Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Τα όρια

Munch


Δεν ήταν δύσκολο να την καταφέρει. Ήξερε τι ζητάει απ’ αυτόν. Έτσι, με μια ασυγκράτητη ορμή, χίμηξε πάνω της, της έβγαλε τα ρούχα και το στόμα του σφράγισε στο λαιμό της. Αυτή ανταπέδωσε δαγκώνοντάς του τα χείλη και τραβώντας τον πάνω της. Ένα ανεξέλεγκτο πάθος τους είχε κυριεύσει. 




Το σώμα της, καλλίγραμμο, σμιλεμένο σωστά ενώ το πρόσωπο της πρόδιδε μια λάγνα ομορφιά. Έκφυλη και ηδονική. Ήθελε να βιαστεί, το επιθυμούσε, τον παρότρυνε να το κάνει. Κι αυτός, μη θέλοντας να της χαλάσει χατίρι, έβαλε τα δυνατά του.

Του ξυπνούσε πρωτόγονα αλλά και πρωτόγνωρα ένστικτα. Κατέβασε τα παντελόνια του ως τα γόνατα, την πέταξε στο πάτωμα και άρχισε να την παίρνει. Αυτή άφηνε κραυγές ηδονής και ζητούσε όλο και περισσότερο. Ήθελε να της δώσει όσο ζητούσε. Έβγαλε τελείως τα ρούχα του. Είχε περισσότερη ελευθερία τώρα να τη χειρίζεται όπως θέλει. Προσπαθούσε να βγάλει όλη του την αγριότητα πάνω της. Αυτή, κυριευμένη από μια ανεξέλεγκτη ηδονή έδειχνε να το απολαμβάνει. Αυτός τη μισούσε που της άρεσε τόσο η βία, και για να την τιμωρήσει, γινόταν όλο και πιο βίαιος. Αυτό όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα. Όσο πιο βίαιος γινόταν, τόσο μεγάλωνε η ηδονή της.

Άρχισε να κουράζεται. Συνέχισε όμως σαν να ήθελε να της αποδείξει κάτι. Τι; Δεν ήξερε. Απλά συνέχισε.

Δεν ήταν βίαιος ως άνθρωπος, δεν του άρεσε η βία. Ίσως λίγο στο σεξ, αλλά ως ένα σημείο. Τόσο ώστε να δείχνει το πάθος του. Αυτή τη φορά όμως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα όριά του. Όσο πιο βίαιος γινόταν, τόσο αυτή ζητούσε περισσότερο. Δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει αυτό. Τον έθλιβε. Απίστευτα τον έθλιβε.

Είχε κουραστεί από την τόση ένταση. Δεν έλεγχε τις κινήσεις του. Άρχισε να ονειρεύεται, να πλάθει στη φαντασία του μια άλλη. Κάποια που είχε ερωτευτεί κάποτε. Άρχισε να γίνεται τρυφερός, να ρίχνει τους ρυθμούς, να της κάνει έρωτα. Το κατάλαβε και από τη φωνή της. Δεν ήταν πλέον κραυγές ηδονής, αλλά ναζιάρικα μουρμουρητά που παρακαλούσαν, που ικέτευαν: “Κι άλλο! Κι άλλο…”.

Δεν το άντεχε αυτό. Έγειρε πάνω της και την αγκάλιασε τρυφερά. Τα χείλη του, στο λαιμό της και οι κινήσεις του έγιναν τώρα, ήρεμες, προσεκτικές. Θλιμμένος εραστής που έσκυψε στη μούσα του να κλάψει…

Αυτή δεν το άντεχε αυτό. Αυτή σιχαινόταν ρομαντισμούς και τρυφερούς έρωτες. Ήθελε απλά να σκιστεί, να σκιστεί άγρια, να ξεχάσει. Δεν μπορούσε το συναισθηματισμό, τρελαινόταν. Δεν άντεχε το φορτίο του, το βάρος αυτό. Τον απώθησε με τα χέρια της και του είπε:
Τι κάνεις ρε μαλάκα;! Σκίσε με επιτέλους!
Τι θες μωρή; Να σε σκίσω; Αυτό γουστάρεις;
Ναι πουτσαρά μου, άντε μπράβο!
Ωραία λοιπόν. Έτσι σου αρέσει;
Και άρχισε να την χαστουκίζει με μανία. Δεν τον ενδιέφερε, ήθελε να την τιμωρήσει γι’ αυτό.
Και τότε, μερικές σταγόνες από αίμα έφυγαν από τη μύτη της σχηματίζοντας μικρά έργα εξπρεσιονιστικής τέχνης τριγύρω. Στον τοίχο, τον καναπέ, το πάτωμα.
Σταμάτησε.

