Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Ποιήματα που γράφτηκαν στο πλοίο

slaveship
William Joseph Turner


Τα είδη του σκαψίματος

Άγγιξες τα χέρια μου
-Τι απαλά που είναι, είπες
Δεν είναι σκληρά και με κάλους όπως παλιά…
-Έχω πάψει να είμαι χαμάλης
Τώρα το παίζω συγγραφέας.
Και τα σημάδια φαίνονται
Τα παλιά, όπως και τα νέα
Δεν έχω αλλάξει
Ποτέ δεν άλλαξα
Ο ίδιος είμαι πάντα
Συνεχίζω να σκάβω με τα χέρια
Το μόνο που έχει αλλάξει, είναι
το είδος του σκαψίματος



Η αντίπερα όχθη

Έτσι,
κάθε βράδυ που κάθομαι και διαβάζω τους αγαπημένους μου ποιητές
 – γράφοντας ενίοτε κάποια αδέξια στιχάκια –
όταν σηκώνομαι να πάρω άλλη μια μπύρα από το ψυγείο,
περνάω σε μια άλλη διάσταση



Η απουσία των άλλων

Τελικά, βολεύει ο χειμώνας
τώρα που έχουν πέσει όλοι για ύπνο
και με έχουν αφήσει μόνο στο κρύο
να πίνω και να γράφω ποιήματα



Ο τρόπος μου

Ναι, κι εγώ θα ήθελα να μάθω την τεχνική του ρεαλισμού
Όχι για να ζωγραφίζω ρεαλιστικά
να τη χρησιμοποιώ όπως νομίζω
Δε θα μπορούσα να εγκλωβιστώ σ’ αυτό
Η τέχνη είναι ελευθερία
και αυτή την ελευθερία θέλω να εκφράσω
με το δικό μου τρόπο



Αλκοολικές συναντήσεις

Κάθομαι στο μπαρ και πίνω μπύρα με ρακή
Πιο δίπλα κάθεται μια μεγαλοκυρία
και πίνει ουίσκι με μπύρα
και πιο πέρα, κάποιος με βότκα και μπύρα
Κι εσείς ψάχνετε να βρείτε το νόημα όλων αυτών
Η μπύρα, το νερό των αλκοολικών



Το ποίημα που έφυγε

Το ποίημα που έφυγε
αυτό που δεν πρόλαβα να καταγράψω
αυτό ήταν το καλύτερο
Αλλά το πήρε ο αέρας
ο συνειρμός – που δε γυρνάει πίσω –
η θάλασσα
και τα στοιχεία της φύσης

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Η βροχή της λήθης


Van Gogh

Πάλι βρέχει μέσα στο δωμάτιο
και ο χαμηλός φωτισμός δε βοηθάει,
ούτε που έχω κρεμάσει το κεφάλι μου πάνω απ’ το γραφείο
σαν κορνίζα πεθαμένου.
Θα μουσκέψει όλους μου τους πίνακες
θα λιώσει το μελάνι από τα γραπτά μου
θα καταστρέψει την κιθάρα μου και όλα τα βιβλία
θα αχρηστέψει όλη μου τη μουσική.

Πώς θα αντιμετωπίσω αυτή την απώλεια;
Και δε με νοιάζει για μένα,
αλλά για όλα τα ίχνη της ανούσιας ύπαρξής μου
που μάταια προσπαθούσα να σώσω από τη λήθη.

Συνεχίζει να βρέχει.
Το νερό έχει φτάσει ως τα γόνατα ,
θα περιμένω λίγο ακόμα.
Το ξέρω, θα μου κάνει τη χάρη,
δε θα με αφήσει έτσι.
Θα με πλύνει,
θα καθαρίσει κάθε ίχνος,
θα με βουλιάξει σε μια απέραντη λησμονιά
να με λυτρώσει

Κι έπειτα
με βεβαιότητα θα πω
πως δεν υπήρξα ποτέ.


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Απρόσμενο συναίσθημα


painting by
Joseph William Turner


Απρόσμενο συναίσθημα

Ξαφνικά, άρχισα να νοιώθω  περίεργα
Κάπως όμορφα αλλά ευάλωτα
Κάποιες μύχιες φαντασιώσεις
άρχισαν να παιδεύουν το μυαλό μου
κι ένοιωσα το τζιν να στενεύει
στο καβάλο  

κοίταξα τον ουρανό
και τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα

Ήταν όμορφα
Πήρα το δρόμο για το σπίτι.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Πώς γίνεται κάθε τέλος του μισθού να περισσεύει τόσος μήνας;


Καθόμαστε λοιπόν και γράφουμε ποιήματα για τη μοναξιά, για την ιδιαιτερότητα και τις ανησυχίες μας και…
            Τι φταίνε οι άλλοι; Για μένα θα πω.

Κάθομαι λοιπόν και γράφω ποιήματα για τη μοναξιά, την ιδιαιτερότητα και τις ανησυχίες μου και δε λέω τίποτα για τους άστεγους, για το μίζερο λαό μας, για την ηττοπάθεια, για την παθητικότητα όλων και την στασιμότητα, την διάθεση για εξέγερση -που όμως δεν συμβαίνει - και την αφύπνιση των μικροαστών. Το να κάψουμε τη βουλή και όλους όσους την αποτελούν, το έχω πει παλαιότερα, μην επαναλαμβάνομαι, μη γίνομαι γραφικός.

Έχουμε γυρίσει πίσω σε άλλες εποχές. Τι να πω για το νοίκι που δεν έχουμε να πληρώσουμε – τα έχει πει ο Μπρεχτ και τόσοι άλλοι – τι να πω για τους μίζερους μισθούς που δε φθάνουν, για την ανεργία και όλα αυτά; Θα φανώ και πάλι γραφικός.

Είχα διαβάσει κάποτε, ένα σύνθημα σε έναν τοίχο πηγαίνοντας για τη χαμαλοδουλειά μου: «Πώς γίνεται κάθε τέλος του μισθού να περισσεύει τόσος μήνας;». Το βίωνα τότε, το 2007. Τότε, με την προνομιούχα γενιά των 700 ευρώ.  Σήμερα αυτό το ποσό φαντάζει ουτοπικό. 400 και χωρίς ένσημα και ασφάλιση ΙΚΑ, και πολλά σου είναι! Είναι τόσοι που δε δουλεύουν, που δεν έχουν μια και που βγαίνουν στο δρόμο – όχι για εξέγερση – αλλά γιατί δεν έχουν που αλλού να πάνε. Και μαλακίες τώρα να κλαίγεσαι και να βλαστημάς τη μοίρα σου – τι είναι αυτά; Μη, θα ξεράσω.

Τι να πούμε λοιπόν. Ok, τι να πω λοιπόν; Γουστάρετε να διαβάσετε όμορφα ποιηματάκια που να λεν για την κατάντια μας; Εγώ τουλάχιστον, όχι. Ούτε να γράψω κάτι παρόμοιο – προς το παρόν τουλάχιστον.

Δεν θέλουμε άλλα λόγια. Φτάνει! Ούτε από επαναστάτες, ούτε από πολιτικούς, ούτε από συνειδητοποιημένους πολίτες. Φτάνει! Πολλά ακούσαμε. Πολλά ακούσαμε από αριστερούς, αναρχικούς, ανένταχτους κλπ, σκατά! Φτάνει ρε! Φτάνει!

Δεν είμαι με κανέναν (αν και γουστάρω την ουτοπία της αναρχίας σε φιλοσοφικό επίπεδο, ποτέ στην πράξη δεν τα βρήκα με τους δηλωμένους «αναρχικούς». Αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι αναρχικοί πέταξαν έξω τον Άσιμο και την παρέα του από τις συνελεύσεις, γιατί δεν είχε ξύλινο λόγο και οι ελευθεριακές του ιδέες ήταν πολύ πιο αναρχικές από όσο μπορεί να δεχτεί η «αναρχία» που επικρατεί στα στέκια των «οργανωμένων αναρχικών». Άλλο που μετά το θάνατό του τον κάναν «ήρωα», κάτι που ο ίδιος, ποτέ δεν ήθελε. Μεγάλη παρένθεση, αλλά δικό μου γραπτό είναι, όσο μεγάλη γουστάρω την κάνω!)

Άλλωστε, ακλουθώντας την ουτοπία, δεν επιδιώκεις, ντε και καλά, να γίνει πράξη, αλλά να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα. Και βήμα το βήμα, ίσως κάποτε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο. Ίσως όχι τον ιδανικό, αλλά έναν καλύτερο.

Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά και ας δούμε τι γίνεται τώρα. Τώρα που δεν έχω/έχεις/έχει δουλειά και ο σπιτονοικοκύρης ζητάει το νοίκι και δεν υπάρχουν «πλάτες» να σε στηρίξουν, και θα καταλήξω/καταλήξεις/καταλήξει, στο δρόμο χωρίς τίποτα. Να δούμε, θα συνεχίσουμε να κλαίμε τη μοίρα μας ή θα μπουκάρουμε όλοι μαζί μέσα να @#$%^&*&^%$#$%^&*(*&^%$#@$%^&*()*&^%$#$%;
Ε; θέλετε να σας το κάνω πιο λιανά; Δε νομίζω.
Πριν χάσουμε τα πάντα λοιπόν, ας…..    

          γελάσουμε! 







[συμπληρώστε]

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Δυο έμμετρα ποιήματα για τη νύχτα, τη θλίψη, τη μοναξιά




Αιχμάλωτος στο άπειρο

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
πώς το νου και την ψυχή μου καθορίζετε
πώς έρμαιο δούλο σας και αλλοτινό με κάνετε
και την ζωή μου κυβερνάτε καταγής

Τη λύτρωση απ’ το πνεύμα σας δεν θα μπορώ να έχω
κι όμοια όπως βγαίνει η νύχτα να συναντήσει την αυγή
όλο και πιο βαθιά στα δίχτυα σας αιχμάλωτο θα μ’ έχει
ανήμπορο ν’ αντισταθώ στην αστρική σας την ορμή

Ω! θλίψη απέραντη και μέγα πνεύμα της οργής
για μια στιγμή αφήστε με τη λύτρωση να έχω
κι έπειτα πάλι πάρτε με, νου, σώμα και ψυχή
και τη χαρά, αν είν’ η θέλησις, ποτέ ας μη την έχω.


~~~*~~~

Νύχτα!

Και πως ν’ αλλάξουμε τώρα που είμαστε
μαύρα πουλιά της νύχτας;
Μονάχα όταν έρχεται, έτσι ήρεμα γλυκά
κι όπως απλώνει, σαν δάχτυλα, το μελανό της φως
κι όλη την πλάση γύρω μας, τόσο απαλά σκεπάσει,

Εμείς,

ανήμποροι να αντισταθούμε,
από τις γλυκές της μελωδίες γαντζωνόμαστε
από το βελούδινο το μαύρο που την ψυχή μας γαληνεύει
και τις σειρήνες της ακολουθούμε τυφλά
δίχως να ξέρουμε που μας παν, και δίχως να ρωτάμε

Και το τσιγάρο στρίβουμε, χρυσός καπνός μας πάει
κι όπως η μέθη απ’ το ποτό, τα όνειρα μας πιάνει
αιχμάλωτοι γυρίζουμε και την ακολουθούμε
και ειν’ το όνειρο χρυσό κι ο πόνος αλαφραίνει
και η ψυχή αναδύεται, ψηλά και φτερουγίζει
ανάλαφρη σαν πούπουλο, καθόλου δεν βαραίνει
το σώμα μας που κείτεται και σέρνεται στο δρόμο.

Οι συνετοί κι οι άνθρωποι τον δρόμο τους τραβούνε
κι όταν απ’ τη γαλήνη της, η νύχτα μας μεθάει
αυτοί δεν βλέπουν, κρύβονται κοιμούνται και φοβούνται
και τα χρυσά τα δώρα της μόνο για μας κρατάει


Τις όμορφες τις μούσες της και τις νεράιδες της
το πρώτο φως σαν έρχεται, τις χάνουμε, όλο φεύγουν.

Ω, την αυγή ας ήτανε να μην την ξαναδούμε
αυτή που παίρνει μακριά τις μούσες, το βελούδο
κι όπως το φως της έρχεται, κι απάνω μας βαραίνει
καθώς η ψυχή σωριάζεται ξανά πάνω στο σώμα

εμείς τότε πεθαίνουμε, και για να αναστηθούμε
τη νύχτα θα προσμένουμε
Ξανά να δύσει ο ήλιος


Από τη "Νόσο της Ποίησης" 2009. 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα παρουσίασης στην Αθήνα



Ένα 8λεπτο απόσπασμα από την παρουσίαση στο Nuvelle Decadence στα Εξάρχεια για τις "Εμπειρίες ενός πνιγμένου". Η εικόνα δεν έδειχνε τίποτα κι έτσι, έβαλα κάποιους πίνακες και φωτογραφίες. Ο ήχος... είναι αυτός που είναι. Τι θέτε τώρα; 

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Μηδέν



Πούτσες μπλε και ροζ μουνάκια
συνουσιάζονται διαρκώς
μέρα και νύχτα
χωρίς διακοπή
μόνο με ηδονή.
Κι εγώ ο άθλιος
μα και ωραίος εραστής σου
γυρεύω λίγη  αγάπη
ή θάνατο
να σώσω τη βιασμένη μου ψυχή
ζώντας με την αιώνια πληγή ανοιχτή στον ήλιο
και περιμένοντας λύτρωση
από το πουθενά

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Ένα ποίημα για το σκοτάδι



Το σκοτάδι πρέπει να είναι απόλυτο
Πυκνό
Βαθύ
Βελούδινο
Να υπερνικάει όλα τα χρώματα
και όλες τις εικόνες
Να υπάρχει η απόλυτη έλλειψη φωτός
Να μπορείς να ονειρευτείς τα πάντα
Να μπορείς να δεις τα πάντα
Να ζωντανεύει τους πιο κρυφούς σου φόβους
Τους πιο φριχτούς σου εφιάλτες
αλλά και τις πιο ενδόμυχές σου σκέψεις.
Τη ζωή
να την εξισώνει με το θάνατο
στον ίδιο πάντα τόνο
Μαύρο
Σκοτεινό
Απόλυτο
Σκοτάδι




Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Παρουσίαση βιβλίου στην Αθήνα

Σας καλώ στην παρουσίαση 
της νέας μου λογοτεχνικής δουλειάς
"Οι εμπειρίες ενός πνιγμένου" 
Την Πέμπτη 29/12/11 και ώρα: 8,30 μμ
στο Νouvelle Decadence Εμμ. Μπενάκη 87 
(πρώην Συχνότητες) 
στα Εξάρχεια. 
Τους παραλογισμούς και την απαγγελία μου 
θα συνοδέψει ο Γιάννης Ισαακίδης  με την κιθάρα του. 


Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Αυτόνομες εταίρες




Τα πράγματα είναι απλά. Δεν χρειαζόμαστε εκδότες. Εκδίδουμε και μόνοι μας τους εαυτούς μας – που ούτως ή άλλως κάνουμε – και ελευθερωνόμαστε από τα δεσμά του «νταβατζή»  εκδότη. Γιατί δηλαδή να ζητάμε νταβατζή που θα πουλήσει την ψυχή μας, και να του δίνουμε όλο το υστέρημά μας για να προβεί σε έκδοση; Γιατί έχει επικρατήσει αυτό; Τι σκοπό και αποτέλεσμα έχει; Κανένα. Πόσο πουτάνες μπορούμε να είμαστε; (δεν είναι προτέρημα των θηλυκών μόνο αυτό). Τι ζητάμε; Γιατί το κάνουμε; Φιλοδοξία; Ματαιοδοξία; Σκατά. Τίποτα!

Με έπιασαν πάλι τα δαιμόνια μου και θα τα χώσω πάλι.

Την πρώτη φορά, έπεσα σε παγίδα. Βρέθηκε κάποιος να μου πει πως με δέχεται, κι εγώ εκεί, να τα δώσω όλα. Λεφτά, ψυχή, ό,τι είχα. Κι όταν μετά κατάλαβα την εκμετάλλευση, ήταν αργά. Είπα να τον εκδικηθώ και να ζητήσω αυτά που μου ανήκουν. Μάταια. Πέρα από το να σκοτωθούμε, δεν κατάφερα τίποτα. Κι αφού το έψαξα λίγο, είδα πως δεν μπορεί να έχει δικαιώματα στο έργο μου μετά την πενταετία. Έπειτα θα είμαι ελεύθερος να το κάνω ό,τι θέλω. Έμεινα σε αυτό και δεν ασχολήθηκα άλλο. Τρία ακόμα χρόνια, είπα, τρία χρόνια και τέλος. Υπομονή. Πάντα ονειροπόλος κι επιπόλαιος όμως, δεν έβαλα μυαλό.

Σκεφτόμουν για αυτοέκδοση. Λιγότερα λεφτά, αλλά πολλά βιβλία. Πώς να τα διαχειριστώ όλα αυτά; Τι να τα κάνω τόσα; «Λιγότερα δε γίνεται;» «Όχι.» Υπήρχαν βέβαια και οι ψηφιακές εκδόσεις, τυπώνεις όσα θες για 2 ευρώ περίπου το κομμάτι. (αφού ξεπουλιόμαστε, τι περιμένεις; Σεβασμό;). το υπολόγιζα σαν λύση.
Είχα αφήσει όμως το έργο μου σε κάποιους εκδότες και μια ωραία πρωία,  χτύπησε το τηλέφωνο. Θέλανε λέει, να συνεργαστούν μαζί μου. Μαλακίες. Πάλι κορόιδο έπεσα. Τους πίστεψα. Και τι να τα έκανα τόσα βιβλία; Δεν μπορούσα να τα διαχειριστώ. Αυτοί όμως, ως γνήσιοι έμποροι, δεν μπορεί, θα είχαν τον τρόπο να ξεπουλήσουν την ψυχή μου. (Μα το Δία, τι ματαιοδοξία;!) Συμφώνησα λοιπόν με νέο νταβατζή, με όνομα στην πιάτσα, όχι ό,τι κι ό,τι… Καλά να πάθω. Δε μου φταίει κανείς, εγώ φταίω.

Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν να εκθέσω την ψυχή μου δημόσια (παρουσίαση βιβλίου το λεν’ αυτοί), δεν είχα καμία στήριξη. Όλα μόνος μου. Όλα καλά με αυτό. Αλλά στη δεύτερη «παρουσίαση» στο χώρο του εκδότη, όχι μόνο δεν έχω στήριξη, αλλά ούτε καν συνεννόηση μαζί του (υψηλό πρόσωπο βλέπεις, σιγά μην ασχοληθεί μαζί μου, σιγά μη μου μιλήσει και στο τηλέφωνο…).
Έτσι λοιπόν, φίλοι και φίλες, πολύ αμφιβάλω αν θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση στην Αθήνα, Αγ. Ειρήνης (τόσο) στο Μοναστηράκι στις 29/12/11 και ώρα 8:00μμ, που θα έπρεπε να είναι έτοιμες οι προσκλήσεις, οι αφίσες και οι ενημερώσεις. Μια βδομάδα έμεινε και συνεννόηση καμία. Μόνο αδιαφορία και φθηνές δικαιολογίες από τη δασκαλεμένη γραμματέα του.  
Παίζουν όμως καταλήψεις, μπαρ και άλλοι χώροι που μπορούν να με δεχθούν για λίγο, και ίσως να κανονίσουμε κάτι έτσι, τελείως μεταξύ μας. Χωρίς νταβατζήδες και τα τοιαύτα. Δεν τους χρειαζόμαστε εξάλλου. Είμαστε αυτόνομες εταίρες. Πουλάμε την ψυχή μας και μόνοι μας ρε. Και ξέρεις κάτι; Δεν κοστολογείται η ψυχή, είναι ανεκτίμητη, κι έτσι την χαρίζουμε σε όποιον επιθυμεί να τη δεχθεί.


Υ.Γ. θα σας ειδοποιήσω μέσω αυτού του μπλογκ για το πότε και πού θα γίνει η επόμενη παρουσίαση. Κι αν υπάρξει σχετική ενημέρωση πως θα γίνει στο χώρο του εκδότη, να είστε έτοιμοι για…
Χεχεχε…
μιλάμε και
Εβίβες!


Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Ένα έργο




Ένας φίλος κάθεται και κοιτάζει έναν από τους πίνακές μου.
-Εσύ το έκανες;
-Όχι εγώ. Ίσως ο εαυτός μου σε κάποια άλλη φάση…
Τώρα, δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό.
Το κοιτάω όπως κι εσύ
και σίγουρα, δεν μπορώ να το επαναλάβω.
Ίσως να μην είναι καν δικό μου.
Ωραίο δεν είναι; 

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Απόσπασμα από την παρουσίαση στο Ρέθυμνο 10/12/11



Απειλή / Μα τι θέλει αυτή η αράχνη στη γωνία


Καθολική απαγόρευση του καπνίσματος / Λυρισμός 




Μικρό απόσπασμα από την παρουσίαση στο Ρέθυμνο. Είχα τρομερό άγχος και προσπάθησα να το αποβάλλω πίνοντας, καπνίζοντας και ερμηνεύοντας τα ποιήματα. Δεν ξέρω τι κατάφερα, αλλά μπορείτε να δείτε και να ακούσετε (μπορείτε;). Το ξέρω πως η ανάλυση του βίντεο είναι χάλια και ο ήχος ακόμα χειρότερος, αλλά με βολεύει καθώς θα πείτε "μάλλον καλά θα ήταν, δεν μπόρεσα να δω και να ακούσω τίποτα".
χμ...
εντάξει, να σοβαρευτούμε λιγάκι.
Γιατί;
οκ, ας μη σοβαρευτούμε.
Δηλαδή, εγώ όχι. Εσείς, κάντε ό,τι θέτε.
Εβίβες!


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Παρουσίαση βιβλίου στο Ρέθυμνο



Αυτό το Σάββατο λοιπόν 10/12, θα παρουσιάσω τη νέα μου λογοτεχνική δουλειά
στο μπαρ θόλος στο Ρέθυμνο.
Θα υπάρξει και δεύτερη παρουσίαση στην Αθήνα, στο Μοναστηράκι, στο χώρο των εκδόσεων "Γαβριηλίδης" στις  28/12. θα σας ειδοποιήσω σχετικά.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

3 ποιήματα για τον μικρό Αλέξη...


6/12/08, Εξάρχεια

Στον μικρό Αλέξη

Πάντα έτσι κάνανε…
Πυροβολούσαν συνειδήσεις
ευαίσθητες ψυχές
ρομαντικούς ανθρώπους
κι έπειτα την ίδια την ελευθερία.
Δεν ήθελε πολύ, όλοι το περίμεναν από καιρό…
Ώσπου η σφαίρα της “εξουσίας” χτυπάει στο ψαχνό.
16 χρονών παιδί, ΝΕΚΡΟ!
Αυτό ήταν
Ξεπέρασαν κάθε όριο.
ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΧΤΟΎΜΕ ΑΛΛΟ!
Βία γεννάει η βία
Ας πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας
Η πόλη είναι η ελευθερία μας
Δεν είμαστε αιχμάλωτοι
Κι έτσι όπως την κατάντησαν, καλύτερα καμένη!
Δεν θα αφήσουμε τίποτα όρθιο!
Δεν θα αφήσουμε τις ζωές μας στα χέρια τους!
Πίσω από την όμορφη φωτιά της πόλης που καίγεται,
μια ακτίνα ελευθερίας ανατέλλει.
Κι όλες οι πόλεις μαζί, φωνάζουν:
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΦΕΤΟΣ ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ
ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ!
Κι αν είμαστε όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε!
Θα δεις…

Η επανάσταση
                             χαμογελάει στη γωνία…

Αυτό ήταν μόνο η αρχή!


Σάββατο 16/12/08










29/12/08
Σήμερα πέρασα από τα Εξάρχεια.
Από το σημείο που δολοφόνησαν τον Αλέξη.
Είχα ξαναβρεθεί εκεί αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά…
Ήταν η Γιαγιά του… έκλαιγε.
Σπάραζε: ο εγγονός μου είναι! Τι έκανε το παλικάρι μου… γιατί;…
ΓΙΑΤΙ;
Έπαιρνε τη φωτογραφία του, την αγκάλιαζε, τη φίλαγε… κι έκλαιγε ξανά.
ΓΙΑΤΊ;
Ένα ρίγος με διαπέρασε. Δεν μπορούσα να πω κουβέντα.
Θλίψη, θλίψη  αλλά και οργή…
ΓΙΑΤΙ;
15 χρονών παιδί… γιατί;
Ποιος να της απαντήσει;
Δεν είχα συναντήσει κάποιον δικό του πιο πριν… ήταν συγκλονιστικό.
Εχθές ο Καλτεζάς, σήμερα ο Αλέξης, αύριο, ποιος;
Εγώ;
Εσύ;
Ποιος;
Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Με πλάκωσε βαριά η ατμόσφαιρα… κατάπια τη γλώσσα μου.
Και τι να έλεγα μπροστά στη γιαγιάκα;
Δεν θα το αφήσουμε έτσι;
Ό,τι και να κάνουμε, δεν γυρνάει πίσω.
Έκανα  το τσιγάρο μου και αποχώρησα σιωπηλά.
Η οργή μου μεγάλωσε!
Εγώ ο ίδιος,
προσωπικά
θα βάλω φωτιά σε κάθε γουρούνι μπάτσο, σε κάθε βουλή!
Τι θα μου κάνουν;
Θα σκοτώσουν κι εμένα;
Στα αρχίδια μου!
Τώρα είμαστε πολλοί! Πιο πολλοί από ποτέ!
Να μην τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί!
Κι όσο μεγαλώνει ο πόνος, μεγαλώνει το μίσος!
Τώρα μας φοβούνται! Γι’ αυτό μεγαλώνουν την καταστολή.
Τώρα μπορούμε να νικήσουμε! δεν πρέπει να σταματήσουμε τώρα!
Τώρα θα τα καταφέρουμε γιατί είμαστε όλοι μαζί!
Ακόμα κι αν χρειαστεί να κάψουμε όλη τη πόλη
και να τη φτιάξουμε από την αρχή!
Θα το κάνουμε!

Σφαίρα με τη σφαίρα, το μίσος μεγαλώνει…




Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές…
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ’ αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της!
Την πόλη αυτή
που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
“ανεπίσημων” πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης…
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους “αναρχικούς”,
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της “εξουσίας”
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ’ αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της!
Φωτιά
            και βροχή
                              και ποίηση
                                                 και μελαγχολία…
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!

Αθήνα 5/12/09, παραμονή


Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη



(Υπήρχε στο παλιό μπλογκ και σκέφτηκα να το δημοσιεύσω ξανά...)

Φίλε Κώστα,

Σε ονομάζω φίλο, όχι γιατί έτυχε να γνωριστούμε – άλλωστε ζήσαμε σε διαφορετικές εποχές – αλλά, πώς μπορείς να ονομάσεις κάποιον που έχεις μεγαλώσει μαζί του από δεκατεσσάρων και συνεχίζεις να τον αγαπάς και να τον συμβουλεύεσαι; Έστω, με αυτή την άτυπη φιλία που ενώνει έναν νέο αναγνώστη με έναν παλιό ποιητή. Όμως εγώ, δεν ήμουν άλλος ένας μελετητής του έργου σου, αλλά ένας άνθρωπος που έζησε την περιπέτεια κάθε ποιήματός σου, τις λέξεις, τις έννοιες, τους πόθους και τα πάθη, στο πετσί και στην ψυχή του. Καθρεπτιζόμουν πάνω σε κάθε σου ποίημα κι έβλεπα τον εαυτό μου μέσα. Σε γνώρισα νωρίς και μέρα με τη μέρα σε γνωρίζω ακόμα περισσότερο. Σαν να με ακολουθεί η σκιά σου σε κάθε βήμα, σαν να βρίσκεσαι πλάι μου για να με καθοδηγείς και να με προστατεύεις.

Ίσως να είναι και το άλλο. Άθελά μου, μαθήτεψα μαζί σου και άρχισα να σκαρώνω αδέξια κι ανορθόγραφα στιχάκια επηρεασμένος από τον οίστρο που μου προκαλούσες, θέλοντας να εκφράσω τις δικές μου ανησυχίες, το δικό μου «εγώ». Ίσως και κάτι πέρα απ’ αυτά, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια. Δεν έχει σημασία όμως αυτό. Σημασία έχει πως σε αισθάνομαι φίλο και δεν μπορώ να βρω άλλον χαρακτηρισμό πέρα απ’ αυτόν. Ας μου επιτραπεί λοιπόν η έκφραση: φίλε Κώστα Καρυωτάκη.


Ήταν τότε που μου ζητήθηκε να γράψω για έναν φόβο μου κι ένα όνειρο στα πλαίσια μιας εργασία. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ κι έτσι στην αρχή δυσκολεύτηκα να απαντήσω. Μπαίνοντας όμως στη διαδικασία αυτή, έγραψα απερίσκεπτα: δεν έχω φόβους… μόνο μη τυχόν και κάποια μέρα χάσω τα βιβλία με τα ποιήματα ή τη μουσική μου, ή μη πάθει κάτι κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο, ή μη χάσω τα λογικά μου. Αυτό! Μη χάσω τα λογικά μου. Ας μείνουμε σε αυτό. Δεν θα το άντεχα. Κι αν ήξερα πως θα συμβεί, ίσως τότε για να το αποτρέψω, να έδινα ένα τέλος στο ταξίδι της ζωής.


Γνωρίζω τη μελαγχολία σου (αλλά ποιος ποιητής δεν είναι μελαγχολικός;), γνωρίζω το βίο σου – όσο μπορώ να γνωρίζω από τα βιβλία στα οποία έχει καταγραφεί – γνωρίζω και την περιπέτεια της υγείας σου. Αλλά αυτό που δεν γνώριζα ως τώρα, είναι τα τρία στάδια της ωχρά σπειροχαίτης. Δεν θα μείνω στα δυο πρώτα, άλλωστε όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να βρει πληροφορίες και να τα μελετήσει. Το τρίτο στάδιο όμως… «Το τρίτο και τελευταίο στάδιο της σύφιλης αναπτύσσεται δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα και είναι φοβερό και αδυσώπητο. Ο άρρωστος μπορεί να πάθει σοβαρές καρδιοπάθειες, να τρελαθεί, να τυφλωθεί, και να υποστεί βλάβες σε όλα τα όργανα του σώματός του». Ξέρω πως είδες τον φίλο σου και ποιητή Ρώμο Φιλύρα να χάνει τα λογικά του, όντας στο τρίτο στάδιο της σύφιλης, έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο και να σβήνει αργά. Κι όπως είχες πει: «Άσε τα γύναια και το μαστροπό λαό σου Ρώμε Φιλύρα, σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό, κράτησε σκήπτρο και λύρα». Το ήξερες… «Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση επιμονή, που ανοίξαμε για να μπει σαν κυρία η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει. Τώρα η ζωή μας γίνεται, ξένη, παλιά ιστορία».


Τα πραγματικά αίτια του θανάτου σου, δεν τα γνωρίζει άλλος καλύτερα από σένα. Εμείς, μόνο αυθαίρετα συμπεράσματα βγάζουμε. Ας μου επιτραπεί λοιπόν, να βγάλω κι εγώ το δικό μου συμπέρασμα, γνωρίζοντάς σε ως φίλο και διδάσκαλο, γνωρίζοντάς σε ως φύση, ως ποιητή. Μπορεί να έπαιξαν πολλά ρόλο, αλλά είμαι σίγουρος πως αν δεν ήταν αυτό το τρίτο στάδιο της ωχράς σπειροχαίτης, ίσως να μην αποφάσιζες ένα τέτοιο τέλος για το κλείσιμο της αυλαίας. Ξέρω πως δεν θα επέτρεπες ποτέ στον εαυτό σου να έρθει σε τέτοια κατάσταση εξαθλίωσης. Ως κύριος του εαυτού σου, προτίμησες να φύγεις αξιοπρεπώς κι έχοντας ακόμα σώας τας φρένας. Ό,τι λοιπόν λένε οι άλλοι, τους συγχωρώ γιατί δεν γνωρίζουν. Και είμαι σίγουρος, είμαι σίγουρος γιατί κι εγώ, αυτό θα έκανα.


Θα ήθελα να κλείσω όμως, κάπως διαφορετικά. Ίσως να μπορείς να το βλέπεις, ίσως όχι. Οφείλω να σου το πω. Αυτό που έχεις καταφέρει με την ποίησή σου ως σήμερα, δεν το έχει καταφέρει άλλος. Έχεις επηρεάσει γενεές και γενεές και κατάφερες να γίνεις ο πιο πολυδιαβασμένος ποιητής κι εκφραστής των νέων κάθε εποχής, καθώς όλοι μας νιώθουμε μια ταύτιση μαζί σου. Άλλωστε όταν έφυγες, έφυγες κι εσύ ως ένας άγνωστος ποιητής των αιώνων. Αγαπήθηκες πολύ από τις μελλούμενες γενεές και αυτό θα ήθελα να το γνωρίζεις.

Έτσι λοιπόν, αν υπάρχει το καύκαλό σου ακόμα, ας βγει μια βόλτα και ας περάσει από τα σκοτεινά δωμάτια των ποιητών και των αναγνωστών που σε υμνούν, δίνοντάς τους οίστρο και έμπνευση να εκφραστούν, κι έτσι να νιώσεις τη δικαίωση που σου ανήκει.

Φίλε μου, Κώστα Καρυωτάκη, δεν έφυγες ποτέ.
Και σήμερα εν έτει 2009, είσαι πιο επίκαιρος από ποτέ.
Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου λοιπόν.
Σε χαιρετώ και σε ευχαριστώ για όλα.
Ένας φίλος που δεν γνώρισες ποτέ.



                                                              Χρήστος Ζ.


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Βοριάς



Φύσηξε ένας άνεμος
Βοριάς
και πήρε μαζί του όλη τη θλίψη
των ανθρώπων που καιγόντουσαν στην πόλη
και την πήγε μακριά
και μείνανε τώρα 
όλοι οι φλεγόμενοι άνθρωποι
με ένα απέραντο κενό
να αναρωτιούνται:
Τι θα μας γεμίζει τώρα; 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Η ψευδαίσθηση της δημιουργίας




Καμβά. Λευκέ μου καμβά
γίνε όμορφος
πάρε όλα τα χρώματα που σου δίνω
και ανέδειξέ τα σε κάτι φανταστικό
που εγώ μονάχος, δε θα μπορούσα ποτέ να φτιάξω.

Χρώματα, χρώματα… δημιουργήστε μόνα σας
βγάλτε αρμονικές αποχρώσεις
και φτιάξτε όμορφο τον καμβά
χαρίστε μου τη μαγεία σας...

Πινέλα και σπάτουλες, χρώματα καμβάδες
όλα εσείς είστε τα υλικά
που αδημονούν να με χρησιμοποιήσουν
να με κάνετε το μέσο το οποίο θα σας ενώσει
έτσι που στο τέλος να νομίζω
πως δημιούργησα εγώ. 

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Αδέξιος


Είμαι ένας αδέξιος
Αδέξιος στο να ζωγραφίσω
Αδέξιος στο να γράψω
Αδέξιος στην αγάπη, στον έρωτα, στη ζωή.
Και τι κάθομαι και κάνω λοιπόν;
Ίσως να θέλω να αποδείξω στον εαυτό μου το αντίθετο
αλλά κάποιος σαν κι εμένα
δύσκολα παραδέχεται την αλήθεια.
Φτιάχνω ένα μεγάλο ψέμα
το πιστεύω
και ζω μέσα σε αυτό.
Όλη μου η ζωή λοιπόν, ένα ψέμα;
Ένα όνειρο, μια αυταπάτη;
Κι αν ναι, πώς τα καταφέρνω
στον κόσμο τον πραγματικό;
Δεν ξέρω.
Άλλωστε ο Λειβαδίτης είχε πει κάποτε:
“Θεέ μου, αμάρτησα ενώπιών σου
Ονειρεύτηκα πολύ και ξέχασα να ζήσω”

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Τέσσερεις μαύροι πίνακες σε ένα απόγευμα



Την άκουσε που γύρισε από τη δουλειά. Πήγε να της ανοίξει. Αυτή βρισκόταν ήδη στην πόρτα. Την καλωσόρισε. Του είπε, πώς είναι έτσι η φωνή του. Τη ρώτησε, πώς είναι η φωνή του. Τον μιμήθηκε κοροϊδευτικά. Δεν απάντησε.
                Μετά πήγε στην τουαλέτα. Όταν βγήκε, του είπε: τι είναι όλες αυτές οι πιτσιλιές. Αυτός, αποτραβήχτηκε ενοχημένος. Τη ρώτησε γιατί έχει τόσα νεύρα. Του είπε πως δεν έχει νεύρα και απλά, είναι κουρασμένη. Τότε αυτός, πήγε στο δωμάτιο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μετά από λίγο, αυτή του φώναξε: “θα έρθεις να φάμε ή όχι;”. Αυτός, πήγε σιωπηλά. Καθίσανε να φάνε και κανείς τους δεν είπε τίποτα. Αυτή άνοιξε το ραδιόφωνο να ακούσει ειδήσεις και συνέχισαν στο τραπέζι χωρίς να πει κανένας τους λέξη.
                Αφού φάγανε, αυτή πήγε να πλύνει τα πιάτα. Αυτός, της έφερε αυτά που ήταν στο τραπέζι. Ούτε λόγος  για τον καινούριο του πίνακα – αν και ήταν αποτυχία. Έπειτα, αυτή πήγε να ξαπλώσει. Αυτός, κάθισε στον υπολογιστή. Είχε κρύο και τα δάχτυλά του πάγωναν. Είπε να καταστρέψει τον χθεσινοβραδινό του πίνακά.  Πήρε μπλε oultramarine,  κόκκινο και μαύρο και άρχισε να τον καλύπτει. Πρόσθεσε ψημένη όμπρα και συνέχισε με ένα πλατύ πινέλο. Το αποτέλεσμα ήταν μαύρο, αλλά είχε κάποιες γκριζοπράσινες αποχρώσεις που του άρεσαν. Ίσως να οφείλονταν στα χρώματα που είχε από κάτω ο πίνακας και που δεν είχαν στεγνώσει ακόμα. 
                Αυτή σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Θα την ενοχλούσε η μυρωδιά.
                Του άρεσαν τα λάδια. Τα ακρυλικά, δεν τα μπορούσε, τα θεωρούσε ψεύτικα.
                Αφού τελείωσε με τον πίνακα, είδε πως είχε αρκετή μπογιά στο πινέλο. Κρίμα είναι να πάει χαμένη. Πήρε άλλον έναν καμβά, μικρότερο αυτή τη φορά και τον έβαψε μαύρο. Είχε ακόμα αρκετό χρώμα. Πήρε κι ένα παλιό του έργο με ακρυλικά – που δεν του άρεσε – και το έβαψε κι αυτό μαύρο. Πολύ καλύτερα έτσι. Το πινέλο είχε ακόμα μπογιά. Αυτά τα λάδια είναι περίεργα χρώματα. Πήρε λοιπόν, ακόμα έναν καμβά, λίγο πιο μικρό, και άρχισε να τον βάφει κι αυτόν μαύρο, μέχρι που το πινέλο δεν έβγαζε άλλη μπογιά. Πολύ ωραία. Τέσσερεις μαύροι πίνακες σε ένα απόγευμα. Καθόλου άσχημα. Μετά πήρε να καθαρίσει το πινέλο του και τις πιτσιλιές στο πάτωμα. Αφού τέλειωσε και με αυτό, πήρε να φτιάξει καφέ. Αυτή ξύπνησε και ήρθε στην κουζίνα. Τη ρώτησε αν θέλει καφέ. Του είπε όχι. Μετά από δύο λεπτά, έφτιαξε μόνη της και αποσύρθηκε να ετοιμάσει τη δουλειά της για την επόμενη μέρα.
             Αυτός, κάθισε ξανά στον υπολογιστή, επισκέφτηκε τα μπλογκ του και ήπιε τον καφέ του. Μετά, έβαλε μουσική και πήγε να ταΐσει τη γάτα. Είχε νυχτώσει. Έβαλε να πιει ένα τσίπουρο κι έφτιαξε μεζέ. Αυτή, πήγε να σιδερώσει στο άλλο δωμάτιο κι έβαλε να δει ταινία. Αυτός ήθελε να ακούσει my dying bride. Έκλεισε την πόρτα.

            Αργότερα, ήρθε να του ανακοινώσει πως πάει για ύπνο. Την καληνύχτισε. Σκέφτηκε πως εκείνη τη μέρα, δεν αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες. Έβαλε ακόμα ένα ποτήρι, συνέχισε να ακούει μουσική και κοίταγε επίμονα αυτούς τους μαύρους πίνακες.  
                Τι θα μπορούσε να κάνει άραγε;
                Έστριψε ακόμα ένα τσιγάρο και το κάπνισε.