγο πριν τη δημιουργία




μάτια μελανά απ’ την αγρύπνια
Χρώματα άτεχνα πεταμένα σε φθηνό καμβά
Ένα ακόμα ποτήρι πριν ανατείλει ο ήλιος
Κραυγές απόγνωσης μέσα στη νύχτα
Σώματα παραιτημένα κάτω από τον καναπέ
Άδεια μπουκάλια και κεφάλια που ξεχειλίζουν
στα σοκάκια της παράνοιας
Δόντια που σπάνε φτύνοντας λέξεις
στο χαρτί, στους τοίχους, στο δωμάτιο
και 1000 μαχαίρια να παραμονεύουν
πότε η πόρτα θα ανοίξει 



(Πίνακας του  Jackson Pollock -  number one 1948)

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Η απενοχοποίηση των λέξεων


Σκοπός μου είναι να απενοχοποιήσω τις λέξεις 
από τις έννοιές τους

Σκατά
Μουνί
Κώλος
Πούτσα
Μαλακία
Γαμήσι

Σε πειράζει αυτό, ε;
Πες το:

Κόπρανα
Αιδοίο
Πρωκτός
Πέος
Αυνανισμός
Συνουσία

Τώρα είναι καλύτερα;
Τελικά σε πειράζουν οι λέξεις και όχι οι έννοιές τους
Έχεις πρόβλημα

πίνακας του Amadeo Modigliani






Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Ο φτωχός Edward - Tom Waits



Did you hear the news about Edward?
On the back of his head he had another face
Was it a woman's face or a young girl?
They said to remove it would kill him
So poor Edward was doomed

The face could laugh and cry
It was his devil twin
And at night she spoke to him
Things heard only in hell
But they were impossible to separate
Chained together for life

Finally the bell tolled his doom
He took a suite of rooms
And hung himself and her from the balcony irons
Some still believe he was freed from her
But I knew her too well
I say she drove him to suicide
And took poor Edward to hell



Ακούσατε τα νέα για τον Edward;
Πίσω στο κεφάλι του, είχε ένα άλλο πρόσωπο
Ήταν γυναίκας ή νεαρού κοριτσιού;
Είπαν πως αν το αφαιρούσε θα πέθαινε
Έτσι ο φτωχός Edward ήταν καταδικασμένος

Το πρόσωπο αυτό μπορούσε να γελάει ή να κλαίει
Ήταν ο δίδυμος δαίμονάς του
και τις νύχτες του έλεγε
πράγματα που μόνο στην κόλαση μπορούσαν να ακουστούν
αλλά ήταν αδύνατο να διαχωριστούν
αλυσοδεμένοι μαζί για πάντα

Τέλος, οι καμπάνες της καταδίκης του, χτύπησαν
Νοίκιασε ένα δωμάτιο
και κρεμάστηκε από τα κάγκελα του μπαλκονιού
Κάποιοι ακόμα πιστεύουν πως ελευθερώθηκε από αυτή
Αλλά εγώ την ήξερα καλά
Τον ώθησε στην αυτοκτονία  

και πήρε τον φτωχό Edward στην κόλαση 



Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Οι γελωτοποιοί...




Οι γελωτοποιοί σήμερα λέγονται ποιητές
και μαραίνονται στα σκυθρωπά δωμάτιά τους 
για να ανθήσουν μολυσμένα άνθη