Κι όταν είδε τι της είχε κάνει, τρελάθηκε! Η στύση του τον είχε εγκαταλείψει και όλο το αίμα τώρα είχε μαζευτεί στο κεφάλι του. Όχι όμως, από ερωτική έξαψη όπως πριν, αλλά από Εκνευρισμό, Απογοήτευση, Θλίψη. Μια ανυπόφορη Λύπη. Μια θανάσιμη Θλίψη.
Δεν άντεχε άλλο. Την παράτησε κάτω και βγήκε από το δωμάτιο.

Αυτή δεν μίλησε. Δεν μπορούσε να πει τίποτα, μόνο έμεινε παραιτημένη κάτω και περίμενε προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε πάει στραβά. Καταβάθος, όμως, ήξερε. Τα όρια είναι πολύ λεπτά και εύκολα ξεπερνιούνται. Το ασυγκράτητο πάθος, ο έρωτας, η βία, το μίσος, η αγάπη… Σαφώς και ήξερε. Παρέμεινε σαν κουρέλι παρατημένο στο πάτωμα, σαν λεηλατημένο έργο τέχνης. Περίμενε.

Έπειτα, αυτός άρχισε να ξεσπάει. Χτυπούσε τοίχους και πόρτες ξεστομίζοντας βρισιές που δεν είχε φανταστεί ποτέ του. 

Αυτή παρέμενε γυμνή στο πάτωμα. Αυτός παρέμενε γυμνός στο υπόλοιπο σπίτι συνεχίζοντας την ίδια τακτική.

Σε λίγο όμως, επιστρέφει στο δωμάτιο. Φοβήθηκε που τον είδε έτσι. Ένα ρίγος την διαπέρασε κι ένα μούδιασμα ανάμεσα στα πόδια της την έκανε πάλι υγρή. Αυτός όμως, δε φαινόταν να έχει καμία ερωτική διάθεση πια. Όρμησε πάνω της, την άρπαξε από τα μαλλιά και της είπε:
Άντε στο διάολο λοιπόν! Και μην ξαναπατήσεις ποτέ εδώ μέσα!
Την έσυρε στο διάδρομο, άνοιξε την πόρτα και την πέταξε έξω. Στο διάολο! φώναξε ξανά και έκλεισε την πόρτα πίσω του.


Εκείνη την ώρα ένας γείτονας έμπαινε στο σπίτι του, στο απέναντι διαμέρισμα. Μέχρι να βγάλει τα κλειδιά και να ξεκλειδώσει, πρόλαβε να δει και την επόμενη σκηνή: Η πόρτα άνοιξε ξανά, της πέταξε έξω τα ρούχα κι έκλεισε πάλι με έναν δυνατό κρότο. Ο γείτονας μπήκε στο σπίτι του μένοντας αμέτοχος.


Αυτή… ντροπιασμένη, υποταγμένη, ανήμπορη, γυμνή μπροστά στην πόρτα του και κάτω, πιο κάτω από ποτέ, ένιωσε κάτι τελείως απροσδόκητο. Δεν ήταν η ταπείνωση. Ένα σκίρτημα στην καρδιά. Ένιωσε κάτι σαν πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στήθος της. Σαν ανοιξιάτικο λουλούδι που φέρνει με τη γέννηση του τον έρωτα. Ήταν αδύνατο να μαζέψει τα κομμάτια της και να φύγει. Η μόνη της σωτηρία ήταν αυτός. Αυτός που ξύπνησε κάτι – νεκρό από καιρό – μέσα της.

Είχε σκύψει το κεφάλι της στο χαλάκι μπροστά στην πόρτα κι έκλεγε. Έκλεγε σπαραχτικά, χτύπαγε την πόρτα του και παρακαλούσε:
Άνοιξε μου! Σε παρακαλώ, δεν αντέχω! ΑΝΟΙΞΕ ΜΟΥ!!!!
Αυτός, σκληρός κι ανένδοτος.
Αυτή, κουρελιασμένη, ράκος, ικέτευε τώρα – όχι για περισσότερη βία,
αλλά για ένα χάδι… ένα χάδι!

Υπέκυψε.
Δεν άντεχε άλλο να την ακούει έτσι. Άνοιξε την πόρτα και την κοίταξε.
Αυτή γαντζώθηκε από το πόδι του και τον έπλυνε με τα δάκρυά της. Τον έσφιγγε, του φιλούσε τα πόδια, τον ευχαριστούσε.
Ράγισε. Αυτή η πεταλούδα, φτερούγισε και στην καρδιά του.
Έλα μέσα, της είπε και τη βοήθησε να μαζέψει τα ρούχα της που ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί.


Έπειτα η πόρτα έκλεισε ξανά, αφήνοντας πίσω μόνο κάτι σημάδια από τα χτυπήματα κι ένα παραμερισμένο άθλιο χαλί. Εκείνη την ημέρα δεν ενόχλησαν άλλο τους γείτονες.


Δεν υπάρχουν σχόλια